Πέρα από τη μεγέθυνση

Στις 29 Μαΐου έκλεισαν εννιά χρόνια από τότε που τον αποχωριστήκαμε -κυριολεκτικά και όχι με τις γνωστές πολιτικοϊδεολογικές μεταφορές, τόσο συνηθισμένες στην καθ’ ημάς αριστερά. Το ανεπίτρεπτο αυτού του αποχωρισμού φέρνει σε δύσκολη θέση τον απόντα και σε σκανδαλωδώς πλεονεκτική όσους τον μελετούν (και με τις δύο έννοιες) εν την απουσία του. Με αποκορύφωμα εκείνο το αδιανόητο ερώτημα που, ωστόσο, δεν παύει μερικές φορές να κατατίθεται: «Τι θα έκανε και τι θα έλεγε ο άλφα ή ο βήτα, αν ζούσε σήμερα».
Ο Άγγελος, υποψιασμένος σίγουρα για τέτοιες κακοτοπιές, φρόντισε να αφήσει όσο μπορούσε περισσότερα γραπτά, που μιλούν μόνα τους για όσα μπορούν να μιλήσουν, ακόμα και για τα μελλούμενα, χωρίς να χρειάζεται να προφητέψουν μέσω ερμηνευτών. Το μεγαλύτερο μέρος των γραπτών του βρίσκεται στα τεύχη του «Πολίτη», του περιοδικού που συνδέθηκε με ολόκληρη γενιά αριστερών, αλλά ιδίως με την ίδια τη ζωή του.
Με τη φροντίδα των ΑΣΚΙ το πολύτιμο αυτό υλικό έχει πια ψηφιοποιηθεί και μπορεί να το αναζητήσει όποιος το χρειαστεί στην ηλεκτρονική διεύθυνση των αρχείων (συγκεκριμένα: www.askiweb.eu).
Όχι μόνο εις μνήμην, αλλά και προς κατάδειξιν της ευρύτητας του πνεύματός του και των αντιλήψεών του, παρά την ισχυρογνωμοσύνη του, επιλέξαμε ένα κείμενο, που θα μπορούσε να το χαρακτηρίσει κάποιος επίκαιρο, ίσως και προπορευόμενο της εποχής μας, παρότι χρονολογείται προ δεκαετίας. Όσο για μας, τον θυμόμαστε πολύ πιο συχνά απ‘ ό,τι υποχρεώνουν οι επέτειοι -και δεν γίνεται αλλιώς.

elefadis-2

Του Άγγελου Ελεφάντη

Στις 18 Μαρτίου 1968, μερικές εβδομάδες πριν από τη δολοφονία του, ο Ρόμπερτ Κέννεντυ, αδελφός του, επίσης δολοφονηθέντος το 1963, προέδρου των ΗΠΑ Τζων Φιτζέραλντ Κέννεντυ, εξεφώνησε ένα βαρυσήμαντο λόγο στο Πανεπιστήμιο του Κάνσας, από τον οποίο παραθέτω το παρακάτω απόσπασμα:
Το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν μας παίρνει υπόψη του στους λογαριασμούς του τη ρύπανση της ατμόσφαιρας, τη διαφήμιση για τον καπνό και τις διαδρομές των ασθενοφόρων που περιμαζεύουν τους τραυματίες των αυτοκινητιστικών ατυχημάτων από τους δρόμους μας. Καταγράφει λογιστικά τα συστήματα ασφαλείας που εγκαθιστούμε για να προστατεύουμε τις κατοικίες μας, και το κόστος των φυλακών όπου εγκλείονται όσοι καταφέρνουν να τις διαρρήξουν. Το ΑΕΠ ενσωματώνει το κόστος της καταστροφής των δασών σεκόιας και την αντικατάστασή τους από μια πολεοδομία πολυπλόκαμη και χαοτική. Περιλαμβάνει την παραγωγή του ναπάλμ, των πυρηνικών όπλων και τεθωρακισμένων οχημάτων της αστυνομίας, προορισμένων να καταστέλλουν τις ταραχές στις πόλεις μας. Καταγράφει λογιστικά την κατασκευή του τυφεκίου Whitman και του μαχαιριού Speck, όπως και προγράμματα τηλεόρασης που εξυμνούν τη βία, με σκοπό την πώληση παιχνιδιών που αντιστοιχούν στα παιδιά μας.
