Πρόκριτοι και Επανάσταση: σωτήρες ή εκμεταλλευτές;

Αναμένοντας τον εορτασμό των 200 χρόνων από την Επανάσταση του Εικοσιένα

Από την εποχή που ο Γιάννης Κορδάτος συντάρασσε συθέμελα τα ήρεμα νερά της παραδοσιακής ιστοριογραφίας του 19ου αιώνα, αποδίδοντας στο Εικοσιένα ταξικό χαρακτήρα, έχει κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι. Εν τούτοις το «χτύπημα» αυτό του Κορδάτου στην αστική προεπαναστατική τάξη –ό,τι κι αν καταλαβαίνει κανείς με τον όρο «αστική» στα πολιτικά και ιστορικά συμφραζόμενα της εποχής– δεν ερχόταν από το πουθενά, ούτε ήταν μια καινοτομία από μόνη της η επίθεση στους προκρίτους.

Ήδη από τις αρχές του νεότερου ελληνικού κράτους, ιστορικοί που σημάδεψαν την ιστοριογραφία της Επανάστασης στην Ελλάδα, όπως ο Ν. Σπηλιάδης, είχαν πάρει σαφώς θέση υπέρ των Αγωνιστών του Εικοσιένα και εναντίον των προκρίτων, στους οποίους απέδιδαν με κάθε ευκαιρία δόλο, εξυπηρέτηση προσωπικών συμφερόντων, κ.ά. Η μετέπειτα στάση των ιστορικών του 19ου καθορίστηκε εν πολλοίς και από τις πηγές. Όσο η πληθώρα των απομνημονευμάτων, βιογραφιών, μυθοπλασιών και άρθρων που εξήραν το ρόλο των Αγωνιστών αυξανόταν, τόσο η ιστοριογραφία επηρεαζόταν κλίνοντας υπέρ τους. Το βάρος αυτής της παραγωγής ελάχιστα εξισορροπείτο από τη δημοσίευση πηγών σχετικά με τους πρόκριτους ή από μεμονωμένες προσπάθειες απάντησης στους Αγωνιστές και εξύψωσης του ρόλου των προκρίτων, όπως τα απομνημονεύματα του Κανέλλου Δεληγιάννη.
Επόμενο βήμα θα ήταν η εξεύρεση μιας μέσης λύσης: την Επανάσταση την έκαναν όλοι μαζί οι Έλληνες (βλ. το παραδοσιακό έργο του Σ. Τρικούπη Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως). Το αφήγημα πλέον μετατοπίστηκε στην ένωση των Ελλήνων μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης και οι ελληνικοί εμφύλιοι του 1823-24 χάθηκαν στον κυκεώνα πολύπλοκων αντιθέσεων μεταξύ προκρίτων-αγωνιστών-νησιωτών, που περισσότερο δημιουργούσαν σύγχυση όσον αφορά τις αντίπαλες παρατάξεις, ενώ απέδιδαν λανθασμένα και σχηματικά αντιθέσεις συγκεκριμένων στρατοπέδων. Έτσι ο ρόλος των προκρίτων παρέμεινε ασαφής. Φτάνοντας στην εποχή της έλευσης του Καποδίστρια εντούτοις, οι πρόκριτοι θα αποκτήσουν νέο αρνητικό ρόλο ως εσωτερικοί εχθροί που ήθελαν να διατηρήσουν τα προνόμιά τους. Η δολοφονία του Κυβερνήτη θα αποδοθεί στην οικογένεια Μαυρομιχάλη αποκλειστικά και τα συμφέροντα των προκρίτων που δεν αποδέχονταν τον παραγκωνισμό τους από την εξουσία θα ιδωθούν για άλλη μια φορά ως εμπόδιο στο μεγαλείο της φυλής.

