Προς έναν αρμονικό μετασχηματισμό για το δημόσιο συμφέρον

 

Η χρήση νέων τεχνολογιών στον πρωτογενή τομέα της χώρας μας –ή αλλιώς «ευφυής γεωργία»– έχει αποτελέσει το αντικείμενο δημοσιευμάτων και αντιπαραθέσεων κατά και μετά τη διαβούλευση της διακήρυξης του υπουργείου Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης (ΥΨΗΠΤΕ) με τον τίτλο: «Ψηφιακός μετασχηματισμός του γεωργικού τομέα», π/υ 31 εκατ. ευρώ. Σε προηγούμενα άρθρα («Εποχή», 27.05.18 & 10.06.18) έγινε αναφορά στις κατευθύνσεις και στα ελλείμματα της συγκεκριμένης διακήρυξης. Με το παρόν άρθρο επιδιώκεται μια παρουσίαση απόψεων, προκειμένου ο/η αναγνώστης/τρια να δουν με τον καθαρότερο δυνατό τρόπο τι σημαίνει η προσπάθεια αυτή, τι επιχειρείται να υλοποιηθεί και ποια θα μπορούσε να είναι η διαφορετική πρόταση.

Του Ειδικού Συνεργάτη

Κανείς δεν θα αμφισβητούσε την εισαγωγή νέων τεχνολογιών και καινοτομιών, που θα μπορέσουν να συμβάλουν στη βελτίωση της ποιότητας, και άρα της προστιθέμενης αξίας, των αγροτικών προϊόντων, στη μείωση του κόστους παραγωγής τους, στην αύξηση του αγροτικού εισοδήματος, στην ορθολογική χρήση αγροεφοδίων, στην προστασία του περιβάλλοντος και των φυσικών πόρων και, εντέλει, στο στρατηγικό σχεδιασμό της αγροτικής πολιτικής.
Τα ζητήματα που τίθενται, όμως, σε σχέση με τη συγκεκριμένη διακήρυξη αφορούν κατά κύριο λόγο το σχεδιασμό του έργου και την ουσιαστική συμβολή του στη βέλτιστη αξιοποίηση των τεχνολογιών της «γεωργίας ακριβείας». Με δεδομένο ότι ένα τέτοιο έργο πρέπει να είναι επεκτάσιμο χωρίς δεσμεύσεις και περιορισμούς, λεπτομερέστερο και με μεσο-μακροπρόθεσμη προοπτική, ο σχεδιασμός του, όπως περιγράφεται στο σχέδιο διακήρυξης, παρουσιάζει ελλείψεις και ασάφειες, οι οποίες δημιουργούν ερωτήματα, τόσο ως προς τη λειτουργικότητα όσο και ως προς τη βιωσιμότητά του.

