Ποιος φοβάται τον Άρνολντ Μπέννετ;

Άρνολντ Μπέννετ «Θαμμένος ζωντανός. Μια ιστορία του καιρού μας»
(μετάφραση Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, επίμετρο Ελένη Κεχαγιόγλου,
εκδόσεις Πατάκη, 2019)

Φαντάζομαι πως οι πλέον βιβλιόφιλοι γνωρίζουν το δοκίμιο της Βιρτζίνια Γουλφ «Ο κύριος Μπέννετ και η κυρία Μπράουν»1. Στο δοκίμιο αυτό, που δημοσιεύτηκε το 1924, στην κορύφωση του κινήματος των μοντερνιστών, η Βιρτζίνια Γουλφ επιτίθεται κυριολεκτικά σε μια γενιά συγγραφέων που εκπροσωπούν το παρωχημένο στη μυθοπλασία. Ως παράδειγμα βάζει μια απλή Αγγλίδα, την κυρία Μπράουν, να ταξιδεύει πάνω στο τρένο και επικαλείται το λογοτεχνικό ύφος του συγγραφέα Άρνολντ Μπέννετ για να την περιγράψει: επίπεδη, χωρίς εσωτερική εστίαση, άκαμπτη.
Αυτό το δοκίμιο ήταν η κορύφωση –αν όχι η χαριστική βολή– για την απαξίωση του Μπέννετ, γιατί το 1919, στο TLS, η Γουλφ είχε ήδη δημοσιεύσει το δοκίμιο «Το σύγχρονο μυθιστόρημα» όπου στηλίτευε τους Wells, Galsworthy και Μπέννετ ως «υλιστές» και εξέθετε την προσωπική της άποψη για το μυθιστόρημα, το προσωπικό της μανιφέστο2.
Γεννημένοι το 1882 η Γουλφ και το 1867 ο Μπέννετ, ανήκαν περίπου στην ίδια γενιά, όμως η Γουλφ, μαζί με τους μοντερνιστές, ανέτρεπαν κάθε προηγούμενο εκφραστικό μέσο της ρεαλιστικής σχολής, ενώ οι «υλιστές», που κατηγορούσε, είχαν ολοκληρώσει το έργο τους, είχαν γίνει δημοφιλείς και πλούσιοι.
Το άρθρο της Γουλφ κατοχυρώθηκε μαζί με το έργο της στον λογοτεχνικό κανόνα καταδικάζοντας για δεκαετίες έναν συγγραφέα που σήμερα, ξαναδιαβάζοντάς τον, δεν θα λέγαμε ότι δικαιούνταν μια τέτοια αντιμετώπιση. Το βασικό επιχείρημα της Γουλφ ήταν ότι ο Μπέννετ, όπως και οι σύγχρονοί του, στάθηκαν ανίκανοι να δημιουργήσουν αληθινούς χαρακτήρες. Κοντά της και ο Φόρστερ, το 1927, στο «Απόψεις για το μυθιστόρημα», σιγοντάριζε κι αυτός με παρόμοια επιχειρηματολογία.

