Σημάδια της αποικιοκρατίας

Ντούλσε Μαρία Καρντόζο, “Ο γυρισμός” (μτφ. Αθηνά Ψυλλιά, εκδ. Καστανιώτη, 2017)

Την Ντούλσε Μαρία Καρντόζο την σύστησαν στο ελληνικό κοινό το 2011 οι εκδόσεις Νήσος, με το βιβλίο Βιολέτα ή Γνωρίζω την αγάπη εξ ακοής (μτφ. Μαρία Παπαδήμα), το οποίο είχαν εντάξει σε μια μικρή σειρά πορτογαλικής λογοτεχνίας που είχε εκδώσει τότε ο εκδοτικός οίκος. Το βραβευμένο εκείνο βιβλίο (450 σελίδες – μία πρόταση, ένας ποταμός σχεδόν χωρίς στίξη, χωρίς ούτε μία τελεία), ένα σκληρό και δυνατό μυθιστόρημα, ένας καταρράκτης από κομματιασμένες αναμνήσεις στα πρόθυρα του θανάτου, έδινε ένα στίγμα για το τι θα μπορούσε να περιμένει κανείς από αυτή τη συγγραφέα.

 

Στον Γυρισμό, που εκδόθηκε στην Πορτογαλία το 2011, η Καρντόζο δοκιμάζει ένα εγχείρημα σε κάθε περίπτωση τολμηρό, παρά τα χρόνια που έχουν περάσει από την εποχή στην οποία αναφέρεται το βιβλίο: να πραγματευτεί το προσωπικό αλλά και το συλλογικό τραύμα των Πορτογάλων που ζούσαν στις αποικίες και που αναγκάστηκαν, με το κύμα της αποαποικιοποίησης που ακολούθησε την Επανάσταση των Γαριφάλων, να επιστρέψουν εσπευσμένα στην Πορτογαλία, ενώ ταυτόχρονα, η συγγραφέας σε έναν βαθμό επιδιώκει να ανιχνεύσει και τα τραύματα που άφηναν πίσω τους, στις ντόπιες κοινωνίες, οι άποικοι φεύγοντας μετά από τόσα χρόνια αποικιοκρατικής κυριαρχίας.
Όταν εκείνη τη νύχτα μεταξύ 24ης και 25ης Απριλίου του 1974 ακούστηκε από τα ραδιόφωνα των Πορτογάλων το «Γκράντολα, βίλα μορένα», το τραγούδι που έδινε το δεύτερο και οριστικό σύνθημα για την Επανάσταση των Γαριφάλων, που θα οδηγούσε στην πτώση της δικτατορίας του Καετάνο, που είχε διαδεχθεί τον Σαλαζάρ («τα σαράντα οκτώ χρόνια της πιο αποτρόπαιης νύχτας είχαν φτάσει στο τέλος τους»), άρχιζε για την Πορτογαλία μια άνοιξη γεμάτη υποσχέσεις. «Να τηρήσουμε την υπόσχεση του Απρίλη σήμαινε αποαποικιοποίηση, εκδημοκρατισμός και ανάπτυξη», και πράγματι, η Επανάσταση των Γαριφάλων έδωσε στην αποικιακή κυριαρχία της Πορτογαλίας σε χώρες της Αφρικής το τέλος για το οποίο αγωνίζονταν τα αντιαποικιακά κινήματα, διατάζοντας τις πορτογαλικές στρατιωτικές δυνάμεις να εγκαταλείψουν την Αφρική και να γυρίσουν πίσω.

Αφήνοντας πίσω τις αποικίες της Αφρικής

Το τέλος των πορτογαλικών αποικιών στην Αφρική οδήγησε περίπου 500.000 Πορτογάλους να επιστρέψουν στη μητρόπολη, πολλές φορές παρατώντας τα πάντα πίσω τους, στις νεοσύστατες χώρες της Αφρικής. Η Καρντόζο, με ένα διαρκές υπόγειο και χαμηλόφωνο πάθος, αφηγείται την ιστορία μιας οικογένειας «επαναπατρισμένων» («δεν ξέρουμε τι ακριβώς σημαίνει να είμαστε επαναπατρισμένοι αλλά αυτό είμαστε»), που φεύγει σχεδόν κυνηγημένη από την Αγκόλα με προορισμό την Πορτογαλία, όπου θα συναντήσει άλλες στρατιές επαναπατρισμένων, καθώς το Ινστιτούτο Υποστήριξης Επαναπατρισμού Ομογενών τούς εγκαθιστά σε ένα ξενοδοχείο στο Εστορίλ, όπου δεκάδες άνθρωποι ζουν με τη μόνιμη αγωνία κάπως «να τακτοποιηθούν».
Οι άποικοι φεύγουν από την Αφρική ανταλλάσσοντας μεταξύ τους αυταπάτες αλλά στην πραγματικότητα χωρίς να τρέφουν ψευδαισθήσεις: «Όσο κι αν θέλουμε να κοροϊδευόμαστε λέγοντας πως θα επιστρέψουμε σύντομα, ξέρουμε πως δεν θα ξαναβρεθούμε ποτέ εδώ. Αγκόλα τέλος». Κάποιοι φεύγουν γεμάτοι μίσος για τους ντόπιους («ούτε τη σκόνη των παπουτσιών μου δεν αφήνω εδώ, αυτοί δεν αξίζουν τίποτα»), μάλιστα ο πατέρας θέλει να φύγει λίγο πιο μετά την οικογένεια, ώστε να μπορέσει να βάλει φωτιά και να πυρπολήσει, να καταστρέψει το σπίτι που αφήνουν πίσω. Οι φανατικοί αποικιοκράτες κατηγορούν την επανάσταση και την «προδοσία» της μητέρας-πατρίδας («οι κομμουνιστές της μητρόπολης θέλουν να μας διώξουν από εδώ και θα τα καταφέρουν, αφόπλισαν ήδη τους στρατιώτες μας, και δεν είναι μόνο οι κομμουνιστές, είναι όλοι τους, δεν θέλετε να ξέρετε τι λένε για μας στη μητρόπολη»).

