Πρώτη εμφάνιση

Το 2016, ο Κωνσταντίνος Τζήκας και η Ούρσουλα Φωσκόλου είδαν το πρώτο τους βιβλίο να βρίσκει τη θέση του στις προθήκες των βιβλιοπωλείων και γνώρισαν θετική υποδοχή από αναγνώστες και κριτικούς. Σήμερα, τα Κομμένα του Τζήκα και το Κήτος της Φωσκόλου βρίσκονται, μεταξύ άλλων βιβλίων, στη μικρή λίστα για το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του περιοδικού «Ο αναγνώστης», ενώ το δεύτερο διεκδικεί και το βραβείο διηγήματος των βιβλιοπωλείων Public. Το πρώτο βιβλίο, προϊόν ενός αβέβαιου ακόμη μόχθου, πραγματοποίηση ενός ονείρου και αποτέλεσμα ενίοτε αγωνιώδους προσπάθειας μέχρι να βρεθεί εκείνος που θα το υποδεχτεί και θα αποφασίσει να πάρει το ρίσκο του, που θα φτιάξει τη γέφυρα μεταξύ του συγγραφέα και του δυνητικού κοινού του, αποκαλύπτει –ακόμη περισσότερο όταν μιλάμε για νέους σε ηλικία συγγραφείς– το πώς διαμορφώθηκε η συγγραφική φωνή και συχνά φέρει εμφανή ίχνη των επιρροών του, των διαβασμάτων του, των συγγενειών που προτίθεται να χτίσει στη συνέχεια της διαδρομής του. Συχνά ο κριτικός καταφεύγει στο πρώτο βιβλίο ενός επιτυχημένου συγγραφέα για να ανιχνεύσει εκεί εν σπέρματι αρετές που έχει απολαύσει σε πλήρη ανάπτυξη σε επόμενα βιβλία. Αλλά και το αντίθετο, διαβάζοντας το πρώτο βιβλίο ενός συγγραφέα προσπαθεί να φανταστεί τη μετέπειτα εξέλιξή του. Με αυτά τα πρώτα τους βιβλία, ο Τζήκας και η Φωσκόλου μας δείχνουν, λοιπόν, το εργαστήριό τους ακριβώς τη στιγμή που διαμορφώνεται η ταυτότητά τους ως συγγραφέων. Αν κάτι τους συνδέει είναι ότι επιλέγουν και οι δυο τη μικρή φόρμα και, κυρίως, ότι παίρνουν σαφείς αποστάσεις από τη ρεαλιστική γραφή.

