Παιδιά της Αφρικής

Το τε­λευ­ταίο διά­στη­μα με­τα­φρά­στη­καν στα ελ­λη­νι­κά τρία βι­βλία στα ο­ποία πρω­τα­γω­νι­στούν παι­διά, ε­φή­βοι και νέ­οι α­πό την Αφρι­κή. Παι­διά και έ­φη­βοι που με­γα­λώ­νουν ε­κεί, υ­πο­χρεω­μέ­να να δια­χει­ρί­ζο­νται κά­θε εί­δους δυ­σκο­λίες, έρ­χο­νται α­ντι­μέ­τω­πα με τη βία και κά­πο­τε ο­δη­γού­νται στην α­πό­φα­ση να πά­ρουν α­κό­μα και τον δρό­μο της προ­σφυ­γιάς. Το προ­φίλ των τριών συγ­γρα­φέων εί­ναι δια­φο­ρε­τι­κό: ο συγ­γρα­φέ­ας και μου­σι­κός Γκαέλ Φάιγ έ­χει γεν­νη­θεί στο Μπου­ρού­ντι, το 1982, αλ­λά με­τά το ξέ­σπα­σμα του πο­λέ­μου, το 1994, πή­γε στη Γαλ­λία, ε­νώ τα τε­λευ­ταία δύο χρό­νια ζει στο Κι­γκά­λι, την πρω­τεύου­σα της Ρουά­ντα. Η Μι­κρή πα­τρί­δα εί­ναι το πρώ­το του μυ­θι­στό­ρη­μα. Ο Τζου­ζέ­πε Κα­το­τσέ­λα εί­ναι Ιτα­λός – το βι­βλίο του εί­ναι καρ­πός έ­ρευ­νας και α­να­ζή­τη­σης την ο­ποία ξε­κί­νη­σε ό­ταν πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε την ι­στο­ρία της νε­α­ρής Σο­μα­λής την ο­ποία α­πο­φά­σι­σε να α­φη­γη­θεί. Τέ­λος, ο Οντζά­κι, στον ο­ποίο έ­χει α­να­φερ­θεί και πα­λιό­τε­ρα η Επο­χή (16.06.2018), γεν­νή­θη­κε στην Αγκό­λα, στη Λουά­ντα, το 1977, και το Κα­λη­μέ­ρα σύ­ντρο­φοι εί­ναι ε­πί­σης το πρώ­το του μυ­θι­στό­ρη­μα. Τα βι­βλία των Φάιγ και Οντζά­κι εί­ναι μυ­θι­στο­ρή­μα­τα με πο­λύ έ­ντο­να αυ­το­βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία, ε­νώ ε­κεί­νο του Κα­το­τσέ­λα α­φη­γεί­ται, με τον δι­κό του τρό­πο, μια α­λη­θι­νή ι­στο­ρία.

«Τό­τε… για­τί πο­λε­μά­νε με­τα­ξύ τους οι Τού­τσι με τους Χού­του;»

