Σελίδες ελληνικής λογοτεχνίας σε καλοκαιρινό φόντο

Παφλασμοί που αποκοιμίζουν, θάλασσες που σκοτώνουν, ξενοδοχεία που αυτονομούνται από το περιβάλλον τους, φάροι που γίνονται εξομολογητές και νησιώτικα σπίτια που αναστατώνουν τις ταυτοτικές μνήμες. Μυθιστορήματα και νουβέλες από παλιότερους και νέους δημιουργούς που με ωραίο γράψιμο, αναζητούν το νήμα των ταξιδιών, στο παρελθόν της μνήμης και στην αβεβαιότητα του μέλλοντος.

Άρης Μαραγκόπουλος «Φλλσστ, φλλσστ, φλλλσσστ», εκδ. Τόπος, σελ. 376

Ο τίτλος παραπέμπει στον παφλασμό των κυμάτων. Στην καθησυχαστική επανάληψη, σε ό,τι σε αποκοιμίζει γλυκά, κάνοντάς σε να παύεις να βλέπεις ακόμα και αυτά που συμβαίνουν δίπλα σου. Ο Άρης Μαραγκόπουλος, ένας πολιτικός συγγραφέας, στο όγδοο μυθιστόρημά του –έχει γράψει κάπου είκοσι βιβλία συνολικά, στα οποία περιλαμβάνονται και βιβλία κριτικής και τέχνης– καταπιάνεται με τα πολύ πρόσφατα: με την πενταετία 2012-2016, μια καυτή πενταετία που σημαδεύτηκε από τις διπλές εκλογές που ανέτρεψαν τα πάντα, τα κινήματα των πλατειών, τη δολοφονία Φύσσα και τόσα άλλα, μέχρι το δημοψήφισμα, μια πενταετία που συνέβησαν τέρατα και σημεία, αλλά που σε κάποιους δεν προκάλεσαν κανένα ειδικό ενδιαφέρον να τα ζήσουν από κοντά, να τα διερευνήσουν και να τα επεξεργαστούν μέσα τους. Πώς μπορείς να ζεις έτσι; Πάντα ανυποψίαστος για όσα συμβαίνουν γύρω σου; Για το καζάνι που βράζει, για την αθλιότητα και τη μιζέρια του διπλανού; Αυτό είναι το ερώτημα που θέτει ο Άρης Μαραγκόπουλος χωρίς υποχρεωτικά να θέλει να δώσει οριστική απάντηση. Οι τρεις Θωμάδες ήρωές του (έχουν όλοι το ίδιο μικρό όνομα), απολαμβάνουν τα μπάνια τους ανέμελοι χειμώνα – καλοκαίρι, σε μια παραλία της Βάρκιζας που δεν είναι ορατή από το δρόμο, και πίνουν τα ουζάκια τους – κάπως όπως στο τραγούδι του Κώστα Χατζή «κι εμείς οι τρεις στον καφενέ…». Κάποτε όμως έρχονται σε επαφή με τρεις ανθρώπους που καταφθάνουν με ιστιοφόρο στον κολπίσκο, μια μέρα ξαφνικής κακοκαιρίας. Ο ένας είναι δάσκαλος, ο άλλος ένας Έλληνας που έχει πολεμήσει με τους Ζαπατίστας και η τρίτη η γυναίκα του, Μεξικάνα νοσοκόμα, άλλοτε, στους Ζαπατίστας. Τα πράγματα αλλάζουν ρότα. Βιβλίο καλογραμμένο, με άποψη, διαβάζεται άνετα παρά τις 370 και πλέον σελίδες του. Γι’ αυτό και… «δε βαριέσαι αδερφέ»…

Γιάννης Μακριδάκης «Ενάμισι δευτερόλεπτο φως», εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, σελ. 120

