Πιστοποιητικό βιωσιμότητας για την Ευρώπη….

giourgos

Του Κωστή Γιούργου

Οι αποφάσεις της συνόδου των υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης στο Λουξεμβούργο την περασμένη Πέμπτη διέψευσε δύο διαμετρικά αντίθετες «στάσεις αναμονής» που είχαν διαμορφωθεί εντός συνόρων μετά το ανεπιτυχές Eurogroup της 22ας Μαΐου. Διέψευσε, αφενός, τους φόβους όσων ανησυχούσαν αν η κυβέρνηση ορθώς επέλεξε να ανεβάσει στην κορυφή της διαπραγματευτικής ατζέντας το ζήτημα της βιωσιμότητας και της ελάφρυνσης του χρέους, φοβούμενοι ειλικρινά ότι η χώρα, υπό την απειλή του οικονομικού πνιγμού, θα υποχρεωνόταν σε έναν ταπεινωτικό συμβιβασμό στο ανώτατο επίπεδο, δηλαδή στη Σύνοδο Κορυφής στις 22 Ιουνίου. Διέψευσε, αφετέρου, τις ελπίδες όσων στοιχημάτισαν όλο το αμφίβολο κεφάλαιο των δημοσκοπικών επιδόσεών τους στην προσδοκία ακριβώς ενός τέτοιου συμβιβασμού, για τον οποίο ακόνιζε από νωρίς τις γραφίδες της η διατεταγμένη δημοσιογραφία.
Αλλά υπάρχουν και εκείνοι που οι αποφάσεις του Eurogroup τους επιβεβαίωσαν. Είναι αυτοί που ενήργησαν γνωρίζοντας ότι η πολιτική δεν είναι απλώς η τέχνη του εφικτού, αλλά η τέχνη να το επιτυγχάνεις στοχεύοντας το κάλλιστο προκειμένου να επιτύχεις το καλό, έχοντας σταθμίσει συνετά το συσχετισμό δυνάμεων.
Όπως αποδεικνύεται τώρα, ο συσχετισμός δυνάμεων στο τελευταίο Eurogroup δεν ήταν δυσμενής για την Ελλάδα, όπως στο παρελθόν. Υπήρξε έντονη κινητικότητα, διαβούλευση, ανίχνευση προθέσεων, αναζήτηση στηριγμάτων. Το αποτέλεσμα δεν κρίθηκε στη διάρκεια της συνόδου. Είχε προοικονομηθεί. Απόδειξη το γεγονός ότι μια συνάντηση λεπτών ισορροπιών σε κορυφαίο επίπεδο, όπως το Eurogroup της Πέμπτης, που κανείς δεν περίμενε να έχει ολοκληρωθεί πριν από τα μεσάνυχτα, έκλεισε δύο ή τρεις ώρες νωρίτερα, με την κοινή συνέντευξη Τύπου Ντάισελμπλουμ, Μοσκοβισί, Ρέγκλινγκ, Λαγκάρντ. Μια παρουσίαση με έντονη διάθεση σύγκλισης, προκειμένου να αποφευχθεί μια σοβαρή κρίση δυσπιστίας των αγορών και του επενδυτικού ενδιαφέροντος, μια κρίση ευρωπαϊκών διαστάσεων ως αποτέλεσμα της διαιώνισης του «ελληνικού αδιεξόδου».

Δεν θα είναι πια αυτός που ξέραμε…

Εδώ σημειώνεται εμφανής «απώλεια πόντων» για τον κ. Σόιμπλε και την επιθυμία του να πάει στις εκλογές του Σεπτεμβρίου «ανεμίζοντας το τομάρι» της ελληνικής κυβέρνησης προς συνετισμό των υπολοίπων, όπως είχε απειλήσει ανοιχτά κατά το παρελθόν.
Μετά το Λουξεμβούργου ο γερμανός υπουργός Οικονομικών δεν θα είναι πια ο ίδιος. Το Eurogroup, ένας άτυπος, μη νομιμοποιημένος θεσμός τον οποίο κ. Σόιμπλε θεωρούσε, και ίσως εξακολουθεί να θεωρεί, ότι ελέγχει, παρεξέκλινε, δεν τον επιβεβαίωσε στην πρόβλεψή του ότι το Eurogroup της 15ης Ιουνίου θα ήταν ομοιοτυπία εκείνου της 22ας Μαΐου. Το ότι η συμβιβαστική απόφαση του Λουξεμβούργου για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους και τη μελλοντική ελάφρυνσή του δεν τον έστειλε τελείως απογυμνωμένο στις εκλογές, δεν έχει να κάνει με εκτίμηση των ικανοτήτων του ως πολιτικού υποκειμένου, αλλά με τα επιχειρηματικά, κυρίως χρηματιστικά, συμφέροντα που εκπροσωπεί, και με το υπολογίσιμο βάρος της Γερμανίας ενδοκοινοτικά και διεθνώς.
Το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα πιθανότατα θα κατισχύσει στις εκλογές του Σεπτεμβρίου. Η κ. Μέρκελ θα είναι ξανά καγκελάριος. Όμως ο κ. Σόιμπλε δεν θα είναι υπουργός της των Οικονομικών. Ούτε θα γίνει ποτέ ο επικεφαλής Οικονομικών μιας δημοσιονομικά Ενωμένης Ευρώπης, όπως ο ίδιος τη φαντάστηκε, αδιάλλακτα όπως το συνηθίζει από χαρακτήρα – με αποτέλεσμα την επιδείνωση των σχέσεών του με την Κομισιόν, από την οποία βγαίνει τώρα ζημιωμένος. Σε αυτό το συμπέρασμα οδηγεί η αποκρυπτογράφηση της ευμενούς διαχείρισης που επιφυλάσσει εδώ και αρκετό καιρό στην ελληνική εκκρεμότητα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Αυτή είναι η εξήγηση της υπεράσπισης των ελληνικών θέσεων στο ζήτημα του χρέους από τον επίτροπο Οικονομικών Υποθέσεων, κ. Μοσκοβισί.