Στο δι­κό του μυ­θι­στό­ρη­μα, ο Φάιγ μάς διη­γεί­ται την ι­στο­ρία του δε­κά­χρο­νου Γκα­μπριέ­λ, παι­διού α­πό πα­τέ­ρα Γάλ­λο και μη­τέ­ρα α­πό τη Ρουά­ντα, η ο­ποία ό­μως έ­χει κα­τα­φύ­γει στο Μπου­ρού­ντι, πρό­σφυ­γας α­πό το 1963, για να σω­θεί α­πό τον εμ­φύ­λιο στη χώ­ρα της, ε­νώ στη νέα χώ­ρα της έρ­χε­ται α­ντι­μέ­τω­πη με τη φτώ­χια, τον α­πο­κλει­σμό, την ξε­νο­φο­βία, την α­πόρ­ρι­ψη. Ο Γκα­μπριέλ με­γα­λώ­νει τη δε­κα­ε­τία του 1990 κά­που στην Μπου­ζου­μπού­ρα, την πρω­τεύου­σα του Μπου­ρού­ντι. Ξαφ­νι­κά ο α­νέ­με­λος και προ­νο­μιού­χος κό­σμος του (θεω­ρεί­ται Γάλ­λος υ­πή­κοος) αρ­χί­ζει να ρα­γί­ζει ό­ταν α­κού­γο­νται οι πρώ­τοι πυ­ρο­βο­λι­σμοί του εμ­φύ­λιου πο­λέ­μου με­τα­ξύ Χού­του και Τού­τσι που θα ε­ξε­λιχ­θεί σε πραγ­μα­τι­κή γε­νο­κτο­νία, ε­νώ πα­ράλ­λη­λα βιώ­νει τη δύ­σκο­λη σχέ­ση των γο­νιών του που σι­γά-σι­γά ο­δη­γεί­ται στη ρή­ξη.
Όλα αυ­τά εί­ναι έ­νας ο­δυ­νη­ρός αιφ­νι­δια­σμός για τον Γκα­μπριέλ – «πραγ­μα­τι­κά δεν ξέ­ρω πώς ξε­κί­νη­σε αυ­τή η ι­στο­ρία», λέει α­φο­πλι­στι­κά στην πρώ­τη πρό­τα­ση του βι­βλίου, και πα­ρα­κά­τω: «α­κό­μα α­να­ρω­τιέ­μαι ποια στιγ­μή οι φί­λοι μου κι ε­γώ αρ­χί­σα­με να φο­βό­μα­στε». Τα πά­ντα γύ­ρω του, στη χώ­ρα και την οι­κο­γέ­νειά του, κα­ταρ­ρέ­ουν και ε­κεί­νος πα­σχί­ζει να κα­τα­λά­βει πό­τε έ­γι­νε «η αρ­χή του τέ­λους της ευ­τυ­χίας».
Κα­θώς στο φό­ντο α­πο­τυ­πώ­νε­ται ό­λη η δύ­σκο­λη α­νη­φό­ρα με­τά το τέ­λος της α­ποι­κιο­κρα­τίας, ο μι­κρός Γκα­μπριέλ δυ­σκο­λεύε­ται να συ­νει­δη­το­ποιή­σει την ο­δυ­νη­ρή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα («κα­τά­λα­βα πως εί­χα ε­ξο­ρι­στεί α­πό την παι­δι­κή μου η­λι­κία»), ε­νώ η τρα­γι­κή α­να­γκα­στι­κή προ­σω­πι­κή ε­μπλο­κή του στη βία δεν συ­νε­πά­γε­ται μό­νο ε­ξο­ρία και προ­σφυ­γιά, αλ­λά τραύ­μα­τα πο­λύ βα­θύ­τε­ρα.
Το θέ­μα της ε­πι­στρο­φής ε­πα­νέρ­χε­ται στο βι­βλίο («έ­χει γί­νει εμ­μο­νή αυ­τή η ε­πι­στρο­φή»), ό­σο κι αν την α­πορ­ρί­πτει, νιώ­θο­ντας συ­νά­μα ό­τι «δεν κα­τοι­κώ που­θε­νά πλέ­ον» – εί­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό άλ­λω­στε ό­τι ο συγ­γρα­φέ­ας λέει στους New York Times ό­τι για μή­νες με­τά την ά­φι­ξή του στη Γαλ­λία δεν ά­δεια­ζε τις βα­λί­τσες του και κά­θε μέ­ρα έ­βγα­ζε ό,τι χρεια­ζό­ταν για το σχο­λείο και με­τά το ξα­νά­βα­ζε πί­σω.

«Πό­τε θα τε­λειώ­σει αυ­τός ο κα­τα­ρα­μέ­νος πό­λε­μος»

Ο πό­λε­μος στη Σο­μα­λία έ­χει πια ο­λό­κλη­ρες δε­κα­ε­τίες πί­σω του. Σε αυ­τόν τον πό­λε­μο που ρη­μά­ζει αυ­τή την τό­σο ό­μορ­φη χώ­ρα μάς με­τα­φέ­ρει το βι­βλίο του Τζου­ζέ­πε Κα­το­τσέ­λα, κα­θώς α­φη­γεί­ται την α­λη­θι­νή ι­στο­ρία της Σα­μία Γιου­σούφ Ομά­ρ, της νε­α­ρής δρο­μέα που εκ­προ­σώ­πη­σε τη Σο­μα­λία στους Ολυ­μπια­κούς Αγώ­νες του Πε­κί­νου, το 2008, ζώ­ντας πά­ντα με τη λα­χτά­ρα να ε­πα­να­λά­βει αυ­τή την εκ­προ­σώ­πη­ση στους Ολυ­μπια­κούς του Λον­δί­νου, το 2012. Στις σε­λί­δες του δια­βά­ζου­με για τις δύ­σκο­λες συν­θή­κες προ­πό­νη­σης, για τα δύ­σκο­λα ό­νει­ρα τε­λι­κά, ε­νώ ό­λα γί­νο­νται α­κό­μα δυ­σκο­λό­τε­ρα υ­πό την κυ­ριαρ­χία της Αλ-Σα­μπά­μπ, ορ­γά­νω­σης την ο­ποία στή­ρι­ζε η Αλ-Κάι­ντα (ό­που η Σα­μία α­να­γκά­ζε­ται να προ­πο­νεί­ται σε κα­θε­στώς η­μι­πα­ρα­νο­μίας, και μά­λι­στα με μπούρ­γκα).
Το μυ­θι­στό­ρη­μα α­πο­κτά μια πραγ­μα­τι­κή δρα­μα­τι­κό­τη­τα στο τε­λευ­ταίο μέ­ρος του, ό­ταν η Σα­μία παίρ­νει την α­πό­φα­ση να φύ­γει. Πρώ­τη στά­ση στην Αντίς Αμπέ­μπα, ό­που βρί­σκε­ται α­ντι­μέ­τω­πη με την α­δυ­να­μία να πά­ρει πο­λι­τι­κό ά­συ­λο, ε­νώ τε­λι­κά, τον Ιού­λιο του 2011, έ­χο­ντας μό­λις κλεί­σει τα εί­κο­σι, α­πο­φα­σί­ζει να κά­νει «το Τα­ξί­δι» προς την Ευ­ρώ­πη. Δια­κι­νη­τές, τα­πει­νώ­σεις, κλο­πές, βία, εκ­βια­σμοί, ντρο­πή, φό­βος, συ­νε­χής κίν­δυ­νος, α­διά­κο­πη α­γω­νία, συ­να­ντή­σεις με τον θά­να­το σε κά­θε βή­μα, μέ­χρι που «α­πό ε­σέ­να μέ­νει μό­νο η σκιά που ζη­τά­ει να ε­πι­βιώ­σει». Πρώ­τα στο Σου­δάν, με­τά η ε­φιαλ­τι­κή διά­βα­ση της Σα­χά­ρας, η Λι­βύη, και τέ­λος το με­γά­λο βή­μα, η τυ­φλή βου­τιά στη Με­σό­γειο, τον Απρί­λιο του 2012, τρεις πε­ρί­που μή­νες πριν α­πό τους Ολυ­μπια­κούς Αγώ­νες του Λον­δί­νου.
Ο συγ­γρα­φέ­ας ε­πι­λέ­γει την πρω­το­πρό­σω­πη α­φή­γη­ση, εγ­χεί­ρη­μα έ­τσι κι αλ­λιώς πα­ρα­κιν­δυ­νευ­μέ­νο, το ο­ποίο εκ των πραγ­μά­των θέ­τει έ­να πλαί­σιο με πολ­λα­πλά ζη­τή­μα­τα: μια πραγ­μα­τι­κή προ­σω­πι­κή ι­στο­ρία μιας έ­φη­βης γυ­ναί­κας α­πό μια τα­ραγ­μέ­νη πε­ριο­χή της Αφρι­κής, ό­πως την α­φη­γεί­ται η φω­νή ε­νός Ευ­ρω­παίου άν­δρα, ο ο­ποίος τη συ­νέ­θε­σε με­τά α­πό έ­ρευ­να. Ο συγ­γρα­φέ­ας πά­ντως ε­πι­λέ­γει να α­ξιο­ποιή­σει ό­σο μπο­ρεί τα συ­γκι­νη­σια­κά στοι­χεία της ι­στο­ρίας (αν και κά­ποια πραγ­μα­το­λο­γι­κά στοι­χεία εί­ναι λί­γο πιο πε­ρί­πλο­κα απ’ ό­σο τα πα­ρου­σιά­ζει – π.χ. το κχατ (ή τσατ ή κατ) δεν εί­ναι α­πλώς το «φρι­κτό ναρ­κω­τι­κό που δί­νει η Αλ-Σα­μπά­μπ στους ε­θνο­φρου­ρούς», κα­θώς η χρή­ση του στο Κέ­ρας της Αφρι­κής έ­χει πο­λύ μα­κρά πα­ρά­δο­ση και σχέ­ση με την κουλ­τού­ρα της πε­ριο­χής).
Η ι­στο­ρία της Σα­μία έ­χει γί­νει και graphic novel, διά χει­ρός Ράιν­χαρ­ντ Κλάι­στ.