Τη νουβέλα του Γιάννη Μακριδάκη «Ενάμισι δευτερόλεπτο φως», θα μπορούσε να την χαρακτηρίσει κανείς και ατμοσφαιρική, θαλασσινή. Η αλμύρα της θάλασσας έρχεται στα ρουθούνια του αναγνώστη σε κάθε σελίδα του βιβλίου σχεδόν, και τα παιδικά αναγνώσματα με ξένους φάρους και φαροφύλακες ξαναβγαίνουν στην επιφάνεια από τα κατάβαθα της ψυχής και ξαναπαίρνουν ζωή. Ταυτόχρονα η ένταση που δημιουργείται στις αισθήσεις, η πλούσια γλώσσα, οι λέξεις του νησιού που έχουν ξεχαστεί στην πόλη και την έχουν κάνει να φαίνεται στενότερη, παρά τη συνεχή εδαφική επέκτασή της, όλα αυτά είναι πράγματα που τα αισθάνεται κανείς αβίαστα στη νουβέλα του Μακριδάκη. Που μπορεί και χωνεύει στη γραφή του παλιά στοιχεία φτιάχνοντας κείμενο πολύ σύγχρονο, που επιπλέον έχει και χιούμορ. Το χιούμορ έρχεται και αυτό αβίαστα γιατί είναι συνυφασμένο με την αρχική επιλογή, ο ήρωας να είναι ένας πασίγνωστος παρουσιαστής του δελτίου καιρού στην κρατική τηλεόραση, που έχει το παρατσούκλι «Καιρός», και ο οποίος ερωτεύεται μια νησιώτισσα που κατέβηκε τρεις μέρες στην πόλη. Εκείνη τον προσκάλεσε στο νησί αλλά μόλις αυτός φτάνει εκεί ερωτευμένος, εκείνη τον αφήνει στα κρύα του λουτρού λέγοντάς του ότι έχει μετανιώσει για όλα αυτά και ότι καλό θα ήταν, αν είχε έρθει μόνο γι’ αυτήν, να πάρει το ίδιο καράβι με το οποίο ήρθε και να γυρίσει πίσω. Βέβαια το νησί αυτό είναι και δικό του, έχει όμως 32 χρόνια να πατήσει, οπότε τα συναισθήματα τον πλημμυρίζουν και όταν φτάνει στο φάρο καταλήγει να κλαίει αγκαλιά με τη γαΐδάρα που τον έχει αναγνωρίσει τρεις δεκαετίες μετά και κάνει χαρές. Ταυτόχρονα ανακαλύπτει, από κουβέντες καφενείου, ένα άγνωστο μιαρό παρελθόν που τον φέρνει αντιμέτωπο με την τοπική κοινωνία. Ο Γιάννης Μακριδάκης, που ως γνωστόν γεννήθηκε και ζει στη Χίο, έχει γράψει δώδεκα νουβέλες και μυθιστορήματα καθώς και δύο βιβλία ιστορικών αφηγήσεων και μαρτυριών.

