Ο Φώτης Μακρής μιλά για την “Χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ” που ανεβαίνει στο Studio Μαυρομιχάλη

«Στην παραπληροφόρηση το αντίβαρο είναι η τέχνη»

fotis_makris1

Μετά –αλλά και παράλληλα με– «Το κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου, ο Φώτης Μακρής σκηνοθέτησε τη θεατρική διασκευή του μυθιστορήματος του Χάινριχ Μπελ «Η χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ». Έργο εμβληματικό της δεκαετίας του ’70, χαρακτηριστικό του πολιτικού ήθους και της διορατικότητας του Μπελ, αποτελεί μια καταγγελία τόσο για τη δημιουργία ενόχων από τα ΜΜΕ, όσο και για τη χωλή, τη διάτρητη λειτουργία του αστυνομικού και δικαστικού συστήματος. Η Καταρίνα του ’70, η Ηριάννα της εποχής μας… Σκηνοθετημένη με χιούμορ και γρήγορους ρυθμούς, η παράσταση, από το θέμα της κατασκευής ενόχων περνά σε σπουδαία κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα, ὀπως τα πολιτικά δικαιώματα, την ευάλωτη θέση της γυναίκας, την ποινικοποίηση της ερωτικής επιλογής, την οργή του πολίτη.

Τη συνέντευξη πήρε
η Μαρώ Τριανταφύλλου

Μολονότι είναι τα 100χρονα από την γέννηση του Μπελ, μήπως η Καταρίνα Μπλουμ αποτελεί μια συνέχεια του Κιβωτίου; Αυτό το άδειο κιβώτιο του Αλεξάνδρου πόσο ευθύνεται για τον κόσμο της;
Μου αρέσει πολύ η ερώτηση και ομολογώ ότι είναι κάτι που δεν το είχα σκεφτεί. Τώρα όμως που μου θέσατε αυτή την ερώτηση, ανακαλύπτω όντως μια σχέση ανάμεσα στα δύο έργα. Όταν ένας κόσμος στερείται νοήματος, όπως αυτός που κατά τη γνώμη μου περιγράφει ο Αλεξάνδρου μέσα από την αλληγορία του άδειου Κιβωτίου, ένας κόσμος όπου οι ιδεολογίες δείχνουν ανίκανες να στηρίξουν ένα σύστημα δικαιοσύνης, ισότητας και κοινωνικής ευαισθησίας, αυτός ο κόσμος είναι έτοιμος να δημιουργήσει φαινόμενα όπως αυτά που περιγράφει ο Μπελ στην Καταρίνα Μπλουμ. Ένας τέτοιος κόσμος είναι έτοιμος να «ανακαλύψει» το φασισμό, να συνθλίψει το άτομο, χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα που έχει στη κατοχή του: Τις δυνάμεις καταστολής, τη δικαιοσύνη και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Και έτσι φτάνουμε στον κόσμο της Καταρίνα Μπλουμ, στον κόσμο του Μπελ. Και κάπου εκεί συναντώνται δύο από τα εμβληματικότερα μυθιστορήματα του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα. Με αυτή την έννοια, λοιπόν, τα δύο έργα δείχνουν να έχουν μια υπόγεια όσο όμως και ακούσια συνέχεια. Διότι μην ξεχνάμε ότι εκδόθηκαν την ίδια χρονιά, το 1974 και επομένως ο ένας δεν γνώριζε το έργο του άλλου.

Το έργο γράφτηκε μεν το 1974, ωστόσο θα μπορούσε να έχει γραφτεί χτες. Σ’αυτό το σύμπαν της παραπληροφόρησης έχει κάποιο λόγο η τέχνη;
Σε αυτό το σύμπαν της παραπληροφόρησης, όπως λέτε, η τέχνη λειτουργεί ως αντίβαρο. Ας θυμηθούμε και λίγο τον Νίτσε, που έλεγε ότι δεν υπάρχουν γεγονότα, μόνο ερμηνείες. Έρχεται λοιπόν η τέχνη να ερμηνεύσει τα γεγονότα, τα γεγονότα που χρησιμοποιούνται από τους κρατούντες κατά το δοκούν, για να πετύχουν τους σκοπούς τους. Η τέχνη, λοιπόν, ανοίγει ένα μικρό έστω παράθυρο σε αυτό τον καταιγισμό πληροφόρησης, «πληροφόρησης» και παραπληροφόρησης και μας δίνει τη δυνατότητα να αντιληφθούμε λίγο πιο καθαρά την ακριβή διάσταση των όσων συμβαίνουν γύρω μας.
Επιμένετε στο πολιτικό θέατρο, ενώ δηλώνετε απογοητευμένος από την πολιτική. Γιατί;
Γιατί όσο και να απογοητευτούμε από τον έρωτα, πάλι έτοιμοι να ερωτευτούμε είμαστε! Το ίδιο συμβαίνει και με τη πολιτική. Η πολιτική είναι ένας τρόπος που εφηύραν οι άνθρωποι για να μπορέσουμε να ζήσουμε μαζί και με αρμονία. Δεν μπορείς, λοιπόν, να μην ασχοληθείς με αυτήν. Τώρα, αν ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόζετε πετυχαίνει τα εντελώς αντίθετα αποτελέσματα, αυτό είναι άλλο θέμα. Όπως έλεγε και ο Άρης Αλεξάνδρου, εάν η θεωρία του κομμουνισμού πετύχει στην Τουρκία, θα είμαι τούρκος. Αν πετύχει στην Ινδία, θα είμαι Ινδός. Δεν θεωρούσε την ιδεολογία του κομμουνισμού αποτυχημένη, αλλά τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόστηκε. Επομένως, είμαι απογοητευμένος με τον τρόπο που η πολιτική εξασκείται προς όφελος των ολίγων και όχι για το γενικό καλό. Κάνοντας πολιτικό θέατρο, ουσιαστικά εκφράζω την αγωνία μου για το πώς μπορεί να εφαρμοστεί ένας τρόπος συνεννόησης των ανθρώπων, πάνω σε βάσεις ισότητας, δικαιοσύνης και αλληλοκατανόησης.

