Σπουδή στο γκρίζο του φόβου

Στιγκ Ντάγκερμαν “Το φίδι” (μτφ. Γρηγόρης Ν. Κονδύλης, εκδ. Καστανιώτη, 2017)

Παράξενη περίπτωση, τουλάχιστον από βιογραφικής άποψης, αυτή του Στιγκ Ντάγκερμαν. Γεννημένος το 1923, εισέβαλε με μάλλον θυελλώδη τρόπο στα σουηδικά γράμματα το 1945, σε ηλικία 22 ετών, εκδίδοντας το Φίδι, το πρώτο του μυθιστόρημα, το οποίο τάραξε τα λογοτεχνικά νερά της χώρας και χαιρετίστηκε από μεγάλο μέρος της κριτικής εκείνης της εποχής. Κατόπιν, για τα επόμενα τέσσερα ή πέντε χρόνια, γράφει και εκδίδει με φρενήρη ρυθμό, μυθιστορήματα (άλλα τέσσερα), διηγήματα, ποιήματα, θεατρικά, δοκίμια, άρθρα. Όμως, από το 1949 και μετά, η εκδοτική του παρουσία πέφτει κατακόρυφα και το 1954 ο Ντάγκερμαν αυτοκτονεί, σε ηλικία 31 ετών.

Το Φίδι είναι κι αυτό ένα παράξενο μυθιστόρημα. Χωρισμένο σε δύο μέρη (με τίτλους «Ιρέν» και «Δεν κλείνουμε μάτι») με αρκετές διαφορές στη μορφή και στη δομή τους, αλλά και με αρκετές ομοιότητες, ειδικά στον κεντρικό θεματικό άξονα που διαπερνά όλο το μυθιστόρημα, μπορεί από κάποιους να χαρακτηρίστηκε περίπου ως σύνθεση από σκόρπιες ιστορίες, ωστόσο υπάρχει ένας ισχυρός υπόγειος συνδετικός ιστός, που είναι η ψυχολογική αίσθηση που μένει πίσω ως επίγευση.
Το βιβλίο περιστρέφεται κυρίως γύρω από στρατιώτες που κάνουν τη θητεία τους και από ανθρώπους που ζουν μαζί τους και τριγύρω τους. Περίπου δύο χρόνια πριν κυκλοφορήσει το Φίδι, το 1943, ο Ντάγκερμαν είχε παρουσιαστεί για να υπηρετήσει τη θητεία του στον στρατό της ουδέτερης (στον Παγκόσμιο Πόλεμο) Σουηδίας, ενώ ήδη συμμετέχει από πολύ νέος στο αναρχικό και συνδικαλιστικό κίνημα και γράφει ή αναλαμβάνει θέσεις ευθύνης σε έντυπα του χώρου αυτού.

Απόγνωση κατακόκκινη σαν αίμα

Όλο το μυθιστόρημα είναι μια καταβύθιση στον γκρίζο κόσμο του φόβου, των ανθρώπων που φοβούνται, που δεν μπορούν να ξεφύγουν από το σφίξιμο του φόβου. Το χρώμα που επανέρχεται διαρκώς και κυριαρχεί είναι το γκρίζο («ζωή απερίγραπτα γκρίζα», «γκρίζα κόπωση», γκρίζος είναι ο χυλός, τα πιάτα, οι κούπες, οι φόρμες αγγαρείας, τα τραπέζια, το τσιμεντένιο πάτωμα, οι ουρές, οι πάγκοι –«δεν υπάρχει τίποτα στον κόσμο όλο που να είναι τόσο γκρίζο όσο ένα πρωινό με χυλό σε ένα σουηδικό σύνταγμα»– αλλά έρχεται και μια «γκρίζα ακολουθία διαταγών»), αν και η απόγνωση είναι «κατακόκκινη σαν αίμα».
Το συναίσθημα, λοιπόν, που πλανάται παντού είναι ο φόβος: «ο τρόμος είναι το μικρό τρωκτικό που τίποτα πια δεν το σταματάει», «ο τρόμος μαστιγώνει το είναι της με το μικρό του αγκαθωτό μαστίγιο», «αντιλαμβανόμαστε την αμυδρώς αποπνιχτική μυρωδιά του φόβου να αναδύεται κάτω από τις χαραμάδες των σανιδιών του πατώματος», «αναπνέουμε εκείνη την ελαφρώς δυσώδη μυρωδιά του φόβου», πάντα «ο φόβος έψαχνε να βρει μια διέξοδο»… Όλοι πασχίζουν, ο καθένας με τον τρόπο του, να τιθασεύσουν τον φόβο, και είναι πολύ χαρακτηριστική, σχεδόν συγκινητική, η σκηνή που οι στρατιώτες σιγά σιγά συνειδητοποιούν πως κανένας τους δεν κοιμάται τη νύχτα και απλώς φοβούνται να το ομολογήσουν ο ένας στον άλλον και αρχίζουν έτσι να δημιουργούν μια «κοινότητα» ανταλλαγής διηγήσεων και αλληλεγγύης, ψάχνοντας μια παρηγοριά στον φόβο και ένα αστείο, ένα «γέλιο που μας βοηθούσε να κρατάμε το κεφάλι του φόβου κάτω από το νερό». Κάθε άνθρωπος μπορεί να είναι «μολυσμένος κι αυτός από το φόβο», ίσως «δεν ξέρει ο δύσμοιρος ότι αυτό που φοβούνται περισσότερο απ’ όλα είναι το να νιώθουν φοβισμένοι, και αποδέχονται ως φίλους μόνο εκείνους που τους πείθουν πως ο φόβος δεν υπάρχει». Υπάρχουν πάντα άνθρωποι πεισμένοι πως «ο φόβος μου είναι ο μεγαλύτερος στον κόσμο» και ταυτόχρονα πιστεύουν πως «είναι τραγικό το γεγονός ότι ο σημερινός άνθρωπος έπαψε να έχει το θάρρος να φοβάται», τη στιγμή που άλλοι πιστεύουν ότι «ο ρόλος του ποιητή είναι να σώζει τους άλλους από το φόβο».

