Παράθυρα στη λογοτεχνία του Μεξικού

Χουάν Βιγιόρο “Οι ένοχοι” (μτφ. Μαρία Παλαιολόγου, εκδ. Κουκκίδα, 2017)

Ελένα Πονιατόφσκα “Το τρένο θα περάσει πρώτο” (μτφ. Μαργαρίτα Μπονάτσου, εκδ. Καστανιώτη, 2017)

Στην πάντα παραγωγική λογοτεχνία της Λατινικής Αμερικής, η λογοτεχνία του Μεξικού βρισκόταν και βρίσκεται σε δεσπόζουσα θέση. Δύο από τους συγγραφείς που έχουν γίνει σημεία αναφοράς στη λογοτεχνία αυτή, ανήκοντας σε διαφορετική γενιά βέβαια, είναι ο Χουάν Βιγιόρο και η Ελένα Πονιατόφσκα.

Το Μεξικό πέρα από το φολκλόρ

Ο Χουάν Βιγιόρο είναι συγγραφέας, δημοσιογράφος, μαχητικός σχολιογράφος, μεταφραστής. Τα τελευταία χρόνια έχει αφήσει ένα πολύ έντονο στίγμα στη λογοτεχνία του Μεξικού – μια λογοτεχνία που πασχίζει να καθαρθεί από τον εξωτισμό και τη φολκλορική ματιά που πολλές φορές έχουν κυριαρχήσει σε αυτή, σε έναν βαθμό ως «απαίτηση» της ευρωπαϊκής αγοράς.
Στη συλλογή διηγημάτων Οι ένοχοι περιλαμβάνονται επτά διηγήματα, εκ των οποίων το τελευταίο, με τίτλο «Μεξικανοί φίλοι», είναι το εκτενέστερο και, σαφώς, το καλύτερο. Εκεί αποτυπώνεται η ιστορία ενός «γκρίνγκο» δημοσιογράφου που, για να γράψει τα ακριβοπληρωμένα «ρεπορτάζ» του, αναζητεί κάποιο φανταστικό («αυθεντικό…») Μεξικό, αναπαράγοντας το πιο άθλιο και κιτς φολκλόρ για τη χώρα («ψάχνοντας γοητευτικά σκηνικά βίας»…). Για τον σκοπό αυτό, προσλαμβάνει έναν συνεργάτη Μεξικανό, που με το αζημίωτο του δίνει (του στήνει, του επινοεί, του κατασκευάζει) ό,τι φολκλόρ θέλει («με προσέλαβε για να γίνω η επαφή του με τη γνησιότητα»): μυστικιστικά έθιμα που αυτοσχεδιάζονται εκείνη τη στιγμή, ψεύτικα σκηνικά βίας, «κοινοτοπίες και κραυγαλέους ιδιωματισμούς». Εν ολίγοις, ο Μεξικανός συνεργάτης (και αφηγητής) αποδέχεται να του πουλήσει ό,τι ζητάει: «το φταίξιμο ήταν δικό του: ήθελε να δει ιγκουάνα μες στον δρόμο». Μέχρι τη στιγμή που στο πλαστό σκηνικό εισβάλλει η πραγματικότητα…
Με ύφος στεγνό, με ρυθμό καταιγιστικό, με κυνικό χιούμορ και σκηνές που ίσως μοιάζουν σουρεαλιστικές αλλά μπορεί να είναι εντελώς πραγματικές, το απολαυστικό αυτό διήγημα είναι πολύ χαρακτηριστικό του στιλ του Χουάν Βιγιόρο.
Το ιδιότυπο πικρό χιούμορ του Βιγιόρο κυριαρχεί και στα υπόλοιπα έξι διηγήματα του τόμου, έξι πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις με πρωταγωνιστές χαρακτήρες που αναζητούν στιγμές αλήθειας ανάμεσα σε προδοσίες, ψέματα και ενοχές: «χωρίς φταίξιμο, ιστορία δεν βγαίνει».
Στα ελληνικά κυκλοφόρησε πρόσφατα ακόμα ένα βιβλίο του Βιγιόρο, Ο ύφαλος (μτφ. Α. Καμπύλη, εκδ. Φιλύρα, 2017).

