Πού ξεκινά και πώς τελειώνει η αναξιοπιστία των ΜΜΕ

Toυ Σταύρου Καπάκου*

Τα ΜΜΕ στη χώρα μας περνούν τριπλή κρίση. Πρώτον, κρίση μετασχηματισμού, εξαιτίας των ανατροπών που φέρνουν το διαδίκτυο, τα κοινωνικά δίκτυα, οι υβριδικές μορφές, που αλλάζουν ραγδαία το ειδικό βάρος και την κοινωνική επιρροή κάθε μέσου. Δεύτερον, κρίση οικονομική. Η χώρα πτώχευσε και η κρίση, σε συνδυασμό με τη δραματική μείωση των πωλήσεων και τη μείωση των εσόδων από διαφημίσεις, έφερε λουκέτα και μεγάλες αλλαγές στην ιδιοκτησία. Με μεγαλοεπιχειρηματίες να υποκαθιστούν κατά βάση παραδοσιακούς εκδότες και να συγκεντρώνουν στα χέρια τους αυξημένες δυνατότητες επιρροής. Τρίτον, κρίση αξιοπιστίας. Όπως δείχνουν οι πιο σοβαρές μετρήσεις, π.χ. ευρωβαρόμετρο, στη χώρα μας έχουμε τα πιο αναξιόπιστα ΜΜΕ στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πράγμα που σημαίνει ότι αμφισβητείται τόσο το εύρος της επιρροής τους όσο και η λειτουργία τους ως πυλώνα της δημοκρατικής διαδικασίας.

Ταυτόχρονα με τις ραγδαίες τεχνολογικές αλλαγές, ενισχύεται η ανάγκη για άμεση και μαζική μετάδοση πληροφοριών, χωρίς επαρκή διασταύρωση, πράγμα που επιτείνει την κρίση αξιοπιστίας. Ο πολίτης, όπως θα έλεγε ο Άλντους Χάξλεϊ, χάνεται σε μια πλημμυρίδα πληροφοριών, τις οποίες αδυνατεί να αποδελτιώσει και να κατανοήσει. Αυτή η πλημμυρίδα πληροφοριών είναι η «αθώα» πλευρά της κρίσης, διότι υπάρχει και το ενδεχόμενο οι πληροφορίες αυτές όχι μόνο να μην έχουν διασταυρωθεί δημοσιογραφικά αλλά, ακόμη χειρότερα, να είναι παραπλανητικές ή ψευδείς, φαινόμενο που έχει πάρει διαστάσεις τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας. Δηλαδή δεν έχουμε να κάνουμε με το συνήθη κιτρινισμό αλλά με κάτι πιο σύνθετο, κατασκευασμένο και κατευθυνόμενο, όπως είναι τα fake news και οι μηχανισμοί εξάπλωσής τους.
Το ευρωβαρόμετρο (Φεβρουάριος 2018) για τα λεγόμενα fake news δείχνει ότι πάνω από ένας στους δύο Έλληνες (55%) έρχεται καθημερινά αντιμέτωπος με μια ψευδή ή παραπλανητική είδηση, ενώ τρεις στους τέσσερις (74%) κάθε εβδομάδα.
Σύμφωνα με το ευρωβαρόμετρο του 2016, έχουμε τα πιο αναξιόπιστα μέσα στην ΕΕ. Περίπου εννιά στους δέκα πολίτες (87%) στην Ελλάδα πιστεύουν ότι τα ΜΜΕ δεν είναι ελεύθερα από οικονομικές και πολιτικές πιέσεις, έναντι 57% στην ΕΕ. Ειδικότερα για την τηλεόραση, η αξιοπιστία σχεδόν εξαϋλώνεται φτάνοντας μόλις το 16% έναντι 55% στην ΕΕ. Όπως δείχνουν τελευταίες μετρήσεις, κατά 34% περίπου οι πολίτες συνεχίζουν να ενημερώνονται από την τηλεόραση. Αξίζει πάντως να επισημανθεί ότι κατά τη διάρκεια της καραντίνας για την αποφυγή εξάπλωσης του κορονοϊού η αποδοχή των τηλεοπτικών καναλιών αυξήθηκε στο 36%, ενώ οι αρνητικές γνώμες περιορίστηκαν στο 30%. Φαινόμενο ενδεικτικό της στάσης των πολιτών σε περιόδους κρίσης και μάλιστα υγειονομικής, όπως η τωρινή. Η αύξηση της αποδοχής, παρά την πολιτική τους μονομέρεια, κάθε άλλο παρά παράδοξη φαντάζει για όσους γνωρίζουν την κοινωνική λειτουργία των μέσων, ιδιαίτερα σε «ευαίσθητες» περιόδους όπως η καραντίνα. Το κοινό των τηλεοπτικών καναλιών μέχρι την περίοδο της κρίσης του κορονοϊού ήταν κυρίως νοικοκυρές, συνταξιούχοι και χαμηλότερης μόρφωσης άνθρωποι, ενώ πολιτικά υπερεκπροσωπούνται οι συντηρητικής πολιτικής απόχρωσης. Θα έχει μεγάλη σημασία να μάθουμε αν το κοινό άλλαξε, όπως πιθανολογείται, στη διάρκεια της καραντίνας.
Στη χώρα μας η αξιοπιστία των εφημερίδων φτάνει στο 33% έναντι 55% στην ΕΕ. Όμως μόλις το 5% ενημερώνεται από τον έντυπο Τύπο. Η αξιοπιστία του ραδιοφώνου είναι στο 40% έναντι 60% στην ΕΕ, ενώ μόλις το 4% ενημερώνεται από το ραδιόφωνο.

