Παντελής Βούλγαρης: Η ιστορία είναι ένας ανοιχτός διάλογος

Με αφορμή την πρεμιέρα της νέας του ταινίας “Τελευταίο σημείωμα” με κεντρικό πρόσωπο τον Ναπολέοντα Σουκατζίδη

mg_0107

«Από το 1965, που ήρθα για πρώτη φορά στη Θεσσαλονίκη με τον «Κλέφτη» (μικρού μήκους), κάνοντας μια αφαίρεση από το 2017, μέτρησα 52 χρόνια. Ήμουν 25 χρονών και από τότε όλες μου οι ταινίες πέρασαν από τη Θεσσαλονίκη, η οποία έχει ένα πολύ ιδιαίτερο, αυστηρό κινηματογραφόφιλο κοινό. Χρωστάω σε αυτή την πόλη», λέει ο σκηνοθέτης Παντελής Βούλγαρης, με αφορμή την παγκόσμια πρεμιέρα της νέας του ταινίας «Τελευταίο σημείωμα», η οποία πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη, την περασμένη Δευτέρα 16 Οκτωβρίου. Η ταινία αναφέρεται στην εκτέλεση των διακοσίων κομμουνιστών στην Καισαριανή, την Πρωτομαγιά του 1944, από τους Γερμανούς με κεντρικό πρόσωπο στην αφήγηση, τον Ναπολέοντα Σουκατζίδη.

Τη συνέντευξη πήραν
οι Έλσα Σπυριδοπούλου
και Στράτος Κερσανίδης

Πώς ξεκίνησε η ιδέα για μια ταινία με αναφορά στον Σουκατζίδη, κρατούμενο στο Χαϊδάρι και διερμηνέα των Γερμανών;
Η ιστορία των διακοσίων κομμουνιστών της Πρωτομαγιάς του 1944 με απασχολεί πολλά χρόνια γιατί έχω μια ιδιαίτερη ευαισθησία στην Ιστορία, εξ ου και το «Ψυχή βαθειά». Είχα επικεντρώσει το ενδιαφέρον μου στο πρόσωπο του Σουκατζίδη από παλιά. Τον είχα «συναντήσει» πολύ παλιά σε ένα μικρό βιβλιαράκι που στο εξώφυλλο έγραφε «Κρητικές μαντινάδες», της Μαρίας Λιουδάκη, αδελφής της Χαράς Λιοδάκη, του έρωτα του Ναπολέοντα Σουκατζίδη. Στον πρόλογο του μικρού αυτού βιβλίου. Η Μαρία γράφει: «Ευχαριστώ πάρα πολύ το 16χρονο αγόρι, Ναπολέοντα Σουκατζίδη που μου συγκέντρωσε τις καλύτερες μαντινάδες». Αναρωτήθηκα ποιος να είναι αυτός ο 16χρονος και μετά τον συνάντησα σε όλο το φάσμα, στην εξορία, τον Αη Στράτη, την Ακροναυπλία και από το 1936, στη Λάρισα και το Χαϊδάρι. Έτσι ξεκίνησα με μανία την έρευνα, δηλαδή φωτογραφίες, εφημερίδες, τα θεάματα της εποχής, τα πρόσωπα κ.λπ. Κι έτσι μετά τη «Μικρά Αγγλία», ήρθε η ώρα για τον Σουκατζίδη. Του το όφειλα.