Αντίθετα, το ΑΕΠ δεν υπολογίζει την υγεία των παιδιών μας, την ποιότητα της εκπαίδευσής τους ή τη χαρά των παιχνιδιών τους. Δεν μετρά την ομορφιά της ποίησής μας ή τη σταθερότητα των γάμων μας. Δεν ονειρεύεται να αποτιμήσει την ποιότητα των πολιτικών μας συζητήσεων ή την ακεραιότητα των κοινοβουλευτικών μας αντιπροσώπων. Δεν παίρνει υπόψη το θάρρος μας, την κουλτούρα μας ή τη σοφία μας. Με δυο λόγια, το ΑΕΠ μετράει τα πάντα, εκτός απ’ ό,τι κάνει τη ζωή ν’ αξίζει για να τη ζήσει κανείς.*
Ο Ρόμπερτ Κέννεντυ μ’ αυτούς τους δύο αντικριστούς καταλόγους, αναδεικνύει δραστηριότητες υψηλού αντικοινωνικού, έως και ανήθικου, κόστους, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό του ΑΕΠ, οι ρυθμοί μεγέθυνσής του, κοντολογίς ο πλούτος του Έθνους («Ο πλούτος των Εθνών», κατά τη μνημειώδη έκφραση του Άνταμ Σμιθ). Είναι αυτονόητο ότι ο κατάλογος αυτός μπορεί να μακρύνει πολύ, ενσωματώνοντας όχι μόνο αντικοινωνικές δραστηριότητες και το αντίστοιχο οικονομικό τους κόστος αλλά και τις πιο σημαντικές κοινωνικές δραστηριότητες (και το οικονομικό τους κόστος), όπως εκείνες που εξασφαλίζουν την παραγωγή και κυκλοφορία χρήσιμων αγαθών, χάρη στα οποία οι άνθρωποι, καταναλώνοντάς τα, μπορούν να ζουν και να βελτιώνουν συνεχώς το επίπεδο της ζωής τους. Το χαρακτηριστικό όμως γνώρισμα αυτού του πρώτου καταλόγου του Ρόμπερτ Κέννεντυ είναι ότι όλες οι δραστηριότητες που περιλαμβάνει και που δύναται να περιλάβει (οι υπουργοί των Οικονομικών, όπως και ο δικός μας ο Αλογοσκούφης, καταγράφουν λεπτομερώς όλα τα σχετικά κονδύλια, διογκώνοντάς τα μάλιστα) είναι ποσοτικές αποτιμήσεις, είναι χρηματικές μονάδες αθροιζόμενες από το 1 έως πολλά δισεκατομμύρια ευρώ τον χρόνο. […]
Να συμπληρώσω, λοιπόν, ότι η μια πλευρά του καταλόγου του Κέννεντυ αποτελεί για όλους, αριστερούς και δεξιούς, την οικονομία της κάθε χώρας, πάνω στην οποία ασκείται η οικονομική πολιτική. Αριστερά και Δεξιά στόχο έχουν τη Μεγέθυνση (μεταφραζόμενη σε μαρξιστική ορολογία είναι η «ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων»), μόνο που η Αριστερά είχε και έχει – εκτός από τον «απώτερο» στόχο του σοσιαλισμού, που ως «απώτερος» μένει εκεί που είναι, άλλη συζήτηση αυτή μια οικονομική πολιτική με στόχο ισχυρές ή λιγότερο ισχυρές αναδιανεμητικές τάσεις του ΑΕΠ. Ώστε στον βαθμό που επιτυγχάνονται αυτοί οι στόχοι, εκείνη