Τα Κομμένα του Κωνσταντίνου Τζήκα, μια συλλογή δεκατριών διηγημάτων, έλκουν την καταγωγή τους από το χώρο της λογοτεχνίας του φανταστικού. Μέσα από τις χαραμάδες τους αποκαλύπτουν έναν αναγνώστη του Κάφκα, της Γουλφ, του Μπάροουζ. Ο αινιγματικός τους τίτλος αφήνει περιθώρια σε πολλές ερμηνείες. Κομμένα, δηλαδή τραυματισμένα, ακρωτηριασμένα, ή μήπως αιχμηρά, θραυσματικά; Η μήπως πάλι παραπέμπουν στην έκφραση της νεανικής αργκό «κόβομαι για κάτι», δηλαδή ενδιαφέρομαι υπερβολικά, σχεδόν εμμονικά γι’ αυτό; Κι αν πάρουμε μια άλλη νοηματική γραμμή, μήπως θέλουν να υποβάλουν την ιδέα μιας παύσης, μιας διακοπής, ή ακόμη και να την απαιτήσουν; Στην τομή όλων αυτών των σημασιών ζούνε οι αλλόκοτοι ήρωες του Τζήκα. Εμμονικοί σχεδόν όλοι τους, φετιχιστές, ακραίοι, στα  όρια της τρέλας, ή μάλλον πέρα από αυτά, επιζητούν την υπέρτατη συγκίνηση, την ακραία ηδονή ή την απόλυτη εξαφάνιση. Η γυναίκα που ερωτεύεται κτίρια, ο φίλαθλος που ξαφνικά βρίσκεται με ένα κυριολεκτικώς ουρανοκατέβατο κομμένο χέρι και αναζητά την ιδιοκτήτριά του, ο άντρας που αγοράζει και εκτρέφει μια μαύρη κουκίδα μέχρι να μπορέσει να εξαφανιστεί μέσα της, ο στρατιώτης που επιστρέφει από τον πόλεμο αλλά παραμένει εγκλωβισμένος σε έναν κόσμο αντίπαλων στρατοπέδων, ο υπάλληλος που γελά μέχρι εξαφανίσεως, η γυναίκα που επιδίδεται σε έναν οργιώδη αυτοαφανισμό, το αγόρι που είναι βέβαιο πως είναι χαρταετός…
Όλα σχεδόν τα διηγήματα των Κομμένων αποτελούν την ανάπτυξη μιας μεταφοράς, μιας ιδέας ή μιας έννοιας που ο νεαρός συγγραφέας την αποσπά από το ρεαλιστικό της πλαίσιο και την εκτοξεύει σε έναν αλλόκοτο κόσμο, οδηγώντας τη συχνά στα όριά της. Το σώμα είναι σχεδόν σε όλα τα διηγήματα της συλλογής ο τόπος της μεταφοράς, σ’ αυτό εντοπίζει ο συγγραφέας την ενσάρκωση των παθών της ψυχής, αλλά και των ταραχών του νου. Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο πως δύο από τα διηγήματα των Κομμένων διερευνούν τη μεταφορά του καρκίνου. Στα «καρκινικά ειδύλλια» του Τζήκα,  η επάρατη νόσος δεν είναι κάτι απευκταίο και τρομερό, αλλά αντίθετα γίνεται αντικείμενο λυσσαλέας επιθυμίας ή πηγή απύθμενης ζήλιας. Λειτουργεί έτσι ως μεταφορά όχι μόνο ακραίων ανθρώπινων σχέσεων, αλλά, νομίζω, και της ίδιας της γραφής, του ανεξέλεγκτου πολλαπλασιασμού της, της εκρηκτικής εξάπλωσής της, του τρόπου με τον οποίο κατατρώει το σώμα που την φιλοξενεί.

Ευφάνταστος, πρωτότυπος και τολμηρός

Το πρώτο βιβλίο του Κωνσταντίνου Τζήκα αποκαλύπτει έναν συγγραφέα ευφάνταστο, πρωτότυπο και τολμηρό. Στις πιο αδύναμες στιγμές του, γοητεύεται υπερβολικά από την ίδια του την ευρηματικότητα και την ακολουθεί μέχρι την εξάντλησή της· όπου όμως το περιεχόμενο της μεταφοράς του έχει βαθύτερες ρίζες, ο νεαρός συγγραφέας μάς δίνει απολαυστικά και μαζί σπαρακτικά διηγήματα. Αν έπρεπε να διαλέξω ένα από τα διηγήματα της συλλογής, θα στεκόμουν σ’ αυτό με τον τίτλο «Κάντυ», που νομίζω πως διαφοροποιείται από τα υπόλοιπα. Αφηγείται την ιστορία μιας φωτογραφίας πορνό, που ξεκινά από το Άμστερνταμ, όπου φωτογραφίζεται η 22χρονη Κάντυ, και ακολουθεί τις διαδοχικές μεταμορφώσεις της από χέρια σε χέρια, από χώρα σε χώρα, μέχρι να ξαναβρεθεί κυριολεκτικά κάτω από τα ανοιχτά πόδια της Κάντυ και να εξαφανιστεί μέσα της. Στην ιστορία της Κάντυ και της φωτογραφίας της, αναγνώρισα επιρροές από τη σύγχρονη λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία και μου θύμισε Μπολάνιο ή Πάουλς. Και χάρηκα διαβάζοντας σε μια συνέντευξη του συγγραφέα ότι αυτό είναι το πιο πρόσφατα γραμμένο από τα διηγήματα του βιβλίου και αυτό που αντανακλά καλύτερα την εξέλιξη του ύφους του.

