Ίσιντε Τζέρτζι: Το επίπεδο ρατσισμού που βλέπουμε στην Ιταλία είναι πρωτοφανές

Συνέντευξη με την Ίσιντε Τζέρτζι*, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Ca Foscari της Βενετίας

 

Την συνέντευξη πήρε ο Δημήτρης Γκιβίσης

Ποιες είναι οι σκέψεις σου για την μεταναστευτική πολιτική του Σαλβίνι;

Η ιταλική μεταναστευτική πολιτική βλέπει σήμερα τον Σαλβίνι ως τον άνθρωπο που μπαίνει μπροστά, αλλά αυτή η πολιτική είναι μια έκφραση της κυβέρνησης αλά Τραμπ που γεννήθηκε στην Ιταλία από τον πολιτικό συνασπισμό, ή μάλλον από το ιδιωτικό συμφωνητικό, μεταξύ της Λέγκας και του Κινήματος των Πέντε Αστέρων. Το κλείσιμο των λιμανιών, η ενίσχυση των στρατοπέδων συγκέντρωσης για τους μετανάστες από την Αφρική, η περικοπή των κονδυλίων υποδοχής και η ακύρωση των αδειών διαμονής για τους αιτούντες άσυλο, η μαζική απέλαση των μεταναστών χωρίς χαρτιά, η ενίσχυση της διοικητικής κράτησης των μεταναστών, η απαίτηση από την Ε. Ε. για ενίσχυση των αρνήσεων εισόδου, η εξαίρεση των άνεργων μεταναστών από το βασικό εισόδημα και των αλλοδαπών παιδιών από την ελεύθερη πρόσβαση στους βρεφικούς σταθμούς και στα νηπιαγωγεία, η καταστροφή των καταυλισμών των Ρομά κλπ, είναι μέτρα που εγκρίθηκαν από τον Σαλβίνι και το Κίνημα των Πέντε Αστέρων. Ο Σαλβίνι είναι ο υπουργός που «γαυγίζει», ένας υπερ-υπουργός του φόβου, ο διαφημιστής των μπουφάν μάρκας PIVERT συνδεδεμένης με τους νεοφασίστες της Κάζα Πάουντ, και έχει επιλέξει ως «πολιτική αποστολή» τον πόλεμο ενάντια στους μετανάστες και στις μετανάστριες για να αναδειχθεί ως ηγέτης στην κυρίαρχη ευρωπαϊκή και παγκόσμια αρένα. Το επίπεδο ρατσισμού που βλέπουμε σήμερα στην Ιταλία είναι πρωτοφανές στην ιστορία της δημοκρατίας. Ωστόσο, οι λόγοι αυτής της σκλήρυνσης δεν σχετίζονται μόνο με τις ενδεχόμενες πολιτικές του Σαλβίνι ή της κυβέρνησής. Έχουν επίσης μια ισχυρή οικονομική βάση. Ο Ζαν – Πωλ Σαρτρ πριν από χρόνια εξήγησε ότι ο κρατικός (ή θεσμικός) ρατσισμός, τον οποίο θεωρεί δομικό στοιχείο του καπιταλισμού, έχει ως τελικό στόχο τη δημιουργία κοινωνικών ιεραρχιών και την υπερεκμετάλλευση των αποικιοκρατούμενων λαών και των εισερχόμενων μεταναστών, που εύστοχα τους όριζε ως «εσωτερικούς αποικιοκρατούμενους». Σε αυτά τα χρόνια της οικονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσης, που ξέσπασε το 2007/8 και ποτέ δεν τελείωσε, η ακύρωση της νομικής υπόστασης των μεταναστών, η μείωσή τους σε απλά αντικείμενα εκμετάλλευσης, και η παρενόχλησή τους με κάθε είδους ταπείνωση, έχουν ως αποτέλεσμα την υποτίμηση της εργατικής τους δύναμης.

