Πρωτοχρονιάτικες διαδρομές

tsoubou

Οι γιορτές έχουν σημάδι την επιστροφή των δικών μας ανθρώπων. Επιστροφή στο γιορτινό τραπέζι, που όταν η παλιά μεγάλη ελληνική πατριαρχική οικογένεια έτρωγε, ο πατέρας έκοβε το χριστουγεννιάτικο καρβέλι με τα κεντίδια, το χριστόψωμο, αφού πρώτα το σταύρωνε. Η πανάρχαια πίστη στην Ελευσίνια Δήμητρα άφησε το αποτύπωμά της. Το ψωμί είναι το ιερό σύμβολο της ζωής, τουλάχιστον στην παραδοσιακή ελληνική οικογένεια. Μια κάποια ανάμνηση υπάρχει και σήμερα.
-Με ποιους θα φάτε;
-Θα έρθουν τα παιδιά;
-Τι θα μαγειρέψεις;
Και στρώνεται το τραπέζι, γιορτινό, πλούσιο, πολύχρωμο, μοσχομυριστό. Ζεστό το σπιτικό, δώρα σε πολύχρωμες συσκευασίες για όλους, χαμόγελα και αγάπη. Πολύχρωμα φωτάκια αναβοσβήνουν, έχουμε φέρει και το δάσος στο σαλόνι μας, έλατα και γκι, ψευδαίσθηση των κατοίκων της πόλης ότι βρίσκονται στην ύπαιθρο.
Όμως στην ελληνική λαϊκή παράδοση, που έρχεται με τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα, υπάρχει το στολισμένο κυπαρίσσι κι όχι το έλατο.
«….χρυσό κυπαρισσάκι
..στη μέση είχε το σταυρό, στην άκρη το Βαγγέλιο
Και κάτω στη ριζούλα του μια κρυσταλλένια βρύση …..».
Εικόνες από παλιές οικογενειακές στιγμές, ευτυχισμένες, που όλο και ξεθωριάζουν. Από τη μια η κρίση -έχουν όλοι να φάνε; Από την άλλη, οι πρόσφυγες στην παγωμένη Μόρια, ή τα ξενιτεμένα παιδιά που –γιατί να έρθουμε; Ακόμα το χιόνι που δεν λέει να πέσει, μήπως αλλάξει λίγο το τοπίο και ασπρίσουν οι λεροί δρόμοι, κατά τον Καρυωτάκη, όσο κι αν η μπάντα του δήμου, τραγουδώντας τα κάλαντα, μας βγάζει από το σπίτι να δούμε τα παιδιά με τα περίεργα σιρίτια και να ανταλλάξουμε και δυο ευχές με τους γείτονες.
Κι όλο επανέρχομαι στον Αμερικάνο του Παπαδιαμάντη που επέστρεψε, τέτοιες ημέρες, μετά από δεκαετίες στο χωριό του και στη γερασμένη του αρραβωνιαστικιά που τον περίμενε. Μεγάλος πια και με τις τσέπες γεμάτες δολάρια, έρχεται να αράξει στον τόπο του. Και πάντα αισθάνομαι σαν να είναι η πρώτη φορά που το διαβάζω και πλημμυρίζω αισθήματα που μόνο στα μυθιστορήματα τα νιώθεις πλέον και που η μοναδική ηθογραφική περιγραφή του σκιαθίτη κοσμοκαλόγερου έχει την ικανότητα να μεταφέρει.
Στην αρχή της κρίσης είχα ακούσει και το αμίμητο, μήπως τώρα, φτωχότεροι, επιστρέψουμε στον παλιό καλό καιρό, τον αυθεντικό, με τα πλούσια συναισθήματα και την άδεια τσέπη. Πολύ θα χαίρονταν οι τότε κρατούντες μ’ αυτό το παραμύθι που θα τους απάλλασσε από την ευθύνη της φτωχοποίησης της κοινωνίας, λες κι αισθάνονται κάποια ευθύνη.