Και γιατί αποφασίσατε να ασχοληθείτε ειδικά με το πρόσωπο του Σουκατζίδη;
Ο Ναπολέων ήταν πολύ γνωστός, ήξερε πέντε γλώσσες και ήταν συνδικαλιστής από παλιά με την Αριστερά. Η ιδιαιτερότητά του είναι η στάση του όταν αποφασίζεται η εκτέλεση των διακοσίων ως αντίποινα για τη δολοφονία ενός υποστράτηγου και τριών γερμανών στρατιωτών στους Μολάους Λακωνίας. Τότε η «ταρίφα» ήταν πενήντα για έναν. Η ταινία ξεκινά μερικές μέρες πριν από τη δολοφονία του στρατηγού και κορυφώνεται πια τις τελευταίες μέρες. Όταν μαθαίνουν για την εκτέλεση. Γιατί η διοίκηση έκανε ένα τρικ, πως δεν θα εκτελεστούν αλλά θα μεταφερθούν σε άλλο στρατόπεδο. Το μάθανε τυχαία και το συναρπαστικό είναι ότι την παραμονή το βράδυ έγινε ένα απίστευτο γλέντι μέσα στους θαλάμους, με χορό και τραγούδι. Κάτι που είναι εξακριβωμένο ιστορικά και μάλιστα με διαλόγους. Το πιο ενδιαφέρον βιβλίο που διάβασα στην έρευνα ήτανε του γιατρού Αντώνη Φλούτζη, ο οποίος ήτανε από το ’36 στην Ακροναυπλία, μετά στο Χαϊδάρι και περιγράφει ακριβώς τη σκηνή όταν ο Φίσερ, ο στρατιωτικός διοικητής, προτείνει στον Σουκατσίδη να τον εξαιρέσει τοποθετώντας κάποιον άλλον στη θέση του. Και σήμερα, αυτό που πιστεύω ότι μπορεί να προσφέρει η ταινία ως άποψη, πέρα από την πολιτική επιλογή ενός ανθρώπου, είναι το ήθος, η αξιοπρέπεια και η εντιμότητα.

Πού κάνατε τα γυρίσματα;
Στην Κρήτη, γιατί, παρά τη μεγάλη έρευνα που κάναμε στην Αθήνα για να βρούμε φυλακή, δεν βρέθηκε τίποτα. Τότε θυμήθηκα ότι ο Θόδωρος Αγγελόπουλος είχε ανακαλύψει τις παλιές φυλακές Ιτζεδίν στα Χανιά για τις «Μέρες του ’36». Στην αυλή της φυλακής είχα γυρίσει κι εγώ το γάμο από τα «Πέτρινα χρόνια». Αυτόν το χώρο επιλέξαμε και τον ξαναφτιάξαμε γιατί ήταν χρόνια κλειστός και εγκαταλελειμμένος. Θέλω να πω ότι αν δεν ήτανε οι Χανιώτες -είχα περίπου 2.500 υποψηφιότητες για να παίξουν στην ταινία- δεν θα μπορούσε να γίνει η ταινία. Φτιάξαμε μια πολύ δυνατή ομάδα και, εκτός από τους ηθοποιούς που είχα φέρει από την Αθήνα, με την Ιωάννα (Καρυστιάνη) που έχει γράψει το σενάριο, ανακαλύψαμε έναν κόσμο ολόκληρο που τον εντάξαμε μέσα στην ιστορία και μπορώ να πω ότι είναι το πιο πολυπρόσωπο φιλμ που έχω κάνει.

Γιατί να γίνει σήμερα μια ακόμη ταινία για εκείνη την εποχή;
Δεν έχουν γίνει πολλές. Θυμάμαι το «Ξυπόλητο τάγμα» (1954) του Γκρεγκ Τάλας, τον «Άνθρωπο με το γαρίφαλο» (1980), του Νίκου Τζίμα και ορισμένες που έγιναν από τη Φίνος Φιλμ. Και η δική μου γενιά αφιέρωσε ένα μέρος από τη δραστηριότητά της μετά τη μεταπολίτευση, γιατί μέχρι τότε υπήρχε η λογοκρισία και δεν μπορούσαμε να αναφερθούμε σε αυτά τα γεγονότα. Αρχίσαμε να καταγράφουμε σημαντικές στιγμές του πρόσφατου παρελθόντος μετά το 1974. Επίσης μια ταινία εποχής, η οποία δεν είναι ούτε ντοκιμαντέρ, ούτε μνημόσυνο, έχει διάλογο με το σήμερα. Ποιοι είμαστε σήμερα εμείς και τι σχέση έχουμε με το παρελθόν, επειδή πιστεύω ότι η ιστορία δεν είναι για το ντουλάπι ή για το μπαούλο, είναι ένας ανοιχτός διάλογος. Δεν μπορούμε να την ξεχάσουμε και να θέλουμε.

Και δυστυχώς επανέρχεται;
Α, βέβαια. Υπάρχει μια ακριβώς τέτοια πλευρά. Είναι ο γερμανός διοικητής ο οποίος δεν ήταν ένας τυχαίος αξιωματικός. Ήταν νομικός μεγαλωμένος στο Βερολίνο, διανοούμενος. Όλη αυτή, λοιπόν, η φιλοσοφία του ναζισμού υπάρχει μέσα από τη δραματική περιγραφή της ταινίας.

