Συνέντευξη με την ηθοποιό Άννα Γεραλή

 

Είμαστε χώρα που παράγει καλλιτέχνες

 

Έργο της πιο ώριμης στιγμής της δραματουργίας του Ιάκωβου Καμπανέλλη, «Ο δρόμος περνά από μέσα», ανεβαίνει στο θέατρο «Τζένη Καρέζη» σε σκηνοθεσία Κώστα Καζάκου. Γράφτηκε το 1990, δεν παίχτηκε πολύ στο θέατρο, και παρουσιάζει τη σύγκρουση αρχών και αξιών ανάμεσα σε ένα κόσμο που πίστευε στην καλλιέργεια και την αρετή , έναν κόσμο που φεύγει, και έναν άλλον που έρχεται με χαρακτηριστικά την έλλειψη κουλτούρας, το αδίστακτο, τον αριβισμό. Χαρακτήρες καλοδουλεμένοι, συγκρούσεις σαφείς και πολυεπίπεδες, ολοκληρώνουν το έργο που έχει μια ουσιαστική επικαιρότητα. Με την ευκαιρία της επικείμενης πρεμιέρας, συναντηθήκαμε με την Άννα Γεραλή, ηθοποιό με μακροχρόνια καριέρα στο θέατρο, το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, με μεγάλους ρόλους στο ενεργητικό της, συμμετοχή σε σπουδαίες παραστάσεις και συνεργασίες με σημαντικούς ανθρώπους της τέχνης της. Τα τελευταία δέκα περίπου χρόνια, όμως, έχει σταματήσει να παίζει στις κεντρικές σκηνές της Αθήνας και ζει μόνιμα στην Αίγινα, όπου υπηρετεί και πάλι με συνέπεια την τέχνη της, σκηνοθετώντας και παίζοντας με μια ερασιτεχνική ομάδα, που κοσμεί το νησί του Σαρωνικού και προσφέρει ανάσες ποιοτικής τέχνης στους μόνιμους κατοίκους αλλά και στους πολλούς Αθηναίους που πηγαίνουν να παρακολουθήσουν τις παραστάσεις της.

 

Τη συνέντευξη πήρε η Μαρώ Τριανταφύλλου

 

Είστε ηθοποιός ρεπερτορίου και κατά καιρούς μας έχετε εντυπωσιάσει με τολμηρές επιλογές σε συνεργασίες κυρίως με νέους ανθρώπους, πράγμα που δείχνει πνεύμα φιλέρευνο και διάθεση να περπατήσετε σε άγνωστους αλλά ενδιαφέροντες δρόμους…

Σπούδασα την τέχνη μου στο Εθνικό δίπλα σε σπουδαίους ανθρώπους του θεάτρου -Παξινού, Μινωτής, Κωτσόπουλος, Τερζάκης, Σιδέρης και πολλοί άλλοι. Έπαιξα γα χρόνια σε θέατρο υψηλού ρεπερτορίου με σπουδαίους σκηνοθέτες και ηθοποιούς, έκανα πολύ ραδιόφωνο, αλλά και τηλεόραση, και κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι ήθελα να κάνω κάτι διαφορετικό, να μάθω καινούρια πράγματα. Ξέρετε, έχω ψυχολογία μαθήτριας και δασκάλας ταυτόχρονα. Οριακή στιγμή για μένα ήταν ο θάνατος της μητέρας μου. Εκείνη την εποχή, λοιπόν, το αποφάσισα και δούλεψα με τον Μιχαήλ Μαρμαρινό, που τότε είχε μαζί με την Αμαλία Μουτούση την ομάδα «Διπλούς Έρως» στο Ιλίσια Στούντιο. Δούλεψα μαζί του ως ως συνεργάτης στη σκηνοθεσία και τον τρίτο χρόνο έπαιξα επίσης σ’ ένα έργο του Στρίντμπεργκ. Έφυγα όταν ένιωσα να ολοκληρώνεται ένας κύκλος και ήθελα να πάω αλλού, να μάθω κι άλλα πράγματα.

 

Γιατί διαλέξατε τον Μαρμαρινό;

Μου άρεσε η δουλειά του και εκτιμούσα τους συνεργάτες του, νέους ταλαντούχους ηθοποιούς. Πρώτη φορά έπαιρνα μέρος σε μια ομάδα, για μένα ήταν μια καινούρια, ενδιαφέρουσα εμπειρία, από την οποία αποκόμισα πολλά, αλλά έδωσα κι εγώ. Συνέχισα να ψάχνω νέα πράγματα στην τέχνη μου -πάντα το κάνω άλλωστε.

 

Αναφέρατε το διπλό ρόλο μαθήτριας και δασκάλας. Διδάσκετε πολλά χρόνια…

Ξεκίνησα πολύ νέα, όταν έπαιζα στους «Παραθεριστές» του Μ. Γκόργκι σε σκηνοθεσία Λ. Τριβιζά, που μου πρότεινε να διδάξω στη σχολή του. Δράττομαι της ευκαιρίας να πω ότι πρέπει οπωσδήποτε στην Ελλάδα να υπάρξει μια σχολή σκηνοθεσίας, αυτό που προσπαθεί να κάνει ο Σ. Λιβαθηνός. Έχουμε υπέροχους καλλιτέχνες στη χώρα μας και φεύγουν τα παιδιά για σπουδές στο εξωτερικό.