Κύριο χαρακτηριστικό, η ποιητικότητα

Το Κήτος της Ούρσουλα Φωσκόλου είναι χωρισμένο σε δύο διακριτά ως προς τη μορφή τους μέρη. Το πρώτο περιλαμβάνει μικρά πεζά που μετά βίας καταλαμβάνουν μια σελίδα και βρίσκονται στο μεταίχμιο μεταξύ μικροαφηγήματος και πεζού ποιήματος, κλίνοντας άλλοτε προς τη μια και άλλοτε προς την άλλη πλευρά. Το δεύτερο αποτελείται από μεγαλύτερα αφηγήματα, που ως επί το πλείστον παρακολουθούν οικογενειακές γιορτές και φιλικές συναθροίσεις, γιορτές σε ξενοδοχεία παραθερισμού ή σε πατρικά σπίτια, ερωτικές συναντήσεις. Το στίγμα του βιβλίου το δίνει εξαρχής το μόττο του: «Κατάγομαι από τα παιδικά μου χρόνια όπως από μια χώρα» (Γιώργος Σαραντάρης). Η Φωσκόλου επισκέπτεται την παιδική ηλικία, στο πρώτο μέρος ως έναν κόσμο νεκρών και φαντασμάτων, στο δεύτερο ως διαδικασία ενηλικίωσης, που φέρνει διαρκώς αντιμέτωπους τον κόσμο των παιδιών κι εκείνο των μεγάλων. Και στις δύο εκδοχές του ο κόσμος της είναι σκοτεινός, ονειρικός, φορτωμένος υπαινιγμούς και δυσοίωνα προμηνύματα.
Αν έπρεπε να διαλέξω μία επιρροή για την πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέα, νομίζω πως θα στεκόμουν στην ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη. Τη δική του φωνή άκουσα περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη, κυρίως κάτω από τα μικρά πεζά του πρώτου μέρους, λιγότερο στα μεγαλύτερα του δεύτερου. Η ποιητικότητα είναι και το κύριο χαρακτηριστικό του ύφους της και αυτό που δίνει το στίγμα της γραφής της δημιουργώντας έναν κόσμο εικόνων και αισθήσεων, πλημμυρισμένο μυρωδιές, υφές, ήχους. Έναν κόσμο που μοιάζει παλιός και ίσως λίγο παλιομοδίτικος, αταίριαστος μάλλον με την ηλικία της δημιουργού του.

Τα σημάδια μιας δύσκολης ενηλικίωσης

Το Κήτος αναζητά στην παιδική ηλικία τα σημάδια μιας δύσκολης ενηλικίωσης, μιας ερωτικής αφύπνισης που μόνο υπαινικτικά παρουσιάζεται. Ο κόσμος και των νεκρών και των ζωντανών κατοικείται από ανέφικτους έρωτες, από φευγαλέα αγγίγματα, από ερωτικά πένθη. Και ίσως ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του βιβλίου είναι η ρευστότητα του φύλου που βρίσκει κανείς σε πολλά από τα αφηγήματα, μη μπορώντας συχνά να απαντήσει με βεβαιότητα ούτε για το φύλο του αφηγητή (ή της αφηγήτριας), ούτε γι’ αυτό του αντικειμένου του πόθου του.
Έγραψα παραπάνω πως τα μικρά πεζά του πρώτου μέρους ακροβατούν μεταξύ μικροαφηγήματος και πεζοποιήματος. Όπου κερδίζει το πρώτο, όπου δηλαδή δίνεται μεγαλύτερο βάρος στην αφήγηση παρά στην περιγραφή, η συγγραφέας κερδίζει το παιχνίδι. Όπου πάλι επικρατεί η περιγραφή, τα πολλά επίθετα, οι αλλεπάλληλες παρομοιώσεις και η ποιητική ατμόσφαιρα, χάνεται το βάθος και το κείμενο μοιάζει περισσότερο με άσκηση ύφους. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τα εκτενέστερα πεζά του δεύτερου μέρους, όπου δηλαδή η Φωσκόλου αφήνεται υπερβολικά στην ποιητικότητα της γραφής της, παραφορτώνει την αφήγησή της, και χάνει την υπαινικτικότητα και το ξάφνιασμα που γεννούν οι παράξενες ιστορίες της.

Έφη Γιαννοπούλου