Τη Δευτέρα συζητήθηκε στη Βουλή των Αντιπροσώπων το νέο διάταγμα για την ασφάλεια, ενώ την ίδια ώρα χιλιάδες άνθρωποι διαδήλωναν ενάντιά του. Ποιες είναι οι επιπτώσεις αυτού του διατάγματος στις δημοκρατικές ελευθερίες, στις πρακτικές αλληλεγγύης, και στα δικαιώματα των ανθρώπων που φεύγουν από τον τόπο τους εξαιτίας της φτώχειας, των πολέμων, και των περιβαλλοντικών κρίσεων;

Το διάταγμα έκτακτης ανάγκης για την ασφάλεια, που είναι το δεύτερο σε μερικούς μήνες, αποτελεί άλλη μια παραμόρφωση των θεμελιωδών αρχών του ιταλικού Συντάγματος και του διεθνούς δικαίου, και αποσκοπεί κυρίως στην ποινικοποίηση των δραστηριοτήτων των ΜΚΟ στην ανοικτή θάλασσα. Το νομοθετικό διάταγμα 53/2019 α) προβλέπει ποινικές, διοικητικές και οικονομικές κυρώσεις για όσους, με την εκπλήρωση ενός ηθικού, νομικού και κοινωνικού καθήκοντος, σώζουν ζωές στη θάλασσα β) δίνει την αρμοδιότητα των αδικημάτων σχετικά με τη διευκόλυνση της «παράνομης» μετανάστευσης στις εισαγγελικές αρχές που ασχολούνται με την καταπολέμηση της μαφίας (προφανώς θέλοντας να επιτύχει έναν ισχυρό παραλληλισμό μεταξύ της μαφίας και της μετανάστευσης) γ) μεταβιβάζει τις αρμοδιότητες του Κώδικα Ναυσιπλοΐας στον υπουργό Εσωτερικών, κάτι το οποίο μεταφράζεται στην αύξηση της εξουσίας του Σαλβίνι δ) θεσπίζει κανόνες για τη διευκόλυνση της απέλασης των αλλοδαπών κρατουμένων ε) αυξάνει τη χρηματοδότηση για χώρες εκτός Ε. Ε. που αποδέχονται τις επανεισδοχές και τις πολιτικές ασφάλειας για την μετανάστευση. Το διάταγμα προβλέπει επίσης, όπως είχε γίνει και με το πρώτο νομοθετικό διάταγμα ασφαλείας 113/2018 του Σαλβίνι, τον περιορισμό της ελευθερίας στη διαδήλωση και στη διαμαρτυρία. Συνοψίζοντας, μπορούμε να πούμε ότι ο κύριος στόχος του νέου διατάγματος είναι να χτυπήσει τις διαφωνίες στις κυβερνητικές πολιτικές και, ταυτόχρονα, να ακυρώσει την έννοια και την πρακτική της αλληλεγγύης. Όσον αφορά την μετανάστευση, τις συνέπειες αυτών των πολιτικών τις βλέπουμε όλοι: οι νεκροί και οι αγνοούμενοι έχουν αυξηθεί εντυπωσιακά στη Μεσόγειο θάλασσα. «Το 2019, ένας στους τρεις ανθρώπους έχασαν τη ζωή τους προσπαθώντας να φτάσουν στην Ευρώπη κατά μήκος της διαδρομής της Λιβύης», δήλωσε στις 5 Μαΐου ο Τσάρλυ Γιάξλε, εκπρόσωπος της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες.

Τι επιδιώκει η ιταλική κυβέρνηση με αυτήν την πολιτική του μίσους; Ποιος είναι ο στόχος της;