Ενημέρωση από το διαδίκτυο

Στο διαδίκτυο η αξιοπιστία είναι στο 38%, η οποία είναι υψηλότερη των ευρωπαϊκών διαδικτυακών μέσων, που φτάνει το 32%. Αυτό σημαίνει ότι η κρίση αξιοπιστίας στο διαδίκτυο εμφανίζεται με καθυστέρηση στην Ελλάδα, ίσως επειδή η έκρηξή του συμπίπτει με τη γενικευμένη κρίση των κυρίαρχων μέσων και κυρίως της τηλεόρασης. Αξίζει να σημειωθεί ότι την περίοδο της καραντίνας οι ενημερωτικές ιστοσελίδες αύξησαν την αποδοχή τους στο 55%!
Σύμφωνα με μετρήσεις, προ κορονοϊού το 50% των πολιτών ενημερώνονται πλέον από το διαδίκτυο και τις ενημερωτικές ιστοσελίδες. Πρόκειται κυρίως για δυναμικά κοινωνικά στρώματα: υπάλληλοι, αυτοαπασχολούμενοι, φοιτητές. Πολιτικά είναι ισχυρή η εκπροσώπηση τόσο της κεντροαριστεράς όσο και της κεντροδεξιάς, με προβάδισμα της πρώτης.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το μεγάλο πρόβλημα αξιοπιστίας διαπιστώνεται από τους πολίτες ανεξαρτήτως της πολιτικής τους τοποθέτησης, καθώς πάνω από τους μισούς οι κεντροδεξιοί και εννιά στους δέκα οι κεντροαριστεροί πιστεύουν ότι τα ΜΜΕ δεν αντιμετωπίζουν ισότιμα τον ΣΥΡΙΖΑ. Απαισιόδοξη ασφαλώς κατάσταση για τα ΜΜΕ και την ενημέρωση, αισιόδοξη όμως ως προς την κρίση των πολιτών. Ανοίγω εδώ μια παρένθεση: Μην ξεχνάμε ότι αυστηρή κριτική στην τηλεόραση άσκησε και ο Καρλ Πόπερ, από τους πιο σημαντικούς φιλελεύθερους στοχαστές του 20ού αιώνα, ο οποίος υποστήριζε ότι, όπως πηγαίνει, η τηλεόραση μπορεί να αποδειχθεί επικίνδυνη για τη Δημοκρατία.
Κλείνοντας την παρένθεση θα έλεγα ότι αν το φαινόμενο δεν ήταν σύνθετο, θα ίσχυε η ρήση ότι συνήθως ένα καθεστώς πέφτει παρασύροντας και τα σύμβολά του. Φοβάμαι όμως ότι σήμερα πρέπει να κάνουμε την πικρή διαπίστωση, έστω κάθ’ υπερβολή, ότι ένα καθεστώς επανέρχεται με τα αναξιόπιστα σύμβολά του, τα οποία είναι πιο αδηφάγα και απροκάλυπτα μονομερή, φοβίζοντας ακόμη και τους ψηφοφόρους της κεντροδεξιάς. Ο φόβος μιας σημαντικής μερίδας των κεντροδεξιών δείχνει ότι δεν έχει επικρατήσει στις τάξεις τους ο κυνισμός του νεοφιλελευθερισμού τύπου Έιν Ράντ ή της σχολής του Σικάγου.

Κριτική σχέση ή εξάρτηση;