Ποια είναι η πατρίδα;

Πίσω, στην Αγκόλα, σε μια χώρα όπου οι λευκοί ζούσαν πάντα σε έναν κόσμο διαχωρισμένο από εκείνον των ντόπιων («δεν μάθαμε ποτέ τη γλώσσα των μαύρων»), αφήνουν μια κοινωνία που πασχίζει να στήσει το νέο κράτος και τις δομές του («το γράμμα χάθηκε γιατί οι λευκοί ταχυδρόμοι έφυγαν σχεδόν όλοι και οι μαύροι δεν ξέρουν να διαβάσουν ούτε τις διευθύνσεις»), αλλά ταυτόχρονα ολισθαίνει σιγά-σιγά στον εμφύλιο, καθώς η κυριαρχία του απελευθερωτικού κινήματος του MPLA αμφισβητείται και υπονομεύεται από την UNITA που είχε την υποστήριξη των ΗΠΑ και της Νότιας Αφρικής.
Στην Πορτογαλία, θα συναντήσουν από νοσταλγούς της αποικίας που φορούν μαύρο περιβραχιόνιο τη μέρα που κηρύσσεται επίσημα η ανεξαρτησία της Αγκόλας, μέχρι συνδικαλιστές και αριστερούς που πιστεύουν πως «θα έπρεπε να ντρεπόμαστε που είχαμε υποδουλώσει αθώους για τόσους αιώνες» και πως ήρθε η ώρα όλα να αλλάξουν, ενώ η χώρα αλλά και η μικρή κοινωνία του ξενοδοχείου ζουν ανάμεσα σε απεργίες και συλλαλητήρια, σε συνελεύσεις και συζητήσεις για την εκμετάλλευση και την αταξική κοινωνία, σε πολιτικές διαμάχες και συγκρούσεις, ενώ διαρκώς επανέρχονται στις συζητήσεις οι πρωταγωνιστές της εποχής, ο Μάριο Σοάρες, ο Άλβαρο Κουνιάλ, ο Οτέλο Καρβάλιο. Μια αυτοκρατορία που καταρρέει, «μια αυτοκρατορία ηττημένη και ταπεινωμένη, μια αυτοκρατορία που κανείς δεν ήθελε να ξέρει».

Γιατί δεν μας θέλετε;

Η αρχική, επιφυλακτική αλλά και ανεκτική, υποδοχή που συναντούν οι «επαναπατρισμένοι» σύντομα κουράζεται, για να καταλήξει τελικά στο αγωνιώδες ερώτημα «γιατί δεν μας θέλετε» που απευθύνουν στους ντόπιους. Στο σχολείο, η καθηγήτρια δεν τους φωνάζει με το όνομά τους («να απαντήσει ο επαναπατρισμένος από το θρανίο στο βάθος»), ενώ «τα ντόπια αγόρια δεν θέλουν να τα φτιάξουν με επαναπατρισμένες […] και τα ντόπια κορίτσια δεν θέλουν να κάνουν παρέα με τις επαναπατρισμένες». «Οι ντόπιοι μάς θέλουν όλο και λιγότερο, πρώτα εκμεταλλευτήκαμε τους μαύρους και τώρα θέλουμε να τους κλέψουμε τις δουλειές», λένε οι επαναπατρισμένοι, καθώς καταρρέει μπροστά στα μάτια τους η εξιδανίκευση της μητρόπολης, της μητέρας-πατρίδας.
Και μέσα σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες, ο έφηβος Ρούι προσπαθεί να συγκροτήσει μια ζωή με τον δικό του τρόπο («δεν είμαι περήφανος, δεν ντρέπομαι, ούτε που ξέρω για τι μιλάνε», «όλοι όσοι δεν μας θέλουν εδώ να πάνε να γαμηθούν», «δεν μπορείς να βασίζεσαι στους ανθρώπους της μητρόπολης»), σε μια πορεία ενηλικίωσης όπου τα ανοιχτά μέτωπα είναι πολλά και δεν κλείνουν εύκολα χωρίς βαθιές πληγές πίσω τους.
Η Ντούλσε Μαρία Καρντόζο γεννήθηκε το 1964 στην Πορτογαλία, αλλά από ηλικία έξι μηνών έζησε στην Αγκόλα, απ’ όπου επέστρεψε το 1975. Παρότι πολλά σημεία της πλοκής αντιστοιχούν με βιογραφικά στοιχεία της Καρντόζο, η ίδια δεν δέχεται ότι το βιβλίο είναι αυτοβιογραφικό, αν και λέει πως θα μπορούσε να έχει πει κάποιες από τις φράσεις του βιβλίου – φράσεις όμως που θα μπορούσαν να έχουν πει όλοι οι επαναπατρισμένοι από τις αποικίες.

Κώστας Αθανασίου