Συνέντευξη με την καθηγήτρια του ΕΜΠ, Ντίνα Βαίου

Το προσωπικό είναι πολιτικό

Η πολυφωνία και η πολυμορφία του φεμινιστικού κινήματος στα χρόνια της μεταπολίτευσης, με αφορμή τη σχετική έκθεση στο Ίδρυμα της Βουλής

vaiou2

«Δεν είμαι ΤΟΥ πατρός μου – Δεν είμαι ΤΟΥ ανδρός μου – ΘΕΛΩ νάμαι ο ΕΑΥΤΟΣ μου», «Γυναίκες χωρίς άντρα, ψάρι χωρίς ποδήλατο», «Το προσωπικό είναι πολιτικό»: χαρτονένιες γυναικείες μορφές, κρατώντας πλακάτ με τα εμβληματικά φεμινιστικά συνθήματα που αναδύθηκαν ορμητικά την περίοδο της μεταπολίτευσης, ξεχωρίζουν διάσπαρτες στο ