Πέντε σκέψεις για τις καταλανικές εκλογές

forti

Του Στίβεν Φόρτι*

Μας είχαν παρουσιάσει τις περιφερειακές καταλανικές εκλογές της 21ης Δεκεμβρίου ως μια πιθανή λύση για την κρίση που βιώνει η πλούσια βορειοανατολική περιφέρεια της Ισπανίας (16% του πληθυσμού, 19% του ισπανικού ΑΕΠ). Δεν υπάρχει κάτι που να βρίσκεται μακρύτερα από την αλήθεια. Στην πραγματικότητα, το αποτέλεσμα αποδεικνύει ότι το πρόβλημα κινδυνεύει να γίνει χρόνιο, να διασπάσει την κοινωνία και να έχει σημαντικές συνέπειες για την ισπανική πολιτική. Προτείνω πέντε σχετικές σκέψεις.

Ήττα Ραχόι

Έπειτα από μια πενταετία αυτονομιστικής «Διαδικασίας», η καταλανική κρίση επιδεινώθηκε. Όσο και αν ήταν αποτυχημένος ο μονομερής δρόμος (χωρίς διεθνή αναγνώριση και με τη φυγή άνω των τριών χιλιάδων επιχειρήσεων), τα αυτονομιστικά κόμματα διατηρούν την απόλυτη πλειοψηφία στο κοινοβούλιο της Βαρκελώνης (70 βουλευτές από τους 135, ενώ είχαν 72 στην τελευταία νομοθετική περίοδο), διότι ευνοήθηκαν από τον εκλογικό νόμο που λαμβάνει περισσότερο υπόψη του τις αγροτικές εκλογικές περιφέρειες. Κερδίζουν ενενήντα έξη χιλιάδες ψήφους σε σχέση με τον Σεπτέμβριο του 2015, αλλά χάνουν το 0,3%, λόγω της υψηλότατης συμμετοχής (81,9%), αποδεικνύοντας όμως ότι σχεδόν οι μισοί καταλανοί (47,5%) υπερασπίζονται τώρα την ανεξαρτησία της περιφέρειας. Άρα, ό, τι και αν έχει συμβεί, περίπου δύο εκατομμύρια καταλανοί εξακολουθούν να ψηφίζουν κόμματα υπέρ της ανεξαρτησίας. Συνεπώς, το πρόβλημα είναι πολιτικό και δεν είναι δυνατό να επιλυθεί μόνο με τα δικαστήρια και με την επιτροπεία της περιφέρειας: η ήττα του Ραχόι είναι επομένως ξεκάθαρη, αν ληφθεί μάλιστα υπόψη ότι το Λαϊκό Κόμμα εκλέγει μόνο 4 βουλευτές και συγκεντρώνει το 4,2% των ψήφων, ενώ μετατρέπεται σε μειοψηφικό κόμμα στην Καταλονία.

Οι δύο Καταλονίες

Η καταλανική κοινωνία είναι διχασμένη. Τα συνταγματικά κόμματα — Λαϊκό Κόμμα, Πολίτες και σοσιαλιστές— αυξάνουν τη συναίνεσή τους, συγκεντρώνοντας το 43,5% των ψήφων και 57 βουλευτές. Υπήρξε μια κινητικότητα στην ψήφο εντός του συνταγματικού μπλοκ: αυτοί που ενισχύθηκαν είναι οι Πολίτες (25,3%, 36 βουλευτές). Είναι η πρώτη φορά που ένα κόμμα μη καθαρά καταλανικό κερδίζει τις εκλογές στην Καταλονία: διαρρήχθηκε οριστικά η συναίνεση υπέρ της Καταλονίας, που υπήρχε από το τέλος της δικτατορίας του Φράνκο και η οποία είχε επιτρέψει τη διατήρηση μιας κάποιας ενότητας σε μια περιφέρεια που είχε υποδεχτεί πολλούς μετανάστες από την υπόλοιπη Ισπανία.
Υπάρχουν πλέον δύο Καταλονίες. Η διαίρεση είναι και γεωγραφική: το εσωτερικό της περιφέρειας ψηφίζει την ανεξαρτησία. Η Βαρκελώνη και η μητροπολιτική της ζώνη, καθώς και τα παράλια μέχρι την Ταραγόνα, ψηφίζουν εναντίον. Η πόλωση είναι ακραία. Έχει μάλιστα μετατραπεί σε ένα ταυτοτικό ρήγμα: αυτοί που ψηφίζουν κατά της ανεξαρτησίας είναι κυρίως ισπανικής καταγωγής, μιλάνε ισπανικά στο σπίτι και νιώθουν περισσότερο ισπανοί παρά καταλανοί (ή ισπανοί και καταλανοί ταυτόχρονα). Αυτοί που ψηφίζουν υπέρ της ανεξαρτησίας είναι κυρίως άνθρωποι που έχουν γεννηθεί στην Καταλονία, μιλάνε καταλανικά και αισθάνονται ότι είναι καταλανοί (ή περισσότερο καταλανοί από ισπανοί). Ο κίνδυνος είναι να μην γεφυρωθεί αυτό το ρήγμα και, σ’ αυτή την περίπτωση, παραμονεύει το φάντασμα της μετατροπής της περιοχής σε ένα είδος Όλστερ της Βόρειας Ιρλανδίας.

