Παλιοί Θεοί, Νέα Αινίγματα

roggas

Του Μάικ Ντέιβις

Καθώς η παγκοσμιοποίηση, η αποσύνθεση των συνδικάτων και η αυτοματοποίηση αναδιαμόρφωσε τον κόσμο της εργασίας, αφήνοντας τις σύγχρονες και μελλοντικές γενιές να τα βγάζουν πέρα με έκτακτες ή αδήλωτες εργασίες, πώς μπορούμε ακόμη να υπερασπιζόμαστε την ιδέα της εργατικής τάξης ως τον κυρίαρχο παράγοντα της ριζοσπαστικής αλλαγής; Υπάρχει ακόμη αυτή η «ιστορική δύναμη», όπως το έθεσε ο Έρικ Χομπσμπάουμ το 1995, ικανή να στηρίξει το σοσιαλιστικό σχέδιο; Με λίγες εξαιρέσεις, οι μαρξιστές έχουν μπει αργά σε αυτή την υπαρξιακή συζήτηση και συχνά είναι εξοπλισμένοι μόνο με φιλοσοφικά συνθήματα. Αυτή η μελέτη υποστηρίζει πως για να εξετάσουμε το συγκεκριμένο ζήτημα είναι ανάγκη να το θέσουμε σε συγκριτική προοπτική: δηλαδή να αποκτήσουμε μια σαφή και αναλυτική κατανόηση του πώς κατασκευάστηκε η προλεταριακή αντίληψη την εποχή του κλασσικού σοσιαλισμού.

Η αξία των σοσιαλιστικών ιδεών

Ξεκινώντας από σκόρπια στοιχεία που αφέθηκαν από το Μαρξ και τους διαδόχους του, και πρώτα από όλα από τη Ρόζα Λουξεμπουργκ, αυτή η μελέτη αναδεικνύει μια θεωρία για τη συγκρότηση των τάξεων και τη σοσιαλιστική ηγεμονία σε συσχετισμό με την ιστορική και  επαναστατική εμπειρία στις πραγματικές ζωές και ιδέες της εργατικής τάξης. Η βασική θέση είναι πως η «δράση» της εργατικής τάξης εξαρτάται  από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων αλλά ενεργοποιείται από τη σύγκλιση (ή τους «επικαθορισμούς») των πολιτικών, οικονομικών και πολιτισμικών αγώνων. Ακόμη και στην κλασσική εποχή του σοσιαλισμού, η δύναμη των εργαζομένων δεν βρισκόταν αποκλειστικά στο σημείο της παραγωγής των μεγάλων εργοστασίων· τα κινήματα πόλης και οι καμπάνιες διεθνούς αλληλεγγύης ήταν επίσης χωνευτήρια διαμόρφωσης ταξικής συνείδησης,  ίσως σε πιο άμεση συνάφεια με τον δικό μας γενναίο νέο κόσμο των ανέργων.
Σε μια συνέντευξή του το 1995, λίγο μετά την έκδοση του  «Η εποχή των άκρων»,  ο  Έρικ Χόμπσμπαουμ ρωτήθηκε σχετικά με τη μελλοντική αξία των σοσιαλιστικών ιδεών. Με τα ποσοστά του μεταβλητού κεφαλαίου σε πτώση στη σύγχρονη παραγωγή -και συνακόλουθα του κοινωνικού βάρους του βιομηχανικού προλεταριάτου- ανέφερε ότι:
«Ενδέχεται να βρεθούμε μπροστά σε μια διαφορετική μορφή κοινωνίας, σαν εκείνη των προκαπιταλιστικών κοινωνιών όπου το μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων δε θα είναι μισθωτοί – θα είναι κάτι διαφορετικό, είτε όπως αυτό που βλέπουμε σε μεγάλο μέρος του Τρίτου Κόσμου, άνθρωποι που κινούνται στην γκρίζα περιοχή της ανεπίσημης οικονομίας, οι οποίοι δεν μπορούν να κατηγοριοποιηθούν ως μισθωτοί εργάτες ή με όποιον άλλο τρόπο. Κάτω από αυτές τις συνθήκες τώρα, η ερώτηση είναι ξεκάθαρα πώς μπορεί αυτή η ομάδα ανθρώπων να κινητοποιηθεί προκειμένου να συνειδητοποιήσει τους στόχους που είναι αδιαμφισβήτητα ακόμη εκεί και κατά κάποιο τρόπο τώρα είναι ακόμη πιο επιτακτικοί»; 1

Θεωρητική ανανέωση

Ο νέος κοινωνικός δαρβινισμός ενώ διογκώνει την απέχθεια της εργατικής τάξης απέναντι στις νέες ελίτ των πτυχίων και τους πλούσιους της τεχνολογίας, ταυτόχρονα έχει στενέψει και δηλητηριάσει τις παραδοσιακές κουλτούρες αλληλεγγύης, οδηγώντας έτσι στην άνοδο κινημάτων ενάντια στους μετανάστες της νέας Δεξιάς.  Ακόμη και αν ο τυφώνας του νεοφιλελευθερισμού επρόκειτο να περάσει, – προς το παρόν δεν προοικονομείται κάτι τέτοιο- ο αυτοματισμός όχι μόνο της παραγωγής και της διεκπεραιωτικής διαχείρισης αλλά, τώρα, και της επαγγελματικής αυθεντίας  και της επιστημονικής έρευνας απειλεί τα τελευταία καταφύγια της εργασιακής ασφάλειας στις οικονομίες του καπιταλιστικού κέντρου.
Βέβαια, ο Χομπσμπάουμ δε συνυπολόγισε την μετατόπιση της παγκόσμιας κατασκευαστικής βιομηχανίας στην Ανατολική Ασία και τη σχεδόν εξωπραγματική ανάπτυξη της εργατικής τάξης των κινεζικών εργοστασίων στη διάρκεια της τελευταίας γενιάς. Η αντικατάσταση όμως της εργατικής δύναμης από συστήματα τεχνητής νοημοσύνης και μηχανές μέσα στην επόμενη γενιά δε θα είναι εξαίρεση και στην Ανατολική Ασία. Ακόμη και σε χώρες με υψηλά ποσοστά ανάπτυξης ΑΕΠ, όπως στην Ινδία και τη Νιγηρία, η ανεργία και η φτώχεια έχουν διογκωθεί αντί να μειώνονται, και γι’ αυτό η «άνεργη ανάκαμψη» μαζί με την ανισότητα εισοδημάτων, ήταν τα βασικά δύο θέματα στην ατζέντα του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ του 2015.  Εν τω μεταξύ, οι φτωχοί των αγροτικών περιοχών παγκοσμίως και ιδιαίτερα στην Αφρική, αστικοποιούνται ραγδαία  – ή καλύτερα γκετοποιούνται θα ήταν ένας πιο δόκιμος όρος – με πολύ μικρή πιθανότητα αυτοί οι οικονομικοί μετανάστες να μπορέσουν ποτέ να ενσωματωθούν σε σύγχρονες σχέσεις παραγωγής.
Η ανακεφαλαίωση αυτών των μετασχηματισμών, τόσο στις πλούσιες όσο και στις φτωχές περιοχές, αφορά τελικά μια κρίση προλεταριοποίησης χωρίς προηγούμενο,  – ή αν προτιμάτε συνιστά την «πραγματική συσσωμάτωση» της εργασίας, ενσαρκωμένη από υποκείμενα των οποίων η συνειδητότητα και η ικανότητα να επηρεάζουν τις αλλαγές συνιστούν ακόμη αινίγματα. Οι Νίλσον και Σταμπς, χρησιμοποιώντας την ορολογία του κεφαλαίου 25 του Κεφαλαίου του Μαρξ, υποστηρίζουν ότι «η ανισομερής εκδίπλωση της μακροχρόνιας και αντιθετικής δυναμικής μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας στον καπιταλισμό, δημιουργεί ένα σχετικά μαζικό περίσσευμα πληθυσμού, που διαμοιράζεται σε βαθιά άνισες μορφές και μεγέθη ανά τις χώρες του κόσμου. Είναι ήδη μεγαλύτερο (σε πληθυσμό) από τον ενεργό στρατό εργασίας και πρόκειται να μεγαλώσει και άλλο στο άμεσο μέλλον»2.   Είτε είναι εξαρτώμενοι όπως οι ανοργάνωτοι εργάτες, ως μικροεπιχειρηματίες, ως μικροεγκληματίες, είτε απλώς ως μονίμως άνεργοι, η μοίρα αυτής της «περισσευούμενης ανθρωπότητας» έχει γίνει το βασικό πρόβλημα για το Μαρξισμό του 21ου αιώνα. Όπως προειδοποίησε ο Χόμπσμπαουμ, ο σοσιαλισμός δε θα έχει μέλλον εάν μεγάλα τμήματα αυτής της «ανεπίσημης» εργατικής τάξης δεν βρουν πηγές συλλογικής δύναμης, μοχλούς πίεσης και πλατφόρμες για συμμετοχή σε μια διεθνή πάλη των τάξεων.
Θα ήταν ωστόσο ένα τεράστιο λάθος να συμπεράνει κανείς, όπως έχουν κάνει οι μεταμαρξιστές, ότι το σημείο έναρξης αυτής της θεωρητικής ανανέωσης θα πρέπει να είναι η κηδεία της «παλαιάς εργατικής τάξης», η οποία, για να το θέσω ωμά, έχει μπει στα μετόπισθεν αλλά δεν έχει αποβληθεί από την Ιστορία. Τα συνδικάτα, όσο αποδυναμωμένα και χωρίς πρωτοβουλίες κι αν είναι, συνεχίζουν να αρθρώνουν λόγο για ένα τρόπο ζωής «βασισμένο σε μια συγκροτημένη αίσθηση του σεβασμού και της αξιοπρέπειας για τους άλλους και για μια θέση στον κόσμο»3.  Ωστόσο, οι τάξεις των παραδοσιακών εργατών και των συνδικάτων τους δεν αναπτύσσονται πια και οι μεγάλες εφεδρείες στην παγκόσμια εργατική δύναμη καθίστανται ολοένα και πιο υπαμειβόμενες ή άνεργες.