η διαίρεση του συνολικού ΑΕΠ δια του πληθυσμού, που σε κάθε άτομο απομένει ένα ορισμένο ποσό – 28.000 δολάρια στην περίπτωση της Ελλάδας για το 2007 ή 21.000 ευρώ – το πηλίκο αυτό ή «κατά κεφαλή εισόδημα» να μην είναι τόσο πλασματικό και βλέποντάς το να βάζουμε τα γέλια ή τα κλάματα. Πού ακούστηκε μια τετραμελής οικογένεια από τις κατώτερες τάξεις να έχει ετήσιο εισόδημα 28.000 Χ 4 = 112.000 δολάρια ή 21.000 Χ 4 = 84.000 ευρώ τον χρόνο, όταν ο καθένας γνωρίζει ότι με δύο μηνιαίους μισθούς των 1.000 ευρώ έκαστος, αυτή η συγκεκριμένη οικογένεια έχει εισόδημα περίπου 25.000 ευρώ τον χρόνο. […]

Οι κοινωνικές αξίες

elefadis-1

Θα ήθελα όμως να επιστρέψω στο άλλο κατάστιχο του καταλόγου του Ρόμπερτ Κέννεντυ. Σ’ αυτό το κατάστιχο, οι δραστηριότητες που καταγράφονται είναι, όπως ήδη έγραψα, υψηλής κοινωνικής αξίας. Τόσο πολύ υψηλής κοινωνικής αξίας που αν δεν υπήρχαν, αν δηλαδή λαμβάνονταν υπ’ όψη μόνο οι εκ-χρηματισμένες – εμπορευματοποιημένες αξίες (αγαθά – εμπορεύματα και υπηρεσίες), τότε τη ζωή εκτός από το ότι ήταν απόλυτα σχηματοποιημένη, θα τη διέκριναν μεγάλες μορφές αποστέρησης και στέρησης, δηλαδή θα ήταν φτωχή. Δεν θα άξιζε τον κόπο να τη ζήσει κανείς.
Δεν μπορώ να εξεικονίσω αυτή τη διάσταση παρά μόνο παραδειγματικά. Κι αρχίζω τον δικό μου κατάλογο, θέτοντας διάφορα ερωτήματα. Πώς να αποτιμηθεί η συνοδεία των νεκρών μας στην τελευταία τους κατοικίας, εκτός από το κόστος της ταρίφας στους παπάδες, τους νεκροθάφτες και σ’ εκείνο το φαιόχρουν μαυροζούμι που ονομάζεται καφές νεκροταφείου; Ποιο είναι το οικονομικά αποτιμήσιμο κόστος της αφοσίωσης στην πατρίδα, του θάρρους μας, της σοφίας μας, της φιλαλληλίας μας; Είναι προφανές ότι αυτή η αποτίμηση δεν μπορεί να γίνει με όρους κόστους. Κόστος έχουν οι στρατιωτικές δαπάνες και η στρατιωτική εκπαίδευση – πολύ μεγάλο άλλωστε. Αλλά η αφοσίωση στην πατρίδα μας; Πόσο αμείβεται ο θαρραλέος πολίτης ή ο αφοσιωμένος στην πατρίδα του πολίτης; Τα παιχνίδια των παιδιών μας, βέβαια, κοστίζουν (αεροπλανάκια, κομπιούτερ, προγράμματα κλπ), και καταγράφεται το κόστος τους στο ΑΕΠ. Η χαρά του παιχνιδιού όμως; Ποιος ηλίθιος θα την κοστολογήσει; Κι όμως αυτή η χαρά είναι προϊόν μεγάλης διανοητικής, σωματικής και ψυχικής ενέργειας. Εκείνο που ο ηλίθιος μπορεί να κάνει είναι να καταργήσει τα παιχνίδια, να τα αφήσει να κείτονται στις