Το νέο πολιτικό σκηνικό

Το αποτέλεσμα των Πολιτών και του Λαϊκού Κόμματος θα έχει συνέπειες στην ισπανική πολιτική. Το Λαϊκό Κόμμα θα μπορούσε να χάσει μεσοπρόθεσμα την ηγεμονία της ισπανικής κεντροδεξιάς: το think tank του FAES (ΣτΜ: Ίδρυμα Κοινωνικής Ανάλυσης και Μελέτης), που ελέγχεται από τον πρώην πρωθυπουργό Χοσέ Μαρία Αθνάρ, στοιχηματίζει ήδη υπέρ των Πολιτών. Ο Ραχόι, που κυβερνά μειοψηφικά στη Μαδρίτη με την εξωτερική στήριξη του κόμματος του Άλμπερτ Ριβέρα, έχει συνειδητοποιήσει και γνωρίζει ότι, αν δεν θέλει να χάσει ψήφους από τα δεξιά, θα πρέπει να φανεί σκληρός με τους αυτονομιστές. Αυτό σημαίνει ότι η καταλανική κρίση θα γίνει ακόμη βαθύτερη.
Η μη εθνικιστική αριστερά βγαίνει από τις εκλογές σε μειονεκτική θέση. Οι σοσιαλιστές βελτιώνουν λίγο το αποτέλεσμά τους (13,9%, 17 βουλευτές), ενώ οι Comuns —η αριστερή εναλλακτική σύγκλιση υπό την ηγεσία της δημάρχου της Βαρκελώνης, Άντα Κολάου, και με τη στήριξη των Podemos— έχουν χειρότερο αποτέλεσμα από αυτό που είχαν πριν δύο χρόνια, συγκεντρώνοντας μόνο το 7,4% των ψήφων και 8 βουλευτές.
Σε μια κατάσταση ακραίας πόλωσης, ενισχύεται η δεξιά (οι Πολίτες και το κόμμα «Ενωμένοι για την Καταλονία» του καθαιρεμένου προέδρου Κάρλες Πουιτζντεμόντ). Εκείνοι που προτείνουν διάλογο και μια πολιτική διέξοδο (ομοσπονδιακή μεταρρύθμιση του Συντάγματος, όπως οι σοσιαλιστές και συμφωνημένο δημοψήφισμα πάνω στο σκοτσέζικο μοντέλο, όπως οι Comuns) συνθλίβονται. Η αριστερά πρέπει να επανεξετάσει τη στρατηγική της, γιατί οι Πολίτες πήραν πάρα πολλές ψήφους στις λαϊκές συνοικίες, που ιστορικά ψήφιζαν την αριστερά.