Ποιοι ήταν πραγματικά αυτοί οι πρόκριτοι;

Αλλά ποιοι ήταν πραγματικά αυτοί οι πρόκριτοι; Αποτελούσαν όντως ένα ενιαίο σώμα; Μία τάξη; Όσο κι αν το ερώτημα μοιάζει απλοϊκό, λίγες είναι μελέτες έως τώρα που επικεντρώνονται στην ιστορία ξεχωριστά των προκρίτων και στο ρόλο τους στην Επανάσταση του Εικοσιένα. Μια προσεκτική ανάγνωση των πρώτων ιστοριών του Εικοσιένα αποκαλύπτει αντιθέσεις, έχθρες και διχόνοιες μεταξύ τους που δύσκολα μπορούν να αγνοηθούν στην προσπάθεια συγκρότησης ενός αφηγήματος που αναλύει το ρόλο τους. Συνεπώς χρειάζεται ακόμη αρκετή δουλειά ώστε να ξεδιαλυθεί το κουβάρι της πολυπλοκότητας των σχέσεων μεταξύ τους και με την εκάστοτε κεντρική εξουσία. Και για να ξεκινήσει κανείς θα έπρεπε να δει τι ήταν κάθε μια από αυτές τις οικογένειες προεπαναστατικά. Τι σχέσεις είχε με τις άλλες προυχοντικές οικογένειες και τι σχέσεις με τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Πώς προσδιορίζονταν οι σχέσεις εξάρτησης μέσω της γαιοκτησίας, αλλά και άλλων μηχανισμών εξάρτησης (δάνεια, ενοίκια, φόροι). Για τα παραπάνω, όσο και αν τα θεωρητικά σχήματα δεν λείπουν (βλ. π.χ. Χ. Λυριτζής, Το τέλος των «τζακιών»), απουσιάζουν ωστόσο οι μελέτες περίπτωσης, που θα μας οδηγούσαν σε ασφαλέστερα και σαφέστερα συμπεράσματα. Ας σκεφτούμε για παράδειγμα τη σημασία που θα είχε μία μελέτη για την οικογένεια Ζαΐμη ή την οικογένεια Λόντου πριν το Εικοσιένα. Με ποιους άλλους πρόκριτους συνδέονταν, με ποιους πάντρευαν τα παιδιά τους και τι είδους ήταν αυτές οι σχέσεις: εμπορικές; Γαιοκτησίας, καταμερισμού των προσόδων; Διαμοιρασμού των σχέσεων επιρροής στην κεντρική οθωμανική εξουσία; Ανταλλαγής δανείων; Εκμετάλλευσης χωρικών; Τα ερωτήματα θα μπορούσαν να είναι ακόμη περισσότερα αν είχαμε πρόσβαση και στις οθωμανικές πηγές, που θα αποκάλυπταν τις σχέσεις τους με την Υψηλή Πύλη και μάλιστα με συγκεκριμένα πρόσωπα. Έτσι θα προέκυπταν και πολιτικές διαστάσεις του ρόλου τους προεπαναστατικά, που θα βοηθούσαν στην προσπάθεια απάντησης και του γενικότερου ερωτήματος «γιατί οι πρόκριτοι έλαβαν μέρος στην Επανάσταση;», ερώτημα που ακόμη και σήμερα δεν έχει σαφή και συγκεκριμένη απάντηση και δύσκολα θα μπορούσε να τους συμπεριλάβει όλους μαζί (η προσπάθεια εξεύρεσης καθολικής απάντησης εξυπηρετεί μόνο σχηματικές αναπαραστάσεις του Εικοσιένα και της Επανάστασης).