νοσταλγικές αναμνήσεις της γιαγιάς ή του παππού, όπως η αμπάριζα, το κυνηγητό, το κουτσό, η μακριά γαϊδούρα, τα πεντόβολα, η τσιλίκα (οι κούκλες σώζονται, αλλά ως Μπίμπυ Μπο, πανάκριβη, αν και αυτή έχει πάει αρχείο), άπειρα άλλα παιχνίδια που αν καταγράφονταν όσα υπήρξαν στους διάφορους πολιτισμούς και κοινωνίες μόνο των τελευταίων εκατό ετών, ο κατάλογος θα ήταν απέραντος και αιφνιδιαστικός για τον πλούτο του. Πόσο κοστίζει ένα πεζογράφημα, ένα ποίημα, ένα τραγούδι της παρέας; Βέβαια ένα βιβλίο – ποίημα κοστίζει και η αμοιβή του λογοτέχνη είναι πια σημαντική. Αλλά το ίδιο το ποίημα, αυτό που γράφεται σήμερα ή αυτό που μας έχει περιέλθει από τις προηγούμενες γενιές, ο Αλογοσκούφης δεν μπορεί να το βάλει στο ΑΕΠ. Πόσο κοστίζει ο έρωτας, οι καλοί τρόποι, η παρέα, η συνεργασία, η συντροφικότητα, η φιλαλληλία, η φιλία, η φιλότητα;
Οι οικονομολόγοι, αν τους θέσουμε το ερώτημα, θα μας θεωρήσουν αναχρονιστικούς. Όμως, χωρίς τις προηγούμενες αρετές του βίου, χωρίς προσφορά στους άλλους, ως δωρεά ψυχής και αμοιβαίας ανταπόδοσης, που ωστόσο είναι ατομικές και συλλογικές δραστηριότητες υψηλής συναισθηματικής – ψυχικής ενέργειας και ευγένειας, χωρίς αυτές, λοιπόν, τη δωρεά ψυχής ούτε οι ίδιοι οι λαϊφσταϊλάτοι ποζεράδες (από την πόζα), οι αγραβάτωτοι ή γραβατωμένοι προγραμματιστές δεν θα μπορούσαν να ζήσουν μία στιγμή. Πόσο κοστίζει το μαγείρεμα και το σερβίρισμα στο σπίτι; Κοστίζουν τα υλικά. Κοστίζουν οι καρέκλες, τα κατσαρολικά, τα μαχαιροπήρουνα, τα πιάτα, το ρεύμα, το σπίτι που μας σκεπάζει, το τραπέζι, τα τραπεζομάντηλα, το ίδιο όμως το μαγείρεμα, που είναι σίγουρα προσφορά και ζήτηση, χωρίς όμως τη μεσολάβηση του χρήματος, δεν είναι εμπόρευμα (γι’ αυτό το μαγείρεμα συμβαίνει ολοένα και πιο σπάνια και τη θέση του παίρνει το έτοιμο φαγητό. Φρίκη!). πόσο κοστίζει η διδασκαλία, η περιποίηση, η φύλαξη του μικρού παιδιού; Πόσο κοστίζει η περιποίηση, η φύλαξη των αρρώστων, των γερόντων, των ετοιμοθάνατων; Υψηλότατα κοινωνικές αυτές οι υπηρεσίες. Αλλά καλύφτηκαν κάπως. Ζήτω οι Αλβανίδες, οι Βουλγάρες και οι Ουκρανές! … Μ’ ένα τεράστιο όμως φορτίο περιφρόνησης, που το κουβαλάνε τα τελευταία σακάτικα βήματα του απόμαχου της ζωής ή του μικρού παιδιού που μπαίνει στη ζωή μέσα στην ξενότητα και τη στέρηση της στοργής. Πόσο κοστίζουν οι δενδροστοιχίες, οι δρόμοι, οι πλατείες στις άδενδρες πόλεις μας; Πάρα πολλά. Κάτι λίγα δίνουν ο Αλογοσκούφης και ο Σουφλιάς. Κάτι πολύ λίγα. Το ξέρουμε, γιατί το ζούμε. Και τα υπόλοιπα; Κανείς. Και τα στερούμαστε αφού πλέον τίποτα δεν προέρχεται από τη συνέργεια των πολιτών. Πόσο κοστίζουν τα δώρα που δεχόμαστε και εκείνα που υποχρεωτικώς ανταποδίδουμε; Δεν εννοώ τους κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα …
Αυτοί οι λογαριασμοί δεν περιέχονται στο ΑΕΠ, δεν υπάγονται στη διαδικασία της Μεγέθυνσης, εκτός βέβαια από τον πυλώνα του αστικού βίου και Δικαίου, δηλαδή τις κληρονομικές παροχές. Και πόσο κοστίζει η διαβίωση των ανασφάλιστων ή αυτών με την ελάχιστη σύνταξη που το νέο-δημοκρατικό σχέδιο θέλει να τις κάνει ελαχιστότατες; Ή των ανέργων; Περιμένουμε να το μάθουμε. Πόσο κοστίζουν η «ακεραιότητα» των κοινοβουλευτικών μας εκπροσώπων, η «κουλτούρα» μας, οι πολιτικές μας συζητήσεις; Ας αφήσουμε αυτά τα κεννεντυανά ερωτήματα, όπως τα άφησε και ο Ρόμπερτ Κέννεντυ μετά από τις σφαίρες που τον έστειλαν στον άλλο κόσμο. Αλλά η απάντηση στο ερώτημα του κόστους της κουλτούρας που καταναλώνουμε δόθηκε από τη βιομηχανία της κουλτούρας, που την ενέταξε πλήρως στις εμπορευματοποιημένες και τις πιο ακριβές διαδικασίες, πολύ περισσότερο που πάρα πολλά προϊόντα αυτής της βιομηχανίας αντικαθίστανται πιο γρήγορα απ’ τα κινέζικα φανελάκια.

Περισσότερα ή πιο αναγκαία;
elefadis-3
Και εν πάση περιπτώσει, αφήνοντας στην άκρη τον κατάλογο με τα «ψιλολοϊδια», σαν κι αυτά που κατέγραψα παραπάνω, ο κατάλογος αγαθών που ενδιαφέρει τους ανθρώπους και πασχίζουν ν΄ αποκτήσουν όσο το δυνατόν περισσότερα απ΄ αυτά, είναι άλλος. Περιέχει αυτοκίνητα όλο και μεγαλύτερα, όλο και περισσότερα, διακοπές, διαμερίσματα, διασκέδαση – ψυχαγωγία, έπιπλα, ηλεκτρονικά σύνεργα επικοινωνίας, καλλυντικά, ενδιαιτήματα δεύτερης και τρίτης κατοικίας, ιατρικές υπηρεσίες, οικιακά αξεσουάρ – ων ουκ έστι αριθμός – νομικές υπηρεσίες, πλεούμενα, ταξίδια, τις ποικιλώνυμες υπηρεσίες καλλωπισμού ή εναντίον της γήρανσης, φάρμακα, οικονομικοτεχνικές υπηρεσίες, «ειδικών» στην οργάνωση της καθημερινής ζωής και εργασίας. Κι ένα σωρό άλλα πράγματα, άυλα και υλικά που δεν γνωρίζω καν την ύπαρξή τους και τα οποία όλα μαζί διαμορφώνουν τον καταναλωτικό διάκοσμο του σύγχρονου κόσμου. Μαζί και των δικών μας, της νεοελληνικής κοινωνίας, του Νεοέλληνα και της Νεοελληνίδας.