***

Όμως είναι έτσι ακριβώς; Στα χέρια μας έχουμε το μυθιστόρημα Θαμμένος ζωντανός. Μια ιστορία του καιρού μας. Πρόκειται για μια σπαρταριστή κωμική ιστορία που θυμίζει μετά-ντικενσιανό μυθιστόρημα. Εκδόθηκε το 1908. Ο ήρωάς του, ο πετυχημένος ζωγράφος Πρίαμ Φαρλ, υιοθετεί την ταυτότητα του πεθαμένου υπηρέτη του. Κίνητρό του η αυξανόμενη αντικοινωνικότητά του απέναντι σε μια υποκριτική κοινωνία που δεν μπορούσε πια να αντέξει. Μετά, όμως, έπρεπε να αντιμετωπίσει όλα όσα συνεπάγονται σε σχέση με την κληρονομιά του έργου του αλλά και της προηγούμενης ταυτότητάς του.
Το μυθιστόρημα ξεκινάει κινηματογραφικά με ένα γενικό πλάνο της γης ζουμάροντας σταδιακά πάνω στο σπίτι του Φαρλ και διεισδύοντας σχεδόν μέσα στην πράσινη ρόμπα του. Πώς θα ζήσει ο αφέντης ως υπηρέτης στο εξής; Και τι θα συμβεί όταν θα τον αναζητήσει μία κυρία, που αλληλογραφούσε με τον πεθαμένο υπηρέτη, προσδοκώντας γάμο και αποκατάσταση; Και, όταν ο Φαρλ θα την συναντήσει και θα την παντρευτεί, πώς θα της αποκαλύψει την αληθινή του ταυτότητα, με τον φόβο να μη γίνει πιστευτός, ενώ ζωγραφίζοντας για να επιβιώσει πώς θα αντιμετωπίσει την αναγνώριση του έργου του έστω και ως πλαστογράφου του ίδιου του του εαυτού;
Δώδεκα κεφάλαια, επεισοδιακά, παρατακτικά, με συχνή ανάμιξη του παντογνώστη συγγραφέα, που παρεμβαίνει σε πρώτο πρόσωπο, καθοδηγώντας τον αναγνώστη και τους χαρακτήρες του. Μέσα από τις φαρσικές καταστάσεις, ωστόσο, ο συγγραφέας μιλάει για τις κοινωνικές ταυτότητες, τη σημασία τού να νιώθει «απόλυτα Άγγλος σε μια ατμόσφαιρα απόλυτα αγγλική», για την αλήθεια και το ψέμα της τέχνης, την εμπορευματοποίηση της και τη φαλκίδευσή της.
Με έκρυθμη ειρωνεία γελοιοποιεί τη μεγαλοαστική τάξη των Λονδρέζων, με ακριβείς περιγραφές της εκβιομηχανισμένης πια μεγαλούπολης, με τους γερανούς στο βάθος του ορίζοντα να χτίζουν αδιάκοπα, με τα «πλακάκια στους τοίχους του σιδηροδρομικού σταθμού λες κι ήταν χασάπικο και καθαρός σαν την Ολλανδία». Η ανάπτυξη του Σίτι, οι μετοχές, τα μερίσματα, τα ηλεκτροφόρα οχήματα, η σνομπ ανερχόμενη πλουτοκρατία, όλα αυτά είχαν μπουκώσει τον άνθρωπο και καλλιτέχνη Φραμ.
Απελευθερώνεται λοιπόν ο Φραμ, υιοθετώντας την ταυτότητα ενός άλλου αλλά δεν θα μπορέσει να αντεπεξέλθει στις κοινωνικές παγίδες που του στήνονται στην πορεία. Θα λέγαμε ότι η δημοσιογραφική θητεία του Μπέννετ σε γυναικεία περιοδικά, όπου αρθρογραφούσε με γυναικεία ψευδώνυμα, του έδινε ελευθερίες και προσωπεία που χρησιμοποίησε και στη μυθοπλασία του καθώς έγραψε πολλά μυθιστορήματα με ηρωίδες γυναίκες.