Ποιες είναι οι αδυναμίες

1. Δεν φαίνεται να υπάρχει μελέτη κόστους λειτουργίας και κόστους διαχείρισης, που θεωρούνται απαραίτητες για έργο αυτής της εμβέλειας ούτε να διασφαλίζεται η χρήση και λειτουργία του έργου μετά την ολοκλήρωσή του, δεδομένου του μεγάλου κόστους συντήρησης που θα απαιτηθεί.
2. Το ΥπΑΑΤ φαίνεται να περιορίζεται στο ρόλο του χρήστη της ηλεκτρονικής πλατφόρμας, πλην όμως ο ρυθμιστικός του ρόλος και ο ρόλος του στην ανίχνευση των πραγματικών αναγκών –του παρόντος και του μέλλοντος– δεν φαίνεται να λαμβάνονται υπόψη.
3. Η αξιοποίηση των δεδομένων, τα οποία θα συλλέγονται και θα είναι ανοιχτά προς χρήση για το ΥπΑΑΤ, προϋποθέτει την ανάπτυξη νέων εφαρμογών λογισμικού με πρόσθετο κόστος. Επιπλέον, οι τεχνικές προδιαγραφές για τη μέτρηση κλιματικών παραμέτρων δεν καλύπτουν μετρήσεις ακριβείας και δεν περιλαμβάνουν τους φυσικούς συντελεστές και τις ανάγκες σε θρεπτικά συστατικά ανά καλλιέργεια και τύπο εδάφους –στοιχεία που είναι απαραίτητα για την εξαγωγή ασφαλών και ολοκληρωμένων συμπερασμάτων.
4. Δεν υπάρχει αναφορά στις μελέτες και στα μοντέλα/αλγορίθμους βάσει των οποίων θα εξαχθούν αξιόπιστα και χρήσιμα αποτελέσματα. Δεν αναφέρονται τα ερευνητικά κέντρα ή ΑΕΙ τα οποία θα (συν)εργαστούν για την ανάπτυξή τους.
5. Αναφέρεται η δημιουργία υποσυστήματος παρακολούθησης της γεωργικής εκμετάλλευσης, χωρίς να υπάρχει κανένας συσχετισμός με τα υφιστάμενα πληροφοριακά συστήματα του ΥπΑΑΤ που διαχειρίζονται γεωργική γη, γεωργικές προειδοποιήσεις κτλ. Δεν υπάρχει καμία αναφορά στη διακήρυξη για την καταγραφή των υφιστάμενων συστημάτων του ΥπΑΑΤ, τα οποία μπορούν να αξιοποιηθούν/χρησιμοποιηθούν.
6. Ο σχεδιασμός του έργου είναι «κλειστός» και περιοριστικός σε σχέση με ένα επίπεδο τεχνολογίας που καλείται να παρακολουθεί πλήθος διακριτών καλλιεργειών, να ανιχνεύει πλήθος διακριτών ασθενειών, να καλύπτει ανάγκες πολυάριθμων άμεσα ωφελούμενων και να αξιοποιεί πληροφορίες για την παροχή γεωργικών συμβουλών. Επίσης, ο «κλειστός» σχεδιασμός απαιτεί τροποποίηση του λογισμικού, προκειμένου να επιτραπεί η προσθήκη καλλιεργειών και ασθενειών.
7. Υπάρχει ασάφεια ως προς τη μελλοντική λειτουργία του έργου, καθώς δεν προκύπτει ξεκάθαρα από την περιγραφή του ο τρόπος με τον οποίο θα λειτουργεί αυτό μετά την ολοκλήρωση της εκτέλεσής του από τον ανάδοχο (δηλαδή ένα έτος μετά την υπογραφή της σύμβασης). Ειδικότερα, δεν προσδιορίζεται ο φορέας λειτουργίας του έργου ούτε καθορίζεται από ποιον φορέα θα προέρχονται οι υπάλληλοι (Γεωπόνοι και Τεχνικοί Πληροφορικής) που θα στελεχώσουν τα «Κέντρα Διανομής». Επιπλέον, δεν καθορίζεται ο τρόπος συνεργασίας του μελλοντικού φορέα λειτουργίας με το ΥπΑΑΤ.

