Προσωπικοί κώδικες ηθικής και δύσκολα διλήμματα

Γκράχαμ Γκρην “Η καρδιά των πραγμάτων” (μτφ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Πόλις, 2017)

 

Ζορζ Σιμενόν “Ο Μαιγκρέ στους Φλαμανδούς” (μτφ. Αργυρώ Μακάρωφ, εκδ. Άγρα, 2017)

 

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως κάποιες μικρές εκδοτικές εμμονές μπορούν να χαρίσουν μεγάλη απόλαυση σε αναγνώστες και αναγνώστριες. Για παράδειγμα, η επιμονή  των εκδόσεων Πόλις στον Γκράχαμ Γκριν και της Άγρας στον Ζορζ Σιμενόν έχουν προσφέρει στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό μερικά εξαιρετικά δείγματα βιβλίων που μπορούν να ενταχθούν και στην αστυνομική λογοτεχνία, σε καλές, σύγχρονες μεταφράσεις και σε πολύ φροντισμένες εκδόσεις. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν και τα δύο βιβλία του σημερινού σημειώματος. Δύο βιβλία με δύο πρωταγωνιστές που έχουν κοινό στοιχείο το γεγονός ότι επιλέγουν να υπακούουν σε δύσκολους και οδυνηρούς, κάποιες φορές, προσωπικούς κώδικες ηθικής. Δύο βιβλία που πραγματεύονται, το καθένα με τον  τρόπο του, την προσωπική οπτική των ανθρώπων για το τι σημαίνει ενοχή, οίκτος, συγχώρεση, τιμωρία.

 

Η Καρδιά των πραγμάτων μάς μεταφέρει στην εποχή της αποικιοκρατίας, σε κάποια χώρα της Αφρικής που δεν κατονομάζεται (αν και φωτογραφίζεται η Σιέρα Λεόνε): μια βρετανική αποικία, στα ταραγμένα και επισφαλή χρόνια του μέσου του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο αστυνόμος Χένρι Σκόμπι (ένας άνθρωπος «εκπληκτικός στο να αποκτά εχθρούς», πιστός καθολικός με αυστηρές ηθικές αρχές και με μόνιμα αισθήματα ενοχής που δεν του επιτρέπουν να αμφισβητήσει τον ασφυκτικό γάμο μέσα στον οποίο ζει) δίνει τη μάχη του για την καταπολέμηση του λαθρεμπορίου διαμαντιών, που ανθεί στην περιοχή. Η (ψυχολογικά) περίπλοκη εξάρτησή του από τη σύζυγό του θα τον εμπλέξει σε ένα αυτοκαταστροφικό δίχτυ που θα θέσει σε κίνδυνο όλη τη ζωή που έχει στήσει. Αν και εγκλωβισμένος πάντα στους αυστηρούς κανόνες που ο ίδιος έχει θέσει, δεν διστάζει να πει κάποια στιγμή και ότι «δεν μπορείς να είσαι συνέχεια συνετός. Θα πεθάνεις από αηδία». Δέσμιος των ενοχών και της πίστης του, όταν κάποια στιγμή ο Σκόμπι γνωρίζει έναν καινούργιο και δυνατό έρωτα, τα αποτελέσματα θα είναι τραγικά.

Σκοτεινές διαδρομές σε σκοτεινές εποχές

Ο Γκριν, για μία ακόμη φορά, στήνει ένα σύνθετο οδοιπορικό στις δύσβατες ψυχολογικές διαδρομές του ήρωά του. Σε μια άγρια πόλη («τα απογεύματα, το λιμάνι γινόταν όμορφο για κανένα πεντάλεπτο»), σε μια αποικία που σαπίζει («Σ’ αυτή την αποικία, για κάθε μομφή υπήρχε κι ένας αντίλογος. Πάντα υπήρχε κάπου αλλού μια πιο σκοτεινή πτυχή της διαφθοράς να υποδείξει κανείς»), σε μια κοινωνία όπου «ανθούσε η αδικία, η σκληρότητα, η μοχθηρία», ο αστυνόμος Σκόμπι γλιστράει σιγά σιγά σε μια αβεβαιότητα που κατακλύζεται από αντιφάσεις και αμφιθυμίες, σε ένα υπαρξιακό δράμα που θα τον οδηγήσει, τελικά, στη μοιραία απελπισία. Ακόμα και τότε, όμως, την κρίσιμη στιγμή, επιλέγει να κρύψει την πραγματικότητα.
Μυθιστόρημα που οι κριτικοί εντάσσουν στην «Καθολική τριλογία», η Καρδιά των πραγμάτων εξερευνά έναν άνθρωπο που έρχεται αντιμέτωπος με διλήμματα που τον ξεπερνούν. Στήνει, έτσι, έναν λεπτοδουλεμένο χαρακτήρα, που συντρίβεται κάτω από το βάρος τόσο των δικών του πεποιθήσεων όσο και της άρρωστης αποικιακής κοινωνίας μέσα στην οποία ζει.
Το βιβλίο έγινε μεγάλη εμπορική επιτυχία και πήρε πολλά βραβεία. Όμως, ο Γκράχαμ Γκριν δεν το πολυσυμπαθούσε, δεν το θεωρούσε από τα καλύτερά του, και αν ισχύει κάτι τέτοιο, τότε αυτό το («αποτυχημένο», όπως έλεγε ο ίδιος) βιβλίο είναι ενδεικτικό του μεγέθους του Γκράχαμ Γκριν ως συγγραφέα.