Ένας πνιγμένος ερωτισμός

Το σχεδόν νοσηρό κλίμα που διαμορφώνεται έρχεται να το συμπληρώσει ένας πνιγμένος ερωτισμός που πολλές φορές γίνεται άρρωστος, ένας κόσμος φαντασιώσεων γεμάτος βίαιες επιθυμίες και τρομαχτικά οράματα.
Με ιδιαίτερη ποιητική γλώσσα και ύφος γεμάτο λοξές ματιές και έκκεντρες εκφράσεις, και με έναν ρεαλισμό σκληρό, ωμό ενίοτε, ο συγγραφέας καταφέρνει να ψηλαφήσει το βαρύ ψυχολογικό κλίμα εκείνης της ταραγμένης εποχής. Αν οι συμβολισμοί που χρησιμοποιεί ο Ντάγκερμαν είναι κάποιες στιγμές υπερβολικά προφανείς, ωστόσο καταφέρνει σε μεγάλο βαθμό να τιθασεύσει ένα δύσκολα ελέγξιμο υλικό που σπάνια του ξεφεύγει.
Γράφει έτσι ένα βιβλίο που, εκτός από το υπαρξιακό άγχος και άχθος που αποτυπώνει, μεταφέρει και ένα ισχυρό αντιμιλιταριστικό και αντιεθνικιστικό μήνυμα –καθώς σκιαγραφείται και η βία και η αγριότητα του κόσμου του στρατού ακόμα και όταν δεν πολεμάει, αλλά και η ψυχολογικά διαλυτική λογική του στρατού που έχει ως αποτέλεσμα απλώς να «αδιαφορούμε για τα πάντα»– ενώ είναι παρών και ο πολιτικός απόηχος των μεγάλων γεγονότων της εποχής («κάποιοι από εμάς δεν είχαν αρχίσει να καταλαβαίνουν τι σήμαινε ο πόλεμος στην Ισπανία για την παγκόσμια ειρήνη μέχρι αυτή τη στιγμή που ο πραγματικός πόλεμος βρισκόταν σε εξέλιξη», «μετά την Ισπανία έγιναν όλα αδύνατα, γιατί η Ισπανία ήταν ένας δρόμος που έκλεισε»).

Ό,τι ενδύεται τον πατριωτικό μανδύα

Ο συγγραφέας δεν αποφεύγει να θίξει και τον μύθο ότι η πολιτική δεν έχει σχέση με τον πατριωτισμό, ότι ο πατριωτισμός είναι υπεράνω πολιτικής, αλλά και να περιγράψει τις οδυνηρές διαπιστώσεις εκείνων που έχουν σπεύσει πρόθυμα να καταταχτούν στον στρατό της πατρίδας τους: «έπρεπε να σκιστούν και να εξαφανιστούν πολλές αφίσες υπέρ της επιστράτευσης για να συνειδητοποιήσει ότι αυτό που ο ίδιος και πολλοί άλλοι αποκαλούσαν ηττοπάθεια ήταν απλώς ένας απαραίτητος αμυντικός μηχανισμός κατά όλων των μορφών ανίερης βλακείας και εγωτικοσεκταριστικής ξιπασιάς, οι οποίες μασκαρεύονταν φορώντας τον πατριωτικό μανδύα».
Και αν το κλίμα που έχει δημιουργήσει είναι υπερβολικά ζοφερό, ο συγγραφέας δεν διστάζει και να προσθέσει (ανατρέποντας ή επιτείνοντας άραγε αυτό το κλίμα;) ότι επικίνδυνοι άνθρωποι «είναι όλοι αυτοί που παίρνουν τον εαυτό τους στα σοβαρά».

Κώστας Αθανασίου