Τι προτείνεται ως αντιμετώπιση

Ένας σύγχρονος λειτουργικός και τεχνολογικός σχεδιασμός αρχιτεκτονικής και ωφελείας του έργου θα όφειλε να επικεντρωθεί στην ανάπτυξη υποδομής συλλογής δεδομένων με ανοικτά πρότυπα, στην ανάπτυξη ή υιοθέτηση έτοιμου περιβάλλοντος διαχείρισης δεδομένων, πρωτοκόλλων καλλιέργειας, αλγορίθμων και επιστημονικών συμβουλευτικών μεθόδων, στη διαθεσιμότητα πρωτογενών δεδομένων προς τους αγρότες.
Η πρότασή μας είναι η δημιουργία κρατικής/δημόσιας υποδομής για τη συλλογή και επεξεργασία δεδομένων Γεωργίας Ακριβείας, η οποία να παρέχει ελεύθερα και ανοικτά δεδομένα σε όλους τους ενδιαφερομένους και ειδικότερα να επιτρέπει:
* Την άμεση ένταξη στο σύστημα διαφορετικών αισθητήρων από διαφορετικούς κατασκευαστές τώρα και στο μέλλον.
* Την ένταξη αισθητήρων ανεξάρτητα αν αυτοί προέρχονται από δημόσιες, ιδιωτικές ή χρηματοδοτούμενες μαζικές ή μεμονωμένες επενδύσεις τώρα και στο μέλλον.
* Τη σύνδεση της πλατφόρμας επεξεργασίας με τα ελληνικά πανεπιστήμια και τις υπηρεσίες του ΥπΑΑΤ και των φορέων του, για τη διαρκή συμπλήρωση του επιστημονικού περιεχομένου, (αλγόριθμοι, καλλιεργητικά πρωτόκολλα, συμβουλές κ.ά.) χωρίς να απαιτείται η προσθήκη ή η τροποποίηση του λογισμικού συλλογής και επεξεργασίας δεδομένων και χωρίς να απαιτείται η ειδική γνώση πληροφορικής για την ενσωμάτωση των παραμέτρων στο σύστημα.
* Την προσθήκη καλλιεργειών και ασθενειών χωρίς την απαίτηση τροποποίησης του λογισμικού. Αυτό προϋποθέτει την ανάπτυξη της συνολικής λύσης με παραμετρικά μοντέλα και όχι την ενσωμάτωση των παραμετρικών δεδομένων καλλιεργειών και ασθενειών στο ίδιο το λογισμικό.
* Τη διάθεση των δεδομένων προς ιδιωτικούς φορείς που επιθυμούν να αναπτύξουν επενδύσεις για την παροχή γεωργικών συμβουλών στην ελληνική αγορά.
* Την ελευθερία να επιλέγει ο παραγωγός, που χρηματοδοτεί την αγορά ή φιλοξενεί την εγκατάσταση αισθητήρων στο χωράφι του, τον φορέα που θα του παράσχει συμβουλευτική μέσω της διασφάλισης της πρόσβασης στα δεδομένα των αισθητήρων.
* Να εξασφαλίζει εκείνο το είδος των επενδύσεων που συνάδουν με τις βασικές αρχές του ελεύθερου λογισμικού και την κουλτούρα ανοιχτότητας.

Βήματα στην πράξη

Πιστεύουμε ότι ο διαγωνισμός στο σύνολό του πρέπει να επανεξεταστεί με την ενεργό συμμετοχή του ΥπΑΑΤ, των εποπτευόμενων φορέων του, της ΕΜΥ και των σχετικών με τον πρωτογενή τομέα ερευνητικών και πανεπιστημιακών ιδρυμάτων. Ως κομμάτι αυτής της επανεξέτασης απαραίτητο βήμα πρέπει να αποτελέσει η αξιοποίηση των 181 μετεωρολογικών σταθμών του ΥπΑΑΤ που, με βάση σχετική μελέτη, μπορούν να είναι στο σύνολό τους λειτουργικοί με χαμηλό κόστος (500.000 ευρώ). Επιπλέον, τμήμα της διαβούλευσης αυτής επιβάλλεται να είναι η αξιολόγηση της υφιστάμενης δημόσιας υποδομής για παροχή υπηρεσιών ψηφιακής γεωργίας, που έχει ήδη αναπτυχθεί και λειτουργεί. (Συγκεκριμένα, το ΥπΑΑΤ, ο ΟΠΕΚΕΠΕ και ο ΕΛΓΑ έχουν υλοποιήσει σχετικά έργα ψηφιακών υπηρεσιών και υποδομών προϋπολογισμού αρκετών εκατομμυρίων ευρώ με χρηματοδότηση από το ΕΣΠΑ 2007-2013.)
Με την ολοκλήρωση της παραπάνω αξιολόγησης να υλοποιηθεί, τελικά, ένας διαγωνισμός τέτοιος ώστε να μπορεί ο έλληνας αγρότης να απολαμβάνει τα οφέλη της ευφυούς γεωργίας –χωρίς όμως να είναι όμηρος συγκεκριμένων ανεξέλεγκτων ιδιωτικών συμφερόντων. Εν τέλει, ο μετασχηματισμός στον πρωτογενή τομέα οφείλει να είναι ένας αρμονικός μετασχηματισμός προς όφελος της ίδιας της κοινωνίας, ιδίως της υπαίθρου, και της οικονομίας της χώρας μας στο σύνολό της.