Πού πάει μια Ευρώπη “πολλών ταχυτήτων”;

 

Του Κωστή Γιούργου

Αν γινόταν διαγωνισμός για την ανάδειξη της πιο κυνικής ατάκας στην Ευρώπη την εβδομάδα που πέρασε, το έπαθλο θα κέρδιζε πανηγυρικά ο Φρανσουά Ολάντ για τη φράση στην οποία συνόψισε την άποψή του για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε ελεύθερη απόδοση, ο γάλλος πρόεδρος υποστήριξε ότι ενότητα δεν σημαίνει ομοιομορφία και ότι ορισμένες χώρες θα μπορούσαν να προχωρήσουν πιο γρήγορα και πιο μακριά σε διάφορους τομείς, «χωρίς οι άλλες να αποκλείονται, αλλά και χωρίς να μπορούν να αντιταχθούν»!
Μ’ αυτά τα λόγια του οικοδεσπότη της αποχαιρέτισε την περασμένη Δευτέρα η μίνι σύνοδος κορυφής στις Βερσαλλίες την Ευρώπη της σύγκλισης και υποδέχτηκε την Ευρώπη της απόκλισης. Κάνοντας, ταυτόχρονα, σαφές ότι άδεια παραμονής σε αυτή την Ευρώπη θα μπορούν να έχουν μόνο όσοι αποδέχονται τη λογική των «πολλών ταχυτήτων». Στο ίδιο μήκος κύματος ήταν οι δηλώσεις και των προσκεκλημένων του προέδρου Ολάντ στις Βερσαλλίες, δηλαδή της καγκελαρίου Άνγκελας Μέρκελ και των πρωθυπουργών της Ιταλίας, Πάολο Τζεντιλόνι, και της Ισπανίας Μαριάνο Ραχόι.

Κυνική στροφή

Έχει, πρέπει να το παραδεχτούμε, μια πειστική ειλικρίνια η κυνική αυτή στροφή, καθώς η ιδέα των «πολλών ταχυτήτων» αντανακλά, όντως, μια πραγματικότητα: η ΕΕ έχει προ πολλού διαζευχτεί την προοπτική της αλληλέγγυας συμπόρευσης προς ένα κοινό μέλλον. Όμως είναι εξίσου πραγματικό ότι η ιδέα μιας «επί θύραις» Ευρώπης πολλών ταχυτήτων θα αφυπνίσει φόβους για διαφορετικά επίπεδα συμμετοχής και για παγίδευση σε εκβιαστικά αδιέξοδα —όπως ορθά ερμηνεύεται η ατάκα Ολάντ από εκείνους που στοχοποιεί. Και όπως είναι βέβαιο, η ιδέα μιας Ευρώπης «πολλών ταχυτήτων» θα προκαλέσει διενέξεις στις συζητήσεις για μια κοινή διακήρυξη που θα (πρέπει να) χαιρετίζει αισιόδοξα τα 60 χρόνια από την υπογραφή της Συνθήκης της Ρώμης.
Το μήνυμα που θα εκπέμψει η Ενωμένη Ευρώπη στην επετειακή συνάντηση στη Ρώμη στις 25 Μαρτίου δεν έχει χώρο για «πολλές ταχύτητες». Πώς θα διαχειριστεί στη Ρώμη η τετράδα το γρίφο που η ίδια δημιούργησε, προβάλλοντας στις Βερσαλλίες τη στρατηγική των «πολλαπλών ταχυτήτων» σαν απάντηση στην τυπικά ενδοσυστημική κρίση που κατατρώει την Ευρώπη από το 2008; Όταν δικαιολογημένα τα πιο ευάλωτα μέλη της ΕΕ ανησυχούν για τη μεταχείριση που τους επιφυλάσσει στο μέλλον μια Ευρώπη που απεμπολεί σήμερα τα βασικά στοιχεία της ταυτότητας με την οποία τα προσήλκυσε χθες; Όταν, σαν προανάκρουσμα, τον περασμένο μήνα κρίση πανικού κατέλαβε κάποιες ανατολικοευρωπαϊκές πρωτεύουσες στην πληροφορία ότι η κ. Μέρκελ εξετάζει ανοιχτά τις πιθανότητες μιας Ευρώπης «διαφορετικών ταχυτήτων»;
Δύσκολο να δράσει κατευναστικά η ερμηνεία που διασπείρει η διπλωματία, ότι, δηλαδή, η κ. Μέρκελ στέλνει μια καλυμμένη προειδοποίηση σε χώρες όπως η Ουγγαρία και η Πολωνία, που αρνούνται να συνεργαστούν στο προσφυγικό: «Η ιδέα των πολλών ταχυτήτων δεν είναι σκοπός, αλλά προειδοποίηση προς όλους», λένε.
Όπως δύσκολα πείθει η δήλωση του επικεφαλής του Λαϊκού Κόμματος στο Ευρωκοινοβούλιο, Μάνφρεντ Βέμπερ, στην ιταλική εφημερίδα «Il Messaggero» ότι «Οι χώρες του Νότου, Ισπανία, Ιταλία και Ελλάδα, είναι ήδη στην πρώτη κατηγορία και δεν υπάρχει κίνδυνος να βγουν». Και πείθει δύσκολα, επειδή την αμφισβητούν τα πραγματικά στοιχεία. Που μαρτυρούν ότι, την ίδια ώρα που οι γερμανικές εξαγωγές κάνουν ρεκόρ, οι χώρες του ευρωπαϊκού Νότου έχουν χαμηλές έως αρνητικές επιδόσεις στο ισοζύγιο εισαγωγών εξαγωγών —σαν αποτέλεσμα των πολιτικών υφεσιακής λιτότητας που επιβάλλει στους εταίρους του το Βερολίνο. Ακόμη και η Γαλλία, ο δεύτερος «μεγάλος» της ευρωζώνης, κατέχει θέση αμελητέα στην κλίμακα του διεθνούς εμπορίου: μερίδιο μόλις 3,1%, όταν η Γερμανία —που, επιπρόσθετα, έχει φτάσει να νέμεται την εσωτερική αγορά της ΕΕ— φτάνει το 8,1%.