Μιχάλης Μακρόπουλος «Η θάλασσα», εκδ. Κίχλη, σελ. 73

Στη μικρή νουβέλα «Η θάλασσα», ο Μιχάλης Μακρόπουλος συνεχίζει, κατά κάποιο τρόπο, στο δρόμο που χάραξε με το τελευταίο μυθιστόρημά του, το «Μαύρο νερό», φτιάχνοντας μια δυστοπία με κοινό παρονομαστή την αρρώστια, την επιδημία που προκαλεί ο ίδιος ο άνθρωπος. Στο «Μαύρο νερό» μια οικολογική καταστροφή κάνει μια περιοχή της Ηπείρου αβίωτη, καθώς το νερό δεν είναι πια πόσιμο και όποιος φάει φυτά και καρπούς της περιοχής μολύνεται και πεθαίνει. Στη «θάλασσα» η καταστροφή έρχεται από το λιώσιμο των πάγων. Η θάλασσα φουσκώνει και σκεπάζει τις ακτές, τα δέντρα σκεπάζονται από το νερό και διακρίνονται μόνο οι κορφές τους, οι βροχές Ιούλιο μήνα είναι ατελείωτες. Και όταν λιώνει και ο παγετώνας της Γροιλανδίας αποκαλύπτεται μέσα του ο μεγαλύτερος μετεωρίτης που είχαν δει ποτέ οι επιστήμονες στη Γη. Οπότε οι άνθρωποι μολύνονται από κάτι που δεν γνωρίζουν τι είναι και πεθαίνουν σωρηδόν. Πρώτοι πεθαίνουν οι επιστήμονες που πηγαίνουν να τον δουν από κοντά. Ο «ιός του μετεωρίτη» όπως ονομάζουν την ασθένεια οι ειδικοί, χωρίς όμως να ξέρουν εάν πρόκειται για ιό, είναι κάτι το τόσο άγνωστο και απροσδιόριστης αιτίας, όσο άγνωστες θα ήταν πολύ γνωστές σήμερα ασθένειες για τους πρώτους πολιτισμούς.
Από το θάνατο σώζονται μόνο όσοι έχουν έξι μεταλλαγμένα γονίδια. Είναι σχετικά λίγοι και πηγαίνουν να ζήσουν σε υπόγειες πόλεις, σε έναν αβίωτο, πια, πλανήτη. Αφηγήτρια είναι μια κοπέλα που ήταν 10 χρονών όταν συνέβησαν όλα αυτά και που ζούσε, τότε, σε χωριό μακριά από τη θάλασσα, μαζί με τους γονείς της και τον μικρό αδελφό της. Είναι η μόνη που είχε τα σωτήρια γονίδια στην οικογένεια και την πήραν, πριν δει τους δικούς της να πεθαίνουν. Μια δυστοπία που κινδυνεύει να γίνει πραγματικότητα, καθώς το ζήτημα της οικολογικής καταστροφής σταδιακά ανεβαίνει στην ατζέντα της επικαιρότητας, σαν θάλασσα που φουσκώνει.

Γιώργος Παυλόπουλος «Όσο πιο μακριά από το σπίτι», εκδ. Στερέωμα, σελ. 176

Ο Γιώργος Παυλόπουλος είναι ένας σαραντάρης συγγραφέας που ζει στη Γερμανία και έχει ήδη στο ενεργητικό του τρία μυθιστορήματα. Είναι επίσης φωτογράφος και διατηρεί ταξιδιωτικό μπλογκ. Η πρώτη του συλλογή διηγημάτων, που αντίθετα με ό,τι συμβαίνει με άλλους συγγραφείς, δημοσιεύεται αφού έχει προηγηθεί θητεία στο μυθιστόρημα, έχει κοινό άξονα: τα ξενοδοχεία. Ο Γιώργος Παυλόπουλος γράφει τριάντα έξι ιστορίες ξενοδοχείων που έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: δεν αποτυπώνουν τη γοητεία του ταξιδιού, κάθε άλλο. Περιγράφουν τα ίδια τα ξενοδοχεία ως περσόνες ιστοριών, ως οικήματα, ως προσδοκίες και ως διαψεύσεις, ως αντανακλάσεις της ψυχής. Αλλά με τρόπο που δεν αποκλείει την πεζότητα, το γκροτέσκο, διανθισμένο με υποδόριο χιούμορ για ό,τι αυτά εκπροσωπούν και για το είδος των ανθρώπων που φιλοξενούν. Μέσα από τριάντα έξι διηγήσεις ξενοδοχείων ο συγγραφέας κάνει μια ψυχωφελή περιήγηση στα ανθρώπινα, κάνει το αντίθετο δηλαδή από τον τουρίστα-καταναλωτή που θα έκανε άψυχες περιηγήσεις σε τριάντα έξι τόπους χωρίς ανθρώπους. Κάπως έτσι το αναπαλαιωμένο πανδοχείο «Οι γελαστές κυρίες» έχει τέσσερα ζωγραφισμένα γυναικεία πρόσωπα στα παραθυρόφυλλα του δεύτερου ορόφου. Άλλος λέει ότι οι Γελαστές κυρίες είναι χαμένη νουβέλα του Κόνραντ, άλλος ότι έμεινε εκεί ο Όττο Νικολάι την εποχή που έγραφε την όπερα «Οι γελαστές κυρίες του Ουίνδσορ». Η δεύτερη εκδοχή είναι πιο αξιόπιστη, χάρις όμως στην πρώτη ένας μελετητής του Κόνραντ παντρεύεται την κόρη του ξενοδόχου. Σε ένα άλλο διήγημα, με τίτλο «Ο ελληνικός τοίχος», ένας δοκιμιογράφος σχεδιάζει ξενοδοχείο με αυτό ακριβώς το όνομα. Ισχυρίζεται ότι υπάρχει μια αρχιτεκτονική ιδιαιτερότητα που λέγεται «ελληνικός τοίχος» και είναι ένας τοίχος τρία μέτρα πλάτος και τουλάχιστον είκοσι ύψος. Όποιος ένοικος τον επισκεφθεί έχει την υποχρέωση να στηριχθεί με τις παλάμες του πάνω του για δύο ώρες και να σκεφτεί τα όνειρα και τις προσδοκίες του και έπειτα να φανταστεί την ολοκληρωτική συντριβή τους πάνω σε αυτό τον τοίχο. Είναι μια τραγελαφική μεταφορά της ελληνικής πραγματικότητας της κρίσης αλλά και του νεοελληνικού κράτους γενικότερα, όπου τα όνειρα συντρίβονται στον τοίχο που μοιάζει να είναι φτιαγμένος από σαθρά υλικά (ελίτ ολιγαρχών, στρατός μαριονετών, μιντιάρχες της δεκάρας κ.ά.), παρουσιάζεται εντούτοις ως απόλυτα στέρεο οικοδόμημα.