Ο άι Βασίλης, η χαρά των παιδιών. Άλλοτε στο έλκηθρο να σέρνει το καρότσι με τα δώρα, άλλοτε να σκαρφαλώνει στο μπαλκόνι με ένα σκοινί που κοντεύει να τον πνίξει, και άλλοτε να φωτογραφίζεται με τα παιδάκια στις πλατείες με την κατακόκκινη στολή, την άσπρη γενειάδα και το γεμάτο σακούλι του. Όπου και να τον δεις η ομορφιά του παραμυθιού έχει χαθεί, άλλωστε οι μικροί για τα δώρα τον θέλουν, δεν κοιτούν κάτι άλλο.
Πάει ο καιρός που τα ίδια τα παιδιά ήταν άι βασίληδες και βαστούσαν και το ραβδί του, που σαν οδοιπόρος «από την Καισαρεία» κρατούσε, σημάδι της μακρινής του οδοιπορίας. Και τα παιχνιδομάγαζα με εκατομμύρια παιχνίδια, που μετανιώνεις όταν μπεις στο πρώτο λεπτό. Το τι χρησιμεύει το παιχνίδι δεν απασχολεί τις βιομηχανίες των παιχνιδιών. Ο διαχωρισμός των φύλων εδώ είναι απόλυτος και η πωλήτρια ανυποψίαστη σε στέλνει στο τμήμα για τα αγόρια ή τα κορίτσια. Και αν εγώ θελήσω να πάρω ένα ποδοσφαιράκι για τη βαφτιστήρα μου, πόσο είναι επιλήψιμο για μένα που είναι κορίτσι και δεν της πήρα το θησαυρό της κάθε μπάρμπι από φορέματα, καλλυντικά και τέτοιου είδους στολίδια.
Σε κάποια τμήματα για αγόρια, νομίζεις ότι είσαι σε εμπόλεμη περιοχή: όπλα κάθε είδους τελευταίας τεχνολογίας, που λένε, αλλά και ενδυμασίες ανάλογες για τους πιτσιρικάδες. Πώς να πολεμούν χωρίς στολή παραλλαγής άλλωστε; Και ο κόσμος αγοράζει όπλα. Και είδη υπερπολυτελείας: κότερα, βίλες με πισίνες, αυτοκίνητα ταχύτητας. Ο απόηχος της ευμάρειας πρέπει να περάσει και στους νεότερους. Είχα την εντύπωση ότι οι νεότεροι γονείς θα είναι πιο υποψιασμένοι από εμάς για το ρόλο του παιχνιδιού στη διαμόρφωση του χαρακτήρα των παιδιών.
Ας είναι, μέρες που’ ναι. Ας τα θεωρήσουμε όλα αυτά ανακατέματα των παιχνιδιάρικων δαιμόνων της λαϊκής παράδοσης, των καλικαντζάρων. Που ανεβαίνουν στον πάνω κόσμο για ένα δωδεκαήμερο και δεν αφήνουν τίποτε όρθιο. Δαίμονες παιχνιδιάρηδες, πειραχτήρια, φιλοπερίεργοι τύποι. Έτσι τους ήθελε ο λαός, δηλαδή αληθινούς λαϊκούς τύπους που ξημερώματα των Φώτων με τον πρώτο αγιασμό του παπά εξαφανίζονται. «Φεύγετε να φεύγουμε/ τι έρχεται ο τουρλόπαπας /με την αγιαστούρα του/ και με τη βρεχτούρα του».
Και τελειώνει και το παραμύθι των γιορτών. Μακάρι να το ζούσαμε όλοι.
Εις έτη πολλά….

Γιούλα Τσουμπού,
μέλος της Ν.Ε. ΣΥΡΙΖΑ Δυτ. Αθήνας,
εκπαιδευτικός