Η στροφή της Κομισιόν

Στο φως των αποφάσεων του Eurogroup διαβάζεται τώρα καθαρά το περιεχόμενο και η απεύθυνση του μηνύματος που εξέπεμψε, παραμονές της συνόδου, ο κ. Μοσκοβισί: «Δεν είναι δυνατόν να δώσουμε στην Ελλάδα την ίδια ακριβώς πρόταση με την προηγούμενη φορά, μετά από όλες τις προσπάθειές της, με την ίδια επωδό: “Φάε ή πέθανε”. Αυτό δεν μπορεί να γίνει». Έτσι εξηγείται η προτροπή του να ενταθούν οι προσπάθειες ελάφρυνσης του χρέους, η έκκλησή του «στους δανειστές της Ελλάδας, να μην παίζουν με τη φωτιά». Και η προειδοποίησή του ότι, «θα ήταν ακατανόητο από όλους, αν δημιουργήσουμε μια κρίση από το τίποτα…».
Οι τρεις τελευταίες λέξεις –«από το τίποτα…»– της προειδοποίησης αυτής του ευρωπαίου επιτρόπου και εκπροσώπου της Κομισιόν στο Eurogroup δείχνουν την τάξη μεγέθους στην οποία κατατάσσεται η βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, συγκρινόμενη με το ογκολιθικό μέγεθος της βιωσιμότητας του χρέους του συνόλου της ευρωζώνης. Η ΕΕ δικαιολογημένα φοβάται το απρόβλεπτο των αντανακλαστικών των αγορών χρήματος. Μέχρι πρότινος η Ελλάδα φοβόταν να συμπεριλάβει αυτή την παράμετρο στους σχεδιασμούς και στη διπλωματική διαχείριση του προβλήματός της έναντι των εταίρων και δανειστών της. Αν σωστά ερμηνεύουμε τα όσα εμφανή και άδηλα συνέβησαν ανάμεσα στα δύο τελευταία Eurogroup, αυτό δεν φαίνεται να συνέβη αυτή τη φορά.
Αν ισχύει ότι η πολιτική δεν είναι απλώς η τέχνη του εφικτού, αλλά η τέχνη να το επιτυγχάνεις στοχεύοντας το κάλλιστο προκειμένου να επιτύχεις το καλό –έχοντας, πάντα, σταθμίσει συνετά τους συσχετισμούς– τότε αυτό που κέρδισε η Αθήνα, δηλαδή η καθαρή και αμετάκλητη δέσμευση του Eurogroup ότι το χρέος θα απομειωθεί και μάλιστα με ρήτρα ανάπτυξης, πιστώνεται στην τόλμη και τη σύνεση της κυβέρνησης και, βέβαια, της ομάδας διαπραγμάτευσης και του επικεφαλής της υπουργού Οικονομικών.
Το ότι, αφετέρου, η έκθεση βιωσιμότητας του χρέους από το ΔΝΤ μετατέθηκε χρονικά για να μη δυσχερανθεί εκλογικά η κ. Μέρκελ, δεν μειώνει της σημασία του γεγονότος ότι, με την αποφασιστικότητα και τη σοβαρότητα που επέδειξε στο Eurogroup, η Αθήνα συνεισέφερε σημαντικά στο να λάβει πιστοποιητικό βιωσιμότητας η Ενωμένη Ευρώπη…
Κάτι που δεν πρέπει να αφεθεί να λησμονηθεί…