Ο σύγχρονος μαρξισμός

Σε ένα υψηλότερο επίπεδο αφαίρεσης, η σημερινή περίοδος παγκοσμιοποίησης ορίζεται από μια τριλογία ιδεότυπων οικονομιών: τις υπερβιομηχανοποιημένες (παράλια Ανατολική Ασία), χρηματοοικονομικές/τριτογενείς (Βόρειος Ατλαντικός), και υπεραστικοποιημένες /εξορυκτικές (Δυτική Αφρική). H «άνεργη ανάπτυξη» αρχίζει να παράγει αποτελέσματα στην πρώτη κατηγορία, χρονίζει στη δεύτερη και είναι το απόλυτο φαινόμενο στην τρίτη. Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και μια τέταρτη κατηγορία μιας κοινωνίας σε αποσύνθεση, με βασικό χαρακτηριστικό την εξαγωγή προσφύγων και μεταναστευτικής εργασίας. Σε κάθε περίπτωση δε μπορούμε πλέον να βασιστούμε σε μια μοναδική παραδειγματική κοινωνία ή τάξη για να εντοπίσουμε τους κρίσιμους παράγοντες της ιστορικής εξέλιξης. Αλόγιστες γενικεύσεις, όπως «το πλήθος» ως ιστορικό υποκείμενο, απλά δραματοποιούν τη φτώχεια της εμπειρικής έρευνας. Ο σύγχρονος μαρξισμός πρέπει να είναι σε θέση να «διαβάσει» το μέλλον από τις παράλληλες οπτικές του Σενζεν, του Λος Άτζελες και του Λάγος αν θέλει να λύσει το γρίφο του πώς ετερόδοξες κοινωνικές κατηγορίες ενδέχεται να λειτουργήσουν μαζί προβάλλοντας κοινή αντίσταση στον καπιταλισμό.

Μετάφραση: Βασίλης Ρόγγας,
Έλενα Μπουλετή

Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα από την εργασία του Mike Davis που δημοσιεύτηκε στο δεύτερο τεύχος του νέου αριστερού περιοδικού Catalyst. Ολόκληρη τη μετάφραση θα τη βρείτε στο Commonality.gr. Ο Mike Davis είναι πολιτικός ακτιβιστής, θεωρητικός των πόλεων και ιστορικός.

Σημειώσεις:
1. “History in the ‘Age of Extremes’: A Conversation with Eric Hobsbawm (1995),” International Labor and Working-Class History 83 (March 2013), 19.
2. David Neilson and Thomas Stubbs, “Relative Surplus Population and Uneven Development in the Neoliberal Era: Theory and Empirical Application,” Capital and Class 35, no. 3 (2011): 451.
3. Simon Charlesworth, A Phenomenology of Working-Class Experience (Cambridge: Cambridge University Press, 2000).