Παρά την κρίση και τη δραματική μείωση των πωλήσεων, οι εφημερίδες θα συνεχίσουν να υπάρχουν και να ασκούν επιρροή στην πολιτική ατζέντα, ενώ θα ενισχύεται όλο και περισσότερο ο ρόλος των ιστοσελίδων τους. Εκείνο στο οποίο πρέπει να εστιάσουμε είναι αν τα ΜΜΕ θα έχουν μια κριτική σχέση με τους αναγνώστες τους και τους χώρους τους οποίους εκφράζουν ή αν θα είναι εξαρτημένα, ιμάντες μεταβίβασης κομματικής ή επιχειρηματικής γραμμής. Τα μέσα ενημέρωσης και οι δημοσιογράφοι οφείλουν να ελέγχουν τεκμηριωμένα την εξουσία, κάθε εξουσία πολιτική, οικονομική, κομματική. Διότι η εξουσία φθείρει και διαφθείρει, πολύ περισσότερο όταν δεν ελέγχεται. Και αυτό δεν ισχύει μόνο για τους «άλλους», ισχύει και για τους «δικούς» μας. Οι δημοσιογράφοι οφείλουν να υπηρετούν την αυτονομία της ενημέρωσης με αξιοπιστία, πλουραλισμό και δικαιώματα. Απλοποιώντας λίγο τα πράγματα θα έλεγα ότι ο σημερινός ιδεότυπος του δημοσιογράφου είναι κατά βάθος τριών ειδών: αυτοί που παρά τις πιέσεις και τις δυσκολίες ακολουθούν τους κανόνες της ενημέρωσης και της δεοντολογίας. Όσοι «ειδικεύονται» στο copy paste, ειδικότερα στο διαδίκτυο και εκείνοι που κάνουν «δουλειές» εκμεταλλευόμενοι την επαγγελματική τους δραστηριότητα. Ποιο είναι το όριο αντοχής ή ανοχής του δημοσιογράφου; Προφανώς αυτό που έθεσε ο Αλμπέρ Καμί ως «αρνητική ελευθερία»: όταν ο δημοσιογράφος δεν μπορεί να πει αυτό που θέλει, μπορεί να μην πει αυτό που δεν θέλει, δηλαδή αυτό που δεν βγαίνει από το ρεπορτάζ και τη συνείδησή του όταν αρθρογραφεί.

Η ελληνική αντίφαση

Φαίνεται ότι στην Ελλάδα έχουμε φτάσει σε αυτό που έλεγε ο Χάξλεϊ, ειδικά για τις δυτικότροπες κοινωνίες. Δεχόμαστε δηλαδή ως τηλεθεατές ή αναγνώστες, ως κοινή γνώμη, μια πλημμυρίδα πληροφοριών από την οποία δεν μπορούμε να βγάλουμε άκρη, να διακρίνουμε ποιο είναι το σημαντικό και ποιο το δευτερεύον. Ταυτόχρονα, όμως, λόγω της αυξανόμενης εξάρτησης των μέσων ενημέρωσης, φαίνεται ότι ισχύει και το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή η διαπίστωση του Τζορτζ Όργουελ για τον έλεγχο των πληροφοριών και της ενημέρωσης από την εξουσία: πολιτική, μιντιακή, οικονομική.
Ωστόσο, σύμφωνα με την γκραμσιανή προβληματική, την οποία εξέφρασε με οξυδέρκεια ο Στιούαρτ Χολ αλλά κατά έναν τρόπο και η σχολή της Φρανκφούρτης στην ώριμη περίοδό της, τα μέσα διαδραματίζουν πρωτεύοντα ρόλο στην παραγωγή «εικόνων της πραγματικότητας», μέσω των οποίων επιχειρούν να στηρίξουν την άρχουσα τάξη. Ωστόσο επειδή αποτελούν «πεδίο ιδεολογικής διαμάχης» και καθώς η λειτουργία τους δεν είναι μονοσήμαντη, δεν είναι δηλαδή μια απλή γραμμή παραγωγής, η εξουσία δεν μπορεί να επιβάλλει πάντα το δικό της τρόπο, ούτε να τα χρησιμοποιήσει με εργαλειακό τρόπο. Οι πολίτες δεν έχουν απολέσει τη δυνατότητα να αντιπαραθέσουν τα δικά τους νοήματα στα «κείμενα» των μέσων. Άλλωστε το γενικευμένο πρόβλημα αξιοπιστίας των μέσων αποτελεί μάλλον ένδειξη αμφισβήτησης της ηγεμονικής τους λειτουργίας. Για παράδειγμα η σχεδόν εχθρική στάση των ΜΜΕ δεν στάθηκε εμπόδιο στην εκλογική επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ.
Έχει σημασία να αναδειχθεί η βασική θέση της προβληματικής, που εκφράζει ο Στιούαρτ Χολ για τις τρεις κατηγορίες που συγκροτούν το κοινό ενός τηλεοπτικού σταθμού: η κυρίαρχη, που αποδέχεται ό,τι βλέπει, η αντίθετη, που διαφωνεί, και η ενδιάμεση, που αμφισβητεί και διαπραγματεύεται ό,τι βλέπει.
Leader γίνεται όχι όποιος έχει απήχηση μόνο στο πρώτο κοινό, αλλά όποιος έχει ισχυρό το δεύτερο και το τρίτο. Η αδυναμία του πολιτικού προσωπικού και αρκετών ανθρώπων των ΜΜΕ να κατανοήσουν αυτήν την προσέγγιση, κυρίως για την τηλεόραση, τους οδηγεί συχνά σε λανθασμένη αξιολόγηση της απήχησης και της επιρροής των μέσων. Η αδυναμία της ιστορικής Αριστεράς στον τομέα αυτό είναι παροιμιώδης, καθώς είναι εγκλωβισμένη στην εργαλειακή λογική, του ελέγχου δηλαδή μόνο του πρώτου κοινού.

* Ο Σ. Καπάκος είναι γενικός γραμματέας ΔΣ της ΕΣΗΕΑ και πρόεδρος ΔΣ του ΕΔΟΕΑΠ.