Η μεταναστευτική πολιτική της ιταλικής κυβέρνησης δεν είναι σε αντίθεση με τις μεταναστευτικές πολιτικές της Ευρώπης – φρούριο. Η Ιταλία, αν μη τι άλλο, είναι τώρα η εμπροσθοφυλακή. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε,, για να δώσουμε μόνο ένα εμβληματικό παράδειγμα, ότι ο πόλεμος κατά της διάσωσης μεταναστών στη θάλασσα ξεκίνησε από τη Frontex. Ήταν αυτός ο ευρωπαϊκός οργανισμός που ποινικοποίησε πρώτα τα πλοία των ΜΚΟ στη Μεσόγειο. Όπως δεν πρέπει να ξεχνάμε επίσης, ότι οι συμφωνίες επανεισδοχής που υπογράφηκαν τα τελευταία χρόνια από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ειδικότερα αυτή μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας, είναι εμπνευσμένες από τις συμφωνίες που έχουν υπογραφεί μεταξύ Ιταλίας και Λιβύης κατά την τελευταία δεκαετία. Αυτή η αναφορά στις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χρησιμεύει για να αποφευχθεί το λάθος να χαρακτηριστούν οι ιταλικές μεταναστευτικές πολιτικές ως «φολκλορικές», ή ως μια έκφραση ερασιτεχνών σε κίνδυνο. Τόσο η ιταλική κυβέρνηση όσο και τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα συμμερίζονται τους στόχους των μεταναστευτικών πολιτικών που ακολουθούνται. Μεταξύ αυτών, η σημαντικότερη είναι η υπερεκμετάλλευση του μεταναστευτικού εργατικού δυναμικού. Όλοι οι μετανάστες, συμπεριλαμβανομένων των αιτούντων άσυλο και των προσφύγων, πρέπει να εργαστούν για να ζήσουν, και κατά συνέπεια να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη στην αγορά. Αυτή η υπερεκμετάλλευση οδηγεί στην υποτίμηση του συνόλου των εργαζομένων,  συμπεριλαμβανομένων και των ντόπιων. Το μίσος και το ρατσιστικό δηλητήριο που εξαπλώνονται σε μεγάλες δόσεις στην Ιταλία, και όχι μόνο, έχουν ως απώτερο στόχο να αποτρέψουν την αλληλεγγύη, να δημιουργήσουν κοινωνικές ιεραρχίες, και, επομένως, να δημιουργήσουν τις συνθήκες για την καπιταλιστική υπερεκμετάλλευση.

Σε μια ιταλική κοινωνία που είναι ιδιαίτερα πολωμένη πάνω στο θέμα της μετανάστευσης, το τελευταίο διάστημα βλέπουμε να αναπτύσσεται ένα μεγάλο κίνημα εναντίωσης στην πολιτική του Σαλβίνι. Να πούμε περισσότερα για αυτό;

Η Ιταλία δεν αποτελείται μόνο από τους «γιους του Σαλβίνι» (σημ: έκφραση που παραπέμπει στη δήλωση του Σαλβίνι ότι έχει 60.000.000 παιδιά, δηλαδή όλο τον ιταλικό λαό). Υπάρχει μια κοινωνική αντιπολίτευση στη χώρα, η οποία αυτή την στιγμή εκπροσωπείται ανεπαρκώς από τις δυνάμεις της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης. Κάθε εμφάνιση του Σαλβίνι συνοδεύεται από διαμαρτυρίες, διαδηλωτές συλλαμβάνονται, και τα πανό τους κατάσχονται από την αστυνομία. Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για τους υπουργούς του Κινήματος των 5 Αστέρων. Η οργή που εκφράστηκε εναντίον τους από τους απογοητευμένους εργάτες στο πρώην εργοστάσιο της Ilva  στο Ταράντο, από το κίνημα ενάντια στον αγωγό ΤAP του Σαλέντο,  και από τους ακτιβιστές του κινήματος Nο Tav, αναπτύσσεται παντού στη χώρα. Οι πιο σημαντικές αντιδράσεις ενάντια στην πολιτική του κλεισίματος των λιμανιών έγιναν από αγωνιστές αυτών των κινημάτων, από ορισμένους δημάρχους, και από διάσπαρτες ομάδες εργαζομένων. Η ανακοίνωση αλληλεγγύης από τους λιμενεργάτες του Λιβόρνο στο πλοίο Sea Watch, μπλοκαρισμένο για ημέρες στη θάλασσα με το ανθρώπινο φορτίο των απελπισμένων ανθρώπων, για να κατευθυνθεί προς το λιμάνι του Λιβόρνο επειδή κόντρα στον Σαλβίνι θα το είχαν ανοίξει, είναι ιδιαίτερα σημαντική, και ενδεικτική των ζυμώσεων που γίνονται στην ιταλική κοινωνία. Οι ζυμώσεις αυτές αποτυπώνονται με εμφανή τρόπο και στις διαδηλώσεις που διοργανώνουν οι αλλοδαποί εργαζόμενοι, που είναι εγγεγραμμένοι στο συνδικάτο των Cobas στο Μιλάνο και την Ρώμη, καθώς και στις μεγάλες κινητοποιήσεις των ακτιβιστών του No Border στη Βεντιμίλια.