Αλλά, ας δούμε, τι γίνεται με κάποια άλλα αγαθά, από τα απολύτως απαραίτητα για τη ζωή. Την αγκαλιά της νύχτας, τον αέρα που αναπνέουμε, την αποχέτευση, τη δροσιά στην κάψα του καλοκαιριού, τον έναστρο ουρανό, την ησυχία μέσα στην τύρβη και τη βαβούρα της πόλης, το νερό που πίνουμε, την ευκρασία των αέρων της γης, τον ήλιο, τον ήσυχο ύπνο, τη σιγαλιά της νύχτας, τη σιέστα, τον τόπο περπάτημα, για ρέμβη, το φως. Όλα αυτά, τα απολύτως απαραίτητα για τη ζωή, ήταν δωρεά της φύσης στον άνθρωπο. Ήταν, αλλά σε μεγάλο βαθμό έπαψαν να είναι, έγιναν κι αυτά εμπορεύματα ακριβά που τα συλλαμβάνουν οι κατάλογοι του Αλογοσκούφη και των οποίων η κατανάλωση κυρίως κατευθύνεται προς τα υψηλότερα βαλάντια, ενώ τα φτωχότερα τα στερούνται απελπιστικά και βολεύονται με χαψιές από δω κι από κει, με αποδράσεις ευκαιριακές, έξω από την καθημερινότητα.
Ο αγχωτικά διευρυνόμενος καταναλωτικός διάκοσμος, τόσο διευρυμένος πια που οι τρόποι ζωής δεν είναι παρά ένας τρόπος κατανάλωσης υποτάσσεται στη μεγιστοποίηση της Μεγέθυνσης. Μεγέθυνση της παραγωγής, μεγέθυνση των εισοδημάτων που εγκαλούν τη μεγέθυνση της κατανάλωσης, ώσπου να γίνει μονόδρομος που αποβάλλει συστηματικά άλλες κοινωνικές πρακτικές και τις συνάδουσες αξίες – τις μη εμπορευματοποιημένες. Αυτό είναι το δώρο του φιλελευθερισμού στις σύγχρονες κοινωνίες, καθώς σφιχταγκαλιάστηκε με την καπιταλιστική παραγωγή, και οι δυο μαζί πνίγουν τον κόσμο.

Οι αξίες μιας σύγχρονης αριστεράς

Έλεγα στην αρχή ότι, για τη σύγχρονη Αριστερά και για τη σύγχρονη Δεξιά, ο ορίζοντάς τους για την οργάνωση της αντίστοιχης οικονομικής πολιτικής είναι η οικονομική Μεγέθυνση. Στο πλαίσιο της όποιας οικονομικής Μεγέθυνσης, η Δεξιά προσπαθεί να διασφαλίσει τη Μεγέθυνση της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Και τη διασφαλίζει σε έκταση παγκόσμια και με ρυθμούς ανήκουστους, καταστρέφοντας κάθε ανάσα και ρωγμή που έρχεται από άλλους κόσμους. Έτσι αποδίδεται σε κάθε άνθρωπο ένα πλασματικό πηλίκον: το συνεχώς μεγεθυνόμενο κατά κεφαλήν εισόδημα, την αύξουσα κατά κεφαλήν κατανάλωση και την ολοκληρωτική υπαγωγή των ανθρώπων στον σάλαγο της κατανάλωσης.