 

Βρίσκετε ικανοποιητικό το επίπεδο του ελληνικού θεάτρου;

Πάρα πολύ. Θεωρώ ότι υπάρχουν πολλοί σπουδαίοι καλλιτέχνες στην Ελλάδα. Ξέρετε νομίζω ότι αυτό είναι μοναδικό φαινόμενο. Είμαστε χώρα που παράγει καλλιτέχνες σε όλους τους τομείς της τέχνης -και φυσικά στο θέατρο.

 

Άρα δεν είστε από αυτούς που βρίσκουν αρνητική την ύπαρξη πολλών σκηνών και το μεγάλο αριθμό παραστάσεων κάθε χρόνο.

Καθόλου, μακάρι να υπάρχουν. Το ζήτημα είναι πώς θα επιβιώσουν αυτοί οι άνθρωποι. Οι αμοιβές των ηθοποιών -για να μιλήσω για τον δικό μου χώρο- είναι πολύ χαμηλές, δεν τηρούνται οι συλλογικές συμβάσεις.

 

Πώς βλέπετε τις σπουδές θεάτρου στις μέρες μας;

Στα χρόνια των δικών μου σπουδών τα πράγματα ήταν διαφορετικά, υπήρχαν άλλες απαιτήσεις. Σήμερα το θέατρο έχει πάρει άλλο δρόμο, ζητούνται άλλα πράγματα από τους νέους ηθοποιούς, π.χ. πολύ υψηλό επίπεδο στο τραγούδι και το χορό. Αυτό που παρατηρώ είναι πως το κείμενο έχει όλο και λιγότερη σημασία, πολλές φορές χρησιμοποιείται ως αφορμή μόνο. Εννοείται πως δεν πιστεύω ότι πρέπει να παίζουμε τον Σαίξπηρ όπως παιζόταν στην εποχή του ή να μένουμε σε δοκιμασμένα πράγματα, αλλά δεν μ’ αρέσουν και οι υπερβολές της αποδόμησης.

 

Λείψατε καιρό από το θέατρο της πρωτεύουσας αλλά δεν μείνατε καθόλου χωρίς θεατρική δραστηριότητα. Θα θέλατε να μας μιλήσετε λίγο για τη θεατρική ομάδα της Αίγινας όπου δουλεύετε εθελοντικά;

Είναι κάτι που κάνω με την καρδιά μου. Ξεκίνησα πριν από αρκετά χρόνια, οργάνωσα μάλιστα τα δύο πρώτα φεστιβάλ θεάτρου που ήταν δική μου ιδέα, αλλά αντιμετώπισα δυσκολίες, ιδίως από τις τοπικές αρχές που έδειξαν απαράδεκτη δυσανεξία σε μια εθελοντική προσφορά και έδωσαν κατεύθυνση στο φεστιβάλ που προσωπικά δεν με κάλυπτε. Στο ξεκίνημα συνεργάστηκα με μια ομάδα ενός τοπικού συλλόγου, αλλά μετά από 3-4 παραστάσεις, δημιούργησα μια νέα ομάδα και ένα σύλλογο, τους «Φίλους του Δημοτικού Θεάτρου Αίγινας». Το εν λόγω θέατρο είναι ένα πολύ ωραίο πέτρινο κτίριο με εξαιρετική ακουστική που χτίστηκε λίγο μετά τον Καποδίστρια. Γνώρισε πολλές χρήσεις, αλλά είναι εγκαταλειμμένο. Καθίσματα έβαλε κάποιος με δικά του χρήματα, θέρμανση βάλαμε εμείς, με τον άνδρα μου. Το όνειρό μου ήταν να δημιουργηθεί ένας ερασιτεχνικός δημοτικός θίασος που να χρηματοδοτείται από το Δήμο και φυσικά να εισπράττει ο Δήμος τα όποια έσοδα. Πιστεύω πολύ στον εθελοντισμό. Ο τρόπος που δουλεύουμε είναι ηρωικός, όλα μόνοι μας, κοστούμια, σκηνικά… Μας στηρίζουν βεβαίως φίλοι που εκτιμούν κα καταλαβαίνουν την προσπάθειά μας και μας προσφέρουν -όχι βέβαια χρήματα- αλλά έπιπλα, υφάσματα και άλλα πράγματα αναγκαία για μια παράσταση. Τελικά οι παραστάσεις μας φτάνουν σε επαγγελματικό επίπεδο. Έρχονται άνθρωποι από την Αθήνα για να μας δουν. Έχουμε ανεβάσει σημαντικά έργα, «Στέλλα Βιολάντη», τη «Δεσποινίδα Τζούλια», «Φιλουμένα Μαρτουράνο», «Ντα», «Με δύναμη από την Κηφισιά», «Τριαντάφυλλο στο στήθος», που έγραψε τη μουσικη ο Κραουνάκης και μας στήριξε πολύ, τα μονόπρακτα του Αρκά και άλλα βέβαια και για φέτος ετοιμάζουμε το «Ήταν όλοι τους παιδιά μου».