Κατερίνα Χανδρινού «Κόρκυρα», εκδ. Κείμενα, σελ. 93

Σε αυτό το τρίτο της κιόλας βιβλίο, η νεαρή ποιήτρια και πεζογράφος Κατερίνα Χανδρινού, δείχνει μεγάλες αρετές καθώς καταφέρνει να υιοθετεί ένα πολύ μοντέρνο τρόπο γραφής που αναμιγνύει είδη, φτιάχνει υφογλωσσικό σύμπαν, χωρίς όμως να χάνεται σε αυτά και χωρίς να χάνει την επαφή με τον κορμό της αφήγησής της και την επαφή της με τον αναγνώστη. Κόρκυρα είναι, βέβαια, η Κέρκυρα και θέμα της νουβέλας είναι η επισκευή, η αναπαλαίωση ενός σπιτιού. Η ηρωίδα φεύγει από την Αθήνα επειδή της έλαχε να είναι εκείνη που, αρκετά νωρίς, να πρέπει να ακολουθήσει την ευχή και κατάρα του πατέρα να μην εγκαταλείψει την πατρική περιουσία, να μην αφήσει να ρημάξει το σπίτι στο χωριό. Ένα δίπατο σπίτι που εκείνος το έχτισε με μεγάλο κόπο στη θέση του παντοπωλείου του παππού και που αμέσως μόλις το έχτισε, με άμμο θαλάσσης, το εγκατέλειψε φεύγοντας για την Αθήνα.
Ο αναγνώστης παρακολουθεί την επιχείρηση της αναστήλωσης του χρόνια παρατημένου σπιτιού και μαζί με αυτή αναστηλώνει και στη δική του μνήμη όλες τις οικογενειακές ιστορίες σύνδεσης των πατρογονικών σπιτιών με τις παιδικές μνήμες, με τα πρόσωπα που χάθηκαν, όλα όσα συνδέονται με την προέλευση και την ταυτότητα. Η συγγραφέας παρεμβάλλει συνεχώς στίχους και κείμενα ξένων αλλά και επτανήσιων δημιουργών, που γίνονται ένα με τις κολόνες του σπιτιού της αφήγησης που χτίζει. Τα συναισθήματα που εκφράζονται για τις πάσης φύσεως παρελθοντικές ταυτότητες που ξεπηδούν από αυτή την άσκηση επιστροφής, ανήκουν σε ευρύτατη γκάμα, μέχρι και στον τρόμο: «Η κεραμοσκεπή μου χαμογελάει σαν στόμα γέρου με ασημένια σφραγίσματα. Ανατριχιάζω. Εισπνέω παρελθόν και περιμένω».

Μανώλης Πιμπλής