Εικονικά «ισχυροί»

Από το κουαρτέτο των Βερσαλλιών μόνο η Γερμανία εμφανίζεται οικονομικά ισχυρή, με τους υπόλοιπους τρεις σε ρόλο εικονικά «ισχυρών». Για το λόγο αυτό πιο πειστική αναφορικά με το «μήνυμα» της τετραμερούς των Βερσαλλιών ακούγεται η ερμηνεία ότι οι παραλήπτες του είναι κυρίως οι γάλλοι ψηφοφόροι που φλερτάρουν με το κόμμα της κ. Λεπέν, επειδή τους ελκύει η «πολιτική πυγμής». Και οι Γερμανοί, που, λόγω δυσανεξίας στους εξ Ανατολών και Νότου «λαθρεπιβάτες» του «ευρωπαϊκού ονείρου», ερωτοτροπούν με το ευρωσκεπτικιστικό AfD. Και οι Ιταλοί, βέβαια, που ελπίζεται ότι θα καθησυχαστούν από τη συναρίθμηση της χώρας τους στους τέσσερις «ισχυρούς» και θα στρέψουν τα νώτα στον αντιευρωπαϊσμό των Πέντε Αστέρων και της Λέγκας του Βορρά.
Αναφορικά, τέλος, με την Ελλάδα. Η χώρα μας είναι ένας δυσεπίλυτος γρίφος ακόμη και για τους εταίρους που μπορεί πραγματικά να το εννοούν, όταν δηλώνουν διαθέσεις απαλλαγής από την παρουσία της. Θα προσπαθήσουν και αυτή τη φορά να καταπονήσουν κυβέρνηση και πολίτες στα όρια των ανοχών τους. «Οι πλέον ακραίες νεοφιλελεύθερες δυνάμεις εργάζονται για να καταστεί η χώρα μας το κέντρο μιας ειδικής οικονομικής ζώνης στην περιοχή, στην ακραία περιφέρεια μιας ΕΕ πολλών ταχυτήτων, και αφήνουν ανοικτό το ενδεχόμενο της βίαιης εξώθησης σε ρόλο πειραματόζωου», δήλωσε για τη συνάντηση των Βερσαλλιών, ο πρόεδρος της Βουλής, Νίκος Βούτσης.  Οι ίδιες δυνάμεις που —θα συμπληρώναμε συμφωνώντας— δεν θα ήθελαν, εξωθώντας τα πράγματα στα άκρα, να βρεθούν μπροστά στο ενδεχόμενο να κληθούν οι Έλληνες να αποφασίσουν στην κάλπη.