 

Επανέρχεστε στο θέατρο μετά από σχετικά μακροχρόνια απουσία με ένα σπουδαίο έργο του Καμπανέλλη. Τι σας έκανε να επιστρέψετε;

Με συνδέει μακροχρόνια φιλία και εκτίμηση με τον Κώστα Καζάκο και αυτός ήταν ο βασικός λόγος που δέχτηκα την πρότασή του. Μεταξύ άλλων, δέκα χρόνια πριν είχαμε παίξει μαζί στο «Μαύρο κουτί» του Γιώργου Ηλιόπουλου. Ήταν όμως, όπως φυσικά καταλαβαίνετε, και το έργο. Πρόκειται για ένα κόσμημα της δραματουργίας μας. Χαρακτήρες βαθιά δουλεμένοι, η χαρά του ηθοποιού να ερμηνεύει τέτοιους ήρωες. Είναι μεγάλη χαρά η συμμετοχή σ’ αυτήν την παράσταση. Ο Καζάκος ως σκηνοθέτης είναι πολύ ουσιαστικός στον τρόπο που βοηθά τον ηθοποιό να προσεγγίσει το ρόλο. Όχι μόνο έχει βαθιά γνώση του θεάτρου, αλλά χρησιμοποιεί την εμπειρία του ως ηθοποιού για να διδάξει σωστά. Ύστερα είναι και οι άλλοι συνεργάτες. Με τον Γιώργο Κυρίτση έχω δουλέψει πολλές φορές στο παρελθόν και μου προξενεί μεγάλη χαρά η συνεργασία μας τώρα, ενώ υπάρχουν και τρεις νέοι ηθοποιοί που εκτιμώ πολύ: η Ηλιάννα Μαυρομάτη, ο Όμηρος Πουλάκης και ο Γιώργος Δάμπασης.

 

Ποιος είναι ο ρόλος σας στο «Δρόμο» που «περνάει μέσα»;

Το έργο αυτό του Καμπανέλλη έχει μια οδυνηρή επικαιρότητα. Χωρίς να έχει καμιά πολιτική αναφορά είναι βαθύτατα πολιτικό. Διαθέτει επίσης μια εσωτερική ποιητικότητα που το κάνει εξαιρετικά ενδιαφέρον. Ο τρόπος που συλλαμβάνει και παρουσιάζει τους χαρακτήρες επίσης… Δεν μπορείς να αλλάξεις ούτε μία λέξη σ΄αυτό το κείμενο, κάθε λέξη έχει βαρύτητα και μοναδικότητα. Να μιλήσω για το ρόλο μου όμως: είμαι η Γλυκερία, η οικονόμος, γέρασα μέσα σ’ αυτό το σπίτι φροντίζοντας τους ενοίκους του. Φροντίζω ακόμη τον τελευταίο ιδιοκτήτη. Στη σχέση αυτών των δύο ίσως να υπάρχει ένα ερωτικό υπόβαθρο -έχουν μεγαλώσει μαζί και παρά τις κοινωνικές τους διαφορές έχουν και οι δύο σεβασμό ο ένας για τον άλλον. Εκείνος αντιμετωπίζει την Γλυκερία με τρυφερότητα, ξέρει ότι εκείνη είναι η ψυχή του σπιτιού. Συμβολικά -και έτσι το αντιμετωπίσαμε- η Γλυκερία είναι ο υποταγμένος άνθρωπος, που δεν αντιδρά στην κατάστασή του, που δέχεται την υποταγή του, του αρέσει μπορούμε να πούμε, θεωρεί τη θέση του σημαντική. Το λέει μάλιστα καθαρά σε κάποιο σημείο πως η δουλειά της την ευχαριστεί και έχει αξία, δεν θέλει πάρε – δώσε με όποιον νά ’ναι.

 

maro33@otenet.gr

 

 

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

 

Σκηνοθεσία: Κώστας Καζάκος, σκηνικά – κοστούμια: Κατερίνα Καμπανέλλη, μουσική σύνθεση – επιμέλεια: Αλέξανδρος Καζάκος. Παίζουν: Γιώργος Κυρίτσης, Γιώργος Δάμπασης, Ηλιάνα Μαυρομάτη, Άννα Γεραλή, Όμηρος Πουλάκης

Παραστάσεις: Τετάρτη στις 7μ.μ., Πέμπτη, Παρασκευή στις 9.15μ.μ., Σάββατο στις 6μ.μ. και στις 9.15μ.μ. και Κυριακή στις 8μ.μ., στο Θέατρο Τζένη Καρέζη (Ακαδημίας 3, τηλ. 210 3625520 – 210 3636144 και 210 3644921).