Όταν ο κόσμος γύρισε ανάποδα

Το 1958 και το 1959, το Μεξικό συγκλονιζόταν από τη μεγάλη απεργία των σιδηροδρομικών, μια απεργία που έμεινε στην ιστορία των κοινωνικών αγώνων της χώρας και η οποία κατεστάλη βίαια, ενώ οι ηγέτες της οδηγήθηκαν στη φυλακή. Το γνωστότερο από εκείνα τα συνδικαλιστικά στελέχη ήταν ο Δεμέτριο Βαγέχο, που έμεινε στη φυλακή σχεδόν 11,5 χρόνια και αποφυλακίστηκε το 1970. Η ζωή και η μορφή του Δεμέτριο Βαγέχο ενέπνευσε τον χαρακτήρα του Τρινιδάδ Πινέδα, πρωταγωνιστή του Το τρένο θα περάσει πρώτο, της Ελένα Πονιατόφσκα.
«Ήταν η πρώτη φορά που ολόκληρο το σιδηροδρομικό σύστημα προχωρούσε σε στάση εργασίας σε όλη τη χώρα, χωρίς να δοθεί χρονικό περιθώριο στην εταιρεία να απαντήσει». Οι απεργοί σιδηροδρομικοί είχαν απέναντί τους τους «γελαδάρηδες» («τους πουλημένους συνδικαλιστές ηγέτες»), το κράτος, τους παραστρατιωτικούς, την εταιρεία, τον στρατό που ήταν στην υπηρεσία της εταιρείας, ασφαλώς τους δικαστές, βεβαίως τον Τύπο και τους δημοσιογράφους («ο Τύπος εξαπέλυσε την πιο βίαιη εκστρατεία κατά των σιδηροδρομικών»), τις μαφίες και τη διαφθορά, αλλά και τον φόβο και τις εσωτερικές έριδες και διαιρέσεις («κατηγορούσαν τον Τρινιδάδ ότι μετέτρεψε το νέο Συνδικάτο σε Κομμουνιστικό Κόμμα»).
Ο Τρινιδάδ Πινέδα (ένας εργάτης που πιστεύει ότι «κάποια μέρα η συσσώρευση του κεφαλαίου θα θεωρείται έγκλημα κατά της ανθρωπότητας») σύντομα αναδεικνύεται στην ηγετική μορφή της απεργίας και του κινήματος. Τα αιτήματα είναι η αύξηση των μισθών, η βελτίωση των συνθηκών εργασίας, αλλά και «να εκλέξουμε την ηγεσία μας» στα συνδικάτα.
Η απεργία ξεσήκωσε μεγάλο κύμα αλληλεγγύης (απεργούσαν 80.000 σιδηροδρομικοί, 15.00 δάσκαλοι, 7.000 τηλεγραφητές), ενώ, παρά τις συστηματικές προσπάθειες των αργυρώνητων δημοσιογράφων, «η κοινή γνώμη υποστήριζε τους σιδηροδρομικούς».
Τον παλμό, πολλές φορές, δίνει ο ηρωισμός των γυναικών αγωνιστριών («οι γυναίκες έρχονταν αντιμέτωπες με τους απεργοσπάστες και η πιο γριά ανέμισε το βρακί της μπροστά στον μηχανοδηγό λακέ της εταιρείας και φώναξε: “φόρεσέ το, δειλέ, για να δούμε μπας και μάθεις να πολεμάς σαν άντρας”»).
Στις σελίδες του βιβλίου αποτυπώνονται το κλίμα της γενικευμένης ευφορίας, όταν φαίνεται πως η απεργία πετυχαίνει, οι νίκες και μετά η καταστολή, οι ήττες και η φυλακή, οι απεργίες πείνας, η υποχρεωτική σίτιση, οι ταπεινώσεις, η σταδιακή εγκατάλειψη από τους συντρόφους, η πίκρα («στη φυλακή το αίμα γίνεται νερό»), η απελευθέρωση μετά από 11,5 χρόνια, τα διλήμματα («εάν επιστρέψει στην πολιτική δράση, ό,τι δεν έκανε η κυβέρνηση όταν τον είχε φυλακή θα το κάνει τώρα, θα τον βγάλει από τη μέση»), η νέα σύλληψη πέντε μήνες μετά και άλλα πολλά.
Η Πονιατόφσκα δεν δίνει στο βιβλίο αυτό μεγάλη έμφαση στους χαρακτήρες, που ίσως είναι κάπως σχηματικοί μερικές φορές, καθώς εκείνο που κυρίως την ενδιαφέρει είναι να αποτυπώσει μια κορυφαία στιγμή της κοινωνικής ιστορίας του Μεξικού και τις κοινωνικές συνθήκες στις οποίες αναπτύχθηκε, σε μια εποχή που «ο θρίαμβος της Κουβανέζικης Επανάστασης ενίσχυε το κοινωνικό κίνημα», οι κομμουνιστές όμως απολύονταν από τη δουλειά τους, σε μια εποχή που «ενώ η κυβέρνηση περηφανευόταν για τη σταθερότητά της και υποτίθεται ότι ήταν η 11η μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, το Μεξικό ήταν μια από τις χώρες με τους περισσότερους υποσιτισμένους της Λατινικής Αμερικής» – βέβαια, πάντα «θα μπορούσες να φύγεις σαν τους μετανάστες που πνίγονταν στη μέση του Ρίο Μπράβο, κι όταν κατάφερναν να τον περάσουν, κινδύνευαν να πεθάνουν από τη δίψα στην έρημο». Στην ιστορική της αποτίμηση, η ματιά της Πονιατόφσκα δεν είναι λιγότερο κριτική και προς το κίνημα όταν κρίνει ότι χρειάζεται, καθώς «στο Μεξικό κανείς δεν είχε την πολυτέλεια να είναι αθώος, τουλάχιστον στην πολιτική».
Το έργο της Ελένα Πονιατόφσκα έχει τιμηθεί με σωρεία βραβείων. Το Τρένο… έχει πάρει το μεγάλου κύρους διεθνές βραβείο Ρόμουλο Γαλιέγος, ενώ η Πονιατόφσκα τιμήθηκε, το 2013, με το κορυφαίο Βραβείο Θερβάντες για το σύνολο του έργου της.

Κώστας Αθανασίου