Δεν σκέφτεστε να κάνετε μια ταινία με αναφορά στο σήμερα;
Το σκέφτομαι κατά καιρούς αλλά υπάρχουν πολλές εκκρεμότητες από το παρελθόν. Και είμαι 77 ετών και αυτήν είναι η 10η ταινία μου. Έπειτα υπάρχουν τα νέα παιδιά, τα παιδιά μου, που είναι και τα δύο σκηνοθέτες, ο Γ. Λάνθιμος, μια μεγάλη παρέα που θα το κάνει. Μου θυμίζει την παρέα της δικής μου γενιάς, για την οποία είμαι περήφανος. Ονόματα όπως Αγγελόπουλος, Παναγιωτόπουλος, Νικολαΐδης, Φέρρης, Τσιώλης, είμαστε καμιά δεκαπενταριά που ο καθένας προσπάθησε να καταγράψει χρόνο, τόπο, ανθρώπους με το δικό του τρόπο. Το ίδιο προσπαθεί να κάνει η σημερινή γενιά, η οποία διαφέρει από μας. Γι’ αυτό λέω ότι τα νέα παιδιά ίσως θα πρέπει να στραφούν σε τέτοιες κατευθύνσεις.

Στην ταινία, εκτός από την Ιωάννα Καρυστιάνη στο σενάριο, πολύ γνωστή συγγραφέα και σύζυγό σας, συναντάμε και το γιο σας, Αλέξανδρο, στη μουσική. Πώς συνεργαστήκατε;
Και τα δύο παιδιά μου ποτέ δεν τα έσπρωξα προς τη δικιά μου δουλειά, το αποφάσισαν μόνα τους. Φυσικά μεγάλωσαν με διάφορους καλλιτέχνες στο σπίτι, ήταν παρόντα στα γυρίσματα. Η δική μου πρόταση ήταν: «Φτιάξτε μια ιστορία πέντε λεπτών να δούμε». Το έκαναν, πήγαν σε φεστιβάλ και συνεχίζουν. Ο Αλέξανδρος είχε και την κατεύθυνση της μουσικής, αν και μας απαγορεύει να πηγαίνουμε στις συναυλίες του. Επίσης είναι μια βιβλιοθήκη του σύγχρονου κινηματογράφου και της μουσικής. Εγώ όταν κάνω μαθήματα σε σχολεία και ξεχνάω ονόματα σκηνοθετών, τον παίρνω στο τηλέφωνο. Λοιπόν, ήρθε η ώρα να του προτείνω να συνεργαστούμε, γιατί δεν ξέρω πότε θα ξανακάνω ταινία. Αυτή η συνεργασία είχε ένα τρακ και από τη μεριά τη δικιά του και από τη μεριά τη δικιά μου. Νομίζω πως η δουλειά που έκανε είναι πολύ καλή. Εξάλλου είχε κάνει μουσική και σε άλλες ταινίες και είχε πάρει βραβείο για τους «Αισθηματίες» (2014) του Νίκου Τριανταφυλίδη.

Από τους ηθοποιούς υπάρχουν κάποιοι πρωτοεμφανιζόμενοι;
Είναι ο Λουκάς Κυριαζής και ο Τάσος Δήμας. Η διαφορά είναι πως ο Λουκάς είναι 23 ετών και ο Τάσος είναι κοντά στα 60 και ένας από τους κορυφαίους ηθοποιούς του Θόδωρου Τερζόπουλου, ο οποίος παίζει για πρώτη φορά στο σινεμά. Το κάστινγκ το έκανε η κόρη μου Κωνσταντίνα. Εκείνη ανακάλυψε πρόσωπα και, μάλιστα, όταν μπήκε ο Τάσος Δήμας μέσα στο γραφείο, ξαφνιάστηκα και είπα «πώς μου είχε ξεφύγει;». Ο Τάσος είναι καταπληκτική προσωπικότητα έχει ήθος και είναι και υπέροχος ηθοποιός.

Σημείωση:
Το κείμενο είναι απομαγνητοφώνηση της συνέντευξης που πήραν από τον Παντελή Βούλγαρη, η Έλσα Σπυριδοπούλου και ο Στράτος Κερσανίδης, στην εκπομπή «Με μια ομπρέλα κόκκινη», στο ρ/σ «93.4 Στο κόκκινο» της Θεσσαλονίκης.

Επιμέλεια: Στράτος Κερσανίδης
strakersan@gmail.com