Η στρατηγική των αυτονομιστών

Οι αυτονομιστές νίκησαν, αλλά δεν έπεισαν. Πάνω από το ήμισυ του πληθυσμού είναι κατά της ανεξαρτησίας που, αυτή τη στιγμή, είναι μια ανέφικτη ουτοπία. Δεν είναι σαφές ποια θα είναι η στρατηγική τους: υπάρχει ο κίνδυνος να εξακολουθήσουν σαν την προηγούμενη διετία, προσπαθώντας μόνο να προκαλέσουν την αντίδραση του ισπανικού κράτους, με την ελπίδα ότι θα αυξηθεί η συναίνεση στην Καταλονία και θα υπάρξει μια διεθνής παρέμβαση. Μια στενόμυαλη και αυτοκτονική στρατηγική, που οφείλεται στην πάλη για την ηγεμονία εντός του αυτονομιστικού μπλοκ μεταξύ της παλαιάς «Δημοκρατικής Σύγκλισης για την Καταλονία», που τώρα έχει μετατραπεί στο εκλογικό ψηφοδέλτιο «Ενωμένοι για την Καταλονία», και της Ρεπουμπλικανικής Αριστεράς της Καταλονίας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση υπήρξε σαφής ως προς αυτό: το καταλανικό ζήτημα είναι ισπανική εσωτερική υπόθεση. Αυτό δεν αποκλείει επιπτώσεις που μπορεί να έχει η καταλανική κρίση πάνω στο ευρωπαϊκό σχέδιο, που βιώνει επίσης μια σημαντική κρίση, κυρίως μετά από το Brexit.

Ο ρόλος του δικαστικού σώματος

Η κατάσταση είναι, επομένως, εξαιρετικά περίπλοκη. Σε όλα αυτά προστίθεται ένα άλλο ζήτημα: τι κυβέρνηση θα σχηματιστεί; Οι αυτονομιστές χρειάζονται την ψήφο ή τουλάχιστον την αποχή των αντικαπιταλιστών του CUP, οι οποίοι, μολονότι δέχτηκαν ένα γερό χτύπημα (4,4%, 4 βουλευτές), μπορούν ακόμη να παίξουν ένα ρόλο κλειδί. Και ποιος θα είναι ο πρόεδρος; Ο Πουιτζντεμόντ είναι φυγόδικος στις Βρυξέλλες και, αν επιστρέψει στην Ισπανία, θα συλληφθεί. Άλλοι επτά αυτονομιστές βουλευτές είναι στην ίδια κατάσταση και είναι πιθανό να μην καταφέρουν να πάρουν μέρος στην εναρκτήρια συνεδρίαση, θέτοντας σε κίνδυνο την αυτονομιστική κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Το δικαστικό σώμα θα έχει ένα ρόλο κλειδί. Όσο και αν ζητάνε οι αυτονομιστές από τον Ραχόι να παρέμβει στα δικαστήρια, στην Ισπανία υπάρχει, όπως σε οποιαδήποτε δυτική δημοκρατία, η διάκριση των εξουσιών. Όταν τεθεί σε κίνηση, ο μηχανισμός της δικαστικής εξουσίας —όσο και να θεωρούμε δίκαιες ή λανθασμένες τις κατηγορίες και τις αποφάσεις που λαμβάνονται από τη γενική εισαγγελία και από τους δικαστές— δεν σταματά. Το πρόβλημα είναι τεράστιο, και το βιώνει ως τέτοιο και η κυβέρνηση του Λαϊκού Κόμματος αυτή τη στιγμή.
Θα δούμε τι θα συμβεί: στα μέσα Ιανουαρίου θα συγκροτηθεί το νέο Κοινοβούλιο και έπειτα από δέκα μέρες θα πραγματοποιηθεί η πρώτη συνεδρίαση για την ανάληψη καθηκόντων. Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι η καταλανική κρίση θα συνεχιστεί ακόμη για πολύ.

Μετάφραση: Τόνια Τσίτσοβιτς

* Ο Στίβεν Φόρτι είναι καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης και ερευνητής του Ινστιτούτου Σύγχρονης Ιστορίας του Νέου Πανεπιστημίου της Λισαβόνας. Συγγραφέας μαζί με τον Τζάκομο Ρούσο Σπένα του βιβλίου «Ada Colau, la città in comune» (Alegre, 2016) και επιμελητής, μαζί με τον Αρνάου Γκονζάλες ι Βιλάλτα και Ενρίκ Ουσελάι-Ντακάλ του βιβλίου «El proceso separatista en Cataluña. Análisis de un pasado reciente» (2006-2017) (Comares, 2017).