Η Ιταλία είναι μια χώρα με ένα θεσμοθετημένο κρατικό ρατσισμό απέναντι στους μετανάστες. Ποιες είναι οι ευθύνες των προηγούμενων κυβερνήσεων στην εδραίωση  αυτών των πολιτικών;

Πίσω από την μεταναστευτική πολιτική της σημερινής κυβέρνησης που θυμίζει την κυβέρνηση Τραμπ, υπάρχει μια μακρά ιστορία ειδικών μέτρων κατά των μεταναστών. Το 1998, με κεντροαριστερή κυβέρνηση, ψηφίστηκε ο νόμος «Τούρκο-Ναπολιτάνο» με τον οποίο δημιουργήθηκαν τα κέντρα κράτησης μεταναστών. Το 2002, με κεντροδεξιά κυβέρνηση, ψηφίστηκε ο νόμος «Μπόσι-Φίνι» ο οποίος εξαρτά την άδεια διαμονής από την σύμβαση εργασίας, και αρνείται στον μετανάστη το δικαίωμα να ζητήσει αυτόνομα την άδεια διαμονής του. Αυτή η εξουσία ανήκει αποκλειστικά στον εργοδότη του. Το 2005 είχαμε τους περιορισμούς στις θεμελιώδεις ελευθερίες των μεταναστών, που θεσπίστηκαν με το αντιτρομοκρατικό διάταγμα του Πιζάνου, υπουργού Εσωτερικών της Φόρτσα Ιτάλια. Το 2009 ήρθε το «πακέτο ασφαλείας» του τότε υπουργού της Λέγκας Ρομπέρτο Μαρόνι, ο οποίος εισήγαγε το «έγκλημα της παράνομης μετανάστευσης». Και το 2017, με κεντροαριστερή κυβέρνηση, ψηφίστηκε το διάταγμα «Μιννίτι-Ορλάντο», που περιορίζει δραστικά τα δικαιώματα των αιτούντων άσυλο, αυξάνει την περίοδο διοικητικής κράτησης, εισάγει την «εθελοντική εργασία», δηλαδή τη δωρεάν εργασία, για τους αιτούντες άσυλο, και αναθέτει στις συμμορίες της Λιβύης να «φιλτράρουν» τους μετανάστες στην Ιταλία και στην Ευρώπη. Όπως μπορείτε να δείτε, οι πολιτικές μετανάστευσης της σημερινής ιταλικής κυβέρνησης δεν γεννιούνται από το τίποτα, αλλά είναι άξιοι κληρονόμοι μιας παράδοσης της κεντροδεξιάς και της κεντροαριστεράς. Η παρούσα κυβέρνηση προσθέτει σε αυτήν την παράδοση, θέτοντας την εντατικοποίηση της επιθετικότητας εναντίον των μεταναστών στο επίκεντρο της δράσης της από τις πρώτες ημέρες της διακυβέρνησής της, καθιστώντας την ως προτεραιότητα, και χαρακτηρίζοντας την ως δέσμευση.

 

* Η Ίσιντε Τζέρτζι γεννήθηκε στην Αλβανία, είναι συγγραφέας, και καθηγήτρια στο τμήμα Φιλοσοφίας και Πολιτιστικής Κληρονομιάς του Πανεπιστημίου Ca Foscari της Βενετίας. Το έργο της επικεντρώνεται στην μελέτη των διαφόρων πτυχών του μεταναστευτικού φαινομένου, όπως στην κοινωνιολογία της μετανάστευσης, στη διακυβέρνηση των μεταναστών, στα κέντρα διοικητικής κράτησης, στον ρατσισμό, στη νομική και κοινωνική κατάσταση των ανήλικων μεταναστών.