Όμως η γραφή του Μπέννετ δεν είναι επιπόλαιη και σκόπιμα διασκεδαστική. Στο Λονδίνο του μοντερνισμού (1890-1920) είχε πλήρη συναίσθηση του τι ερχόταν και τι έφευγε αποτελώντας μια γέφυρα ανάμεσα στους Εδουρδιανούς συγγραφείς και τους Γεωργιανούς στους οποίους συγκαταλεγόταν η Γουλφ, ο Φόρστερ, ο Τζόις, ο Έλιοτ. Ο Μπέννετ, που είχε γεννηθεί στο Hanley στο Staffordshire και αργότερα, στα 21 του, μετακινήθηκε στο Λονδίνο, ταξίδευε στην Ευρώπη και έζησε στην Γαλλία (1902-11), διατηρώντας μια ιδιαίτερη ρεαλιστική ματιά από την ευρωπαϊκή ήπειρο που φαινόταν στον τρόπο με τον οποίο περιέγραφε τη μεσαία τάξη στη χώρα του. Ίσως το Παρίσι να ήταν πιο καθοριστικό γι’ αυτόν απ’ ό,τι το Λονδίνο καθώς αγαπούσε πολύ τη δουλειά του Φλωμπέρ, του Μωπασάν αλλά και του Τουργκιένιεφ που τον διάβαζε στα γαλλικά.
Θα λέγαμε ότι ο Μπέννετ ήταν ένας προ-μοντερνιστής που ακούμπησε το κίνημα στη δόξα του και σε μερικά έργα του όπως The Old Wive’s Tale ήταν εξαιρετικός – γι’ αυτό το μυθιστόρημα και μόνο θα έπρεπε να είχε αποτιμηθεί διαφορετικά, κάτι όμως που γίνεται τα τελευταία χρόνια από κριτικούς και νεότερους συγγραφείς όπως ο Φίλιπ Χένσερ και η βιογράφος του Μάργκαρετ Ντραμπλ (ο τίτλος του παρόντος άρθρου είναι δανεισμένος από δύο πρόσφατα αγγλικά κείμενα). Γιατί, αν ο Μπέννετ δεν ήταν τόσο μοντερνιστής, ωστόσο οι μεταμοντερνιστές θα μπορούσαν να εκτιμήσουν το αχαλίνωτο χιούμορ του, τη ρεαλιστική απεικόνιση του παρόντος, την εκκεντρικότητα των χαρακτήρων ακόμη και στην πιο καρτουνίστικη ή θεατρική εκδοχή τους.
Σήμερα πια μπορούμε να διαβάσουμε τον Φάρο της Βιρτζίνια Γουλφ με τον ίδιο αναγνωστικό γνώμονα όπως και ένα ρεαλιστικό μυθιστόρημα του Μπέννετ, γιατί οι ιμπρεσιονιστικές περιγραφές και οι εσωτερικές κατασκευές των μοντερνιστών σε μια σημερινή κατακερματισμένη εποχή κρίνονται και αυτές και όχι πάντα με λογοτεχνικά κριτήρια.
Ως χρόνιος θαυμαστής της Γουλφ, πιστεύω ότι μάλλον αδίκησε τον πολυγραφότατο και πετυχημένο Μπέννετ γιατί, διαβάζοντάς τον, διακρίνεις έναν αφυπνισμένο συγγραφέα που χειραγωγεί μεν τους χαρακτήρες τους λίγο άχαρα, τους δίνει από την άλλη χώρο να εμπλακούν με πάθος, εκεί έξω, στη ζωή και στην κοινωνία, και όχι εκεί μέσα, στην ψυχή ή στον εγκέφαλο του συγγραφέα. Ο Μπέννετ, στη θέση του μεταφορικού λόγου, αντιπρότεινε την κυριολεξία αλλά ταυτόχρονα την υπερέβαινε τοποθετώντας τους χαρακτήρες του σε οριακές καταστάσεις, ενεργοποιώντας τον αναγνώστη να τους αναπλάσει.
Σε ένα από τα τελευταία του μάλιστα μυθιστορήματα, το Accident, χρησιμοποίησε τεχνικές που συνάντησε στον Τζόις, τον οποίο εκτιμούσε, όπως και τον Έλιοτ, ενώ έγραφε πολλές κριτικές βιβλίων στις οποίες ουδέποτε συμπεριέλαβε την Βιρτζίνια Γουλφ! Τίποτε τυχαίο λοιπόν. Εκτός από τα μυθοπλαστικά του έργα άφησε πίσω του σημειωματάρια που ξεπερνούν το ένα εκατομμύριο λέξεις.
Το Θαμμένος ζωντανός είναι ένα διασκεδαστικό μυθιστόρημα, μπορεί να μην αγγίζει λογοτεχνικές κορυφές αλλά μέσα του μπορείς να αναπνεύσεις την ευφορία της ζωής και της κοινωνίας.

Θεόδωρος Γρηγοριάδης

Σημειώσεις
1. Στον τόμο «Γράμμα σε έναν νέο ποιητή», εκδ. Πατάκης, 2015.
2. «Δοκίμια», εκδ. Scripta, 1999.

Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης είναι συγγραφέας. Το πιο πρόσφατο βιβλίο του, με τίτλο «Το τραγούδι του πατέρα», κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη το 2019.