Σκηνοθετήσατε την παράσταση με έντονο χιούμορ -θα έλεγα με εμμονή στην ανάδειξη του γελοίου και της τραγικότητάς του. Θα θέλατε να εξηγήσετε την επιλογή σας;
Αυτή είναι η τελείως προσωπική μου οπτική στα πράγματα. Πάντα, όταν βλέπω κάποιον να παίρνει πολύ σοβαρά τον εαυτό του και την «αποστολή του», εγώ αμέσως βλέπω τη γελοία πλευρά του. Έτσι σοβαρά παίρνουν το ρόλο τους στην Καταρίνα Μπλουμ οι δυνάμεις καταστολείς, οι λειτουργοί της δικαιοσύνης, οι κατέχοντες υψηλά αξιώματα και θέσεις και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και γι’ αυτό μου φαίνονται τόσο γελοίοι. Αντιθέτως, τραγική είναι η κατάσταση των ανθρώπων που επηρεάζεται η ζωή τους από αυτούς τους «γελοίους».

Το έργο αυτό είχε αποτελέσει κινηματογραφική επιτυχία στη δεκαετία του ’70. Μολονότι είναι φανερό πως δεν επηρεαστήκατε από την αισθητική της ταινίας, έπαιξε ρόλο στην επιλογή σας η ύπαρξή της; Θα θέλατε να σχολιάσετε την τάση του ελληνικού θεάτρου να χρησιμοποιεί λογοτεχνικά έργα και προσφάτως κινηματογραφικά;
Όχι, η ταινία δεν έπαιξε κανέναν ρόλο στην επιλογή μου. Μάλιστα, ενώ την είχα δει πολύ παλιά, τώρα αρνήθηκα να την ξαναδώ παρά αφού ανεβάσαμε τη παράσταση. Ως προς την τάση που λέτε να χρησιμοποιεί το θέατρο λογοτεχνικά και κινηματογραφικά έργα, είναι υπαρκτή, παγκόσμια και κατά τη γνώμη μου αναμενόμενη και λογική. Το θέατρο έχει τη μεγάλη πολυτέλεια να μπορεί χρησιμοποιεί όποιο υλικό του είναι απαραίτητο για να γίνει πιο σαφές, πιο καίριο και πιο αποτελεσματικό. Επομένως, «νομιμοποιείται» να χρησιμοποιεί τα πάντα. Όλα, εκ του αποτελέσματος κρίνονται. Και γι’ αυτό το λόγο δεν συμμερίζομαι καθόλου όλη αυτή τη συζήτηση που έχει ξεκινήσει αν πρέπει να μεταφέρεται η λογοτεχνία ή τα κινηματογραφικά έργα στο θέατρο. Όταν ένας δημιουργός θέλει να εκφράσει αυτό που τον «βασανίζει», μπορεί να χρησιμοποιήσει ό,τι θέλει! Και φυσικά, θέτει το δημιούργημά του υπό κρίση.

Τι σημαίνει «διασκευή όλος ο θίασος»; Πώς δουλέψατε;
Δουλέψαμε έχοντας ως υλικό το μυθιστόρημα. Δεν προηγήθηκε καμία διασκευή από κανέναν. Μέσα από αυτοσχεδιασμούς, συζητήσεις και δοκιμές, απομονώναμε τα κομμάτια που μας ενδιέφεραν και σιγά σιγά, μετά από περίπου τρεις μήνες, προέκυψε το κείμενο του θεατρικού έργου. Ακολούθησαν άλλοι τρεις μήνες πρόβα, όπου πολλά πράματα άλλαξαν, κάποια κομμάτια αφαιρέθηκαν, κάποια προστέθηκαν και κάποια άλλαξαν σειρά στη δομή της παράστασης. Σε αυτό το διάστημα των έξι μηνών, όλοι είχαμε λόγο στη διασκευή του κειμένου και, απλώς, κάποια στιγμή εγώ ως σκηνοθέτης έπαιρνα τη τελικά απόφαση. Θα έλεγα ότι ήταν μια άκρως δημοκρατική διαδικασία, μέχρι κάποιο βαθμό φυσικά, αφού όπως γνωρίζετε το θέατρο και η δημοκρατία δεν τα πάνε και πολύ καλά μεταξύ τους… (εδώ ακολουθούν γέλια όπως γράφουν στις συνεντεύξεις…). Πάντως, πραγματικά η συμβολή των τεσσάρων ηθοποιών στη διασκευή που έγινε στο μυθιστόρημα, είναι τεράστια και θα ήθελα να τους ευχαριστήσω μέσα από τη καρδιά μου.

maro33@otenet.gr