…Και η Αριστερά επίσης στο πλαίσιο της όποιας οικονομικής Μεγέθυνσης προσπαθεί να πετύχει ισχυρούς, ει δυνατόν, διανεμητικούς στόχους. Και δεν το πετυχαίνει, η ψαλίδα μονίμως ανοίγει, μολονότι δεν πεινάμε πια. Μήπως θα ’πρεπε η Αριστερά να αναδείξει με την πολιτική της όχι μόνο όσα προκύπτουν από την παραγωγή και οδηγούν στη Μεγέθυνση αλλά και όσα τίθενται ή μπορούν να τεθούν έξω από τον ορίζοντα της Μεγέθυνσης, να επαναξιοδοτήσει πρακτικές υψηλής κοινωνικής αξίας αλλά σχεδόν μηδενικής εμπορευματικής αξίας, όπως επίσης να δοθεί η δυνατότητα στους ανθρώπους να επινοήσουν και άλλες, μη εκ-χρηματισμένες. Πρακτικές που δεν οδηγούν στην αυτοκρατορία της Αυτού Μεγαλειότητας το Εμπόρευμα. Σαν κι αυτές που, παραδειγματικά, κατέγραψα πιο πάνω και που προκύπτουν από την αφιλοκέρδεια, τη συνεργασία, τη φιλαλληλία, τη φιλότητα, με τις υψηλές κοινωνικές αξίες, να πλήξει δηλαδή την καπιταλιστική συσσώρευση στον πυρήνα της, τη Μεγέθυνση.
Η καπιταλιστική συσσώρευση στηρίζεται στην εκμετάλλευση της παραγωγικής δύναμης των εργαζομένων, στην κάρπωση της υπεραξίας. Αυτό είναι το «θαύμα» του φιλελευθερισμού. Όμως στηρίζεται επίσης στην εκμετάλλευση της φύσης. Σωστό κι αυτό. Δεν μπορεί να ζήσει ο άνθρωπος παρά εκμεταλλευόμενος τη φύση, όπως επίσης δεν μπορεί να υπάρξει καπιταλιστική συσσώρευση χωρίς εκμετάλλευση της φύσης: να εξαχθούν απ’ αυτή και να χρησιμοποιηθούν αγροί, αέρια, έλαια, κρέας, λαχανικά, μεταλλεύματα, νερό, υγρά καύσιμα, φρούτα, ψάρια, ό,τι τρώγεται γενικώς, μαζί και άμμος, πέτρες, χαλίκια.
Η εκμετάλλευση των ορίων της εργατικής δύναμης με σκοπό τη συσσώρευση, αποδείχτηκε πολύ ελαστική παρά τις πολλές μορφές που έχει λάβει ιστορικά. Όλο και αναβάλλεται ή αναστέλλεται η αποτίναξη της υπαγωγής της εργατικής δύναμης στη δυναστεία του κεφαλαίου. Και, βέβαια αυτή η υπαγωγή δεν είναι μοίρα, μπορεί να ανατραπεί. Οτιδήποτε είναι ανθρώπινο, μπορεί με ανθρώπινο τρόπο να ανατραπεί, να αλλάξει.
Αντίθετα, τα όρια της εκμετάλλευσης της φύσης αποδεικνύονται ανελαστικά. Η εξάντληση της φύσης έχει φτάσει στο σημείο να απειλεί ακόμα και τις καθόλου προϋποθέσεις της ζωής πάνω στον πλανήτη. Δεν θα ’πρεπε η Αριστερά τούτο τον στόχο, τη διάσωση της φύσης, να τον αναδείξει κατά προτεραιότητα, ώστε μαζί με τη φύση να σωθούν και οι άνθρωποι; Όσο και να το ψάχνουμε το ζήτημα ένας είναι ο τρόπος: δραστική μείωση της Μεγέθυνσης, που συνεπάγεται, αφεύκτως, δραστική μείωση της κατανάλωσης. Αυτή θα ήταν μια νέα μορφή ηγεμονίας της Αριστεράς, να αξιοδοτήσει ένα νέο καταναλωτικό ήθος.

*Το απόσπασμα από τον λόγο του Κέννεντυ αναφέρεται από τον Ζαν – Κλωντ Μισεά, στο βιβλίο του Η αυτοκρατορία του ελάσσονος κακού, που θα κυκλοφορήσει προσεχώς από τις εκδόσεις Πόλις, σε μετάφραση δική μου.