«Μα… δε νο­μί­ζεις πως πρέ­πει ο κα­θέ­νας να ο­ρί­ζει τη χώ­ρα του;»

Ο Οντζά­κι (ψευ­δώ­νυ­μο, που ση­μαί­νει πο­λε­μι­στής σε διά­λε­κτο της Αγκό­λας) γεν­νή­θη­κε δύο χρό­νια α­φό­του η χώ­ρα κα­τέ­κτη­σε την α­νε­ξαρ­τη­σία της, το 1975, και εί­χε αρ­χί­σει ή­δη να τα­λα­νί­ζε­ται α­πό τον εμ­φύ­λιο στον ο­ποίο την εί­χε ο­δη­γή­σει η δρά­ση της –δε­ξιάς και χρη­μα­το­δο­τού­με­νης α­πό τη CIA και συ­νερ­γα­ζό­με­νης με τον νο­τιο­α­φρι­κα­νι­κό στρα­τό του α­παρτ­χάι­ντ– ορ­γά­νω­σης UNITA.
Στο μυ­θι­στό­ρη­μά του, ο Οντζά­κι διη­γεί­ται την ι­στο­ρία ε­νός παι­διού που με­γα­λώ­νει στη Λουά­ντα τη δε­κα­ε­τία του 1980, πη­γαί­νει σε σχο­λεία με Κου­βα­νούς δα­σκά­λους (στους ο­ποίους εί­ναι α­φιε­ρω­μέ­νο, με­τα­ξύ άλ­λων, και το βι­βλίο, α­φού έ­τσι κι αλ­λιώς το­νί­ζε­ται πό­σο κρί­σι­μη υ­πήρ­ξε η αλ­λη­λεγ­γύη της Κού­βας για την α­ντί­στα­ση και στη νί­κη ε­πί του στρα­τού του α­παρτ­χάι­ντ της Νό­τιας Αφρι­κής: «Σκέ­ψου πώς εί­ναι να έρ­θουν σε μια χώ­ρα που δεν εί­ναι η δι­κή τους, και αν έ­κα­ναν μό­νο μα­θή­μα­τα κά­τι πή­γαι­νε κι ερ­χό­ταν, αυ­τοί ό­μως πά­νε στο μέ­τω­πο της μά­χης… Πό­σους Αγκο­λέ­ζους ξέ­ρεις που θα πή­γαι­ναν στην Κού­βα για να πο­λε­μή­σουν σ’ έ­ναν κου­βα­νέ­ζι­κο πό­λε­μο;»). Έτσι, βλέ­που­με την πο­λι­τι­κή ό­πως τη βλέ­πουν τα μά­τια του μι­κρού μα­θη­τή (για τον «σύ­ντρο­φο Μα­ντέ­λα» που «ή­ταν στη φυ­λα­κή δεν ξέ­ρω κι ε­γώ πό­σα χρό­νια» ή για τους μαύ­ρους της Νό­τιας Αφρι­κής) και πα­ρα­κο­λου­θού­με την έκ­πλη­ξή του ό­ταν, π.χ., μα­θαί­νει ό­τι στην Πορ­το­γα­λία δεν υ­πάρ­χει δελ­τίο στα τρό­φι­μα («Και πώς ε­λέγ­χο­νται οι άν­θρω­ποι; Πώς ξέ­ρουν ό­τι δεν πή­ρες πα­ρα­πά­νω ψά­ρια;»).
Παί­ζο­ντας με την α­θωό­τη­τα της παι­δι­κής μα­τιάς και πά­ντα με χιού­μορ αλ­λά και με τρυ­φε­ρό­τη­τα, ο συγ­γρα­φέ­ας συν­θέ­τει έ­να πλού­σιο πα­νό­ρα­μα της κοι­νω­νίας της Αγκό­λας, ε­κεί­νη τη δύ­σκο­λη και κρί­σι­μη πε­ρίο­δο που έ­κα­νε τα πρώ­τα βή­μα­τα της ε­λευ­θε­ρίας της, δια­πλέ­κο­ντας με ε­ξαι­ρε­τι­κό τρό­πο τις προ­σω­πι­κές ι­στο­ρίες με τα α­νε­ξε­ρεύ­νη­τα και δύ­σβα­τα μο­νο­πά­τια της με­ταα­ποι­κιο­κρα­τι­κής ε­πο­χής που ά­νοι­γαν ε­κεί­νη την ε­πο­χή.

Κώ­στας Αθα­να­σίου