Η κατά Μεγκρέ δικαιοσύνη

Στο βιβλίο του Ζορζ Σιμενόν, μια από τις καλύτερες ιστορίες του Μεγκρέ, ο επιθεωρητής, υπακούοντας στην προτροπή ενός συγγενή του να κάνει μια «φιλική εξυπηρέτηση», θα προσπαθήσει να διαλευκάνει την εξαφάνιση μιας νεαρής γυναίκας σε μια περιοχή εκτός της δικαιοδοσίας του. Η πρόσκληση θα τον φέρει στο Ζιβέ, μια πόλη στα σύνορα μεταξύ Γαλλίας και Βελγίου («ένα μέρος του σπιτιού ανήκει στο Βέλγιο και ένα μέρος στη Γαλλία…»), όπου η οικογένεια (των Φλαμανδών) που τον έχει καλέσει θεωρείται ύποπτη από τους υπόλοιπους (κυρίως Βαλλόνους) κατοίκους για την εξαφάνιση της κοπέλας. Καθώς η έρευνα του Μεγκρέ σέρνεται ή, στην καλύτερη περίπτωση, κινείται σημειωτόν –μια έρευνα δύστροπη, δύσκολη, παράξενη («Δεν επρόκειτο για έρευνα. Δεν υπήρχε κανένα σημείο εκκίνησης, καμία βάση»)– σιγά σιγά αρχίζει να αναδεικνύεται στο προσκήνιο και στον πρωταγωνιστικό ρόλο (όπως συμβαίνει συνήθως στον Σιμενόν) ολόκληρη η τοπική κοινωνία, μια τοπική κοινωνία όπου υποβόσκει η σύγκρουση και η αμοιβαία καχυποψία και αντιπάθεια ανάμεσα σε Βαλλόνους και Φλαμανδούς: χωριστά καφενεία και εστιατόρια, άλλες συνήθειες και άλλη γλώσσα, διαφορετικές αντιλήψεις και νοοτροπίες.
Οι προκαταλήψεις διαπερνούν την κοινωνία και διαιρούν τους γείτονες, όπως και οι ταξικές διαφορές («Όλη η πόλη είναι εναντίον μας επειδή είμαστε Φλαμανδοί και έχουμε λεφτά»). Οι αποστάσεις φαντάζουν αγεφύρωτες («Δεν έχουν την ίδια νοοτροπία μ’ εμάς… Δεν τους αρέσει ν’ αλλάζουν τις συνήθειές τους… Οι Φλαμανδοί θέλουν κάποιον που να καταλαβαίνει τη γλώσσα τους… Δεν έχουν τις ίδιες ιδέες μ’ εμάς»). Οι Βαλλόνοι κοιτάζουν με μισό μάτι τον Μεγκρέ («ο φίλος των Φλαμανδών»…), ενώ δεν τρέφουν πάντα και τα καλύτερα συναισθήματα για την αστυνομία («επαναλαμβάνω ότι η αστυνομία είναι στη διάθεση των πλουσίων, αλλά από τη στιγμή που είσαι φτωχός…»).
Σε μια παγωμένη πόλη που τη σαρώνει η βροχή και οι αέρηδες, ο Μεγκρέ περπατάει μέσα στην ομίχλη καταλήγοντας συνεχώς σε διαδοχικά αδιέξοδα, πέφτοντας συνεχώς πάνω σε κλειστές πόρτες, μέχρι τη στιγμή που θα βρει τη ρωγμή που θα τον οδηγήσει στο φινάλε. Ένα φινάλε ιδιαίτερο, χωρίς τη «συνηθισμένη» κάθαρση, ένα φινάλε που δείχνει τι μπορεί να σημαίνει μερικές φορές η δικαιοσύνη και η απόδοση δικαιοσύνης «κατά Μεγκρέ».

Κώστας Αθανασίου