Η εμπλοκή των κατώτερων κοινωνικά ομάδων

Στο ίδιο πλαίσιο με τον παραπάνω προβληματισμό θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς και για την εμπλοκή στην Επανάσταση στο πλευρό των προκρίτων διαφόρων κατώτερων κοινωνικά ομάδων. Μια εύκολη απάντηση θα ήταν ότι οι χωρικοί, οι δανειζόμενοι, οι εξαρτώμενοι μικροί καλλιεργητές, ακολούθησαν σχεδόν αναγκαστικά τους προκρίτους στον πόλεμο, λόγω των σχέσεων εξάρτησης από αυτούς. Όμως έτσι θα άφηνε κανείς έξω από τους συντελεστές τις σημαντικότατες προσπάθειες της Φιλικής Εταιρείας, των ελλήνων διαφωτιστών, της Εκκλησίας και των οπλαρχηγών να πυροδοτήσουν ιδεαλιστικά –εθνικιστικά θα έλεγε κανείς στο πνεύμα μια επερχόμενης ακόμη εποχής των εθνικισμών– τον απλό λαό με ένα όραμα ελευθερίας και δημιουργίας μιας ανεξάρτητης Ελλάδας. Θα άφηνε κανείς επίσης απέξω τις καταπιέσεις που υφίστατο αυτός ο κόσμος από την οθωμανική εξουσία, αλλά και από τους ίδιους τους πρόκριτους, κάτι που δεν μπορεί παρά να έπαιξε ρόλο στο επιτυχές ξέσπασμα της Επανάστασης. Άρα η απάντηση είναι αρκετά πιο σύνθετη και προϋποθέτει γνώσεις πάνω στις σχέσεις εξάρτησης πολύ πιο λεπτομερείς (συγκεκριμένα παραδείγματα θα ωφελούσαν), αλλά και προσπάθειες ποσοτικοποίησης της επιρροής των Φιλικών, των Αγωνιστών, των διαφωτιστών κ.λπ. πάνω σε συγκεκριμένα στρώματα του τότε ελληνικού πληθυσμού – πράγμα εξαιρετικά δύσκολο λόγω της έλλειψης ικανοποιητικών δεδομένων.

Εν αναμονή νέων μελετών

Συμπερασματικά, ο ρόλος που έπαιξαν οι πρόκριτοι στην Επανάσταση του Εικοσιένα ήταν αναμφισβήτητα σημαντικός. Χωρίς τη δική τους συμβολή, οικονομική, εξουσιαστική, δυναμική, πολιτική και κοινωνική, η Επανάσταση δεν θα μπορούσε να επιτύχει. Το γιατί όμως επέλεξε ο καθένας από αυτούς να εμπλακεί σε αυτόν τον πόλεμο εναντίον της οθωμανικής εξουσίας είναι ένα ερώτημα προς διερεύνηση. Το ίδιο σημαντικό είναι και το ερώτημα για τους ανθρώπους που ακολούθησαν τους προκρίτους στον πόλεμο, ειδικά στις πρώτες φάσεις της Επανάστασης.
Αναμένοντας, λοιπόν, τον εορτασμό των 200 χρόνων από την Επανάσταση το 2021 προσμένουμε με ενδιαφέρον να δούμε διάφορες μελέτες που πραγματοποιούνται ήδη σε διάφορα ιδρύματα ή από μεμονωμένους ερευνητές, οι οποίες θα συμβάλλουν σημαντικά στις απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα. Άλλωστε, μία από αυτές εκπονείται ήδη από τον υπογράφοντα το άρθρο, με τίτλο «Συμμαχίες προυχοντικών οικογενειών της Πελοποννήσου πριν και κατά την Επανάσταση του 1821: Οι οικογένειες Περρούκα, Κανακάρη-Ρούφου και Χαραλάμπη», που στόχο έχει να παρουσιάσει τόσο το οικονομικό και κοινωνικό υπόβαθρο αυτών των οικογενειών προεπαναστατικά όσο και τις μεταξύ τους σχέσεις τόσο σε επίπεδο κορυφής όσο και με τους πληθυσμούς τους οποίους επηρέαζαν.

Δημήτρης Μπαχάρας,
δρ Ιστορίας,
διδάσκων του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων,
ερευνητής στο Πρόγραμμα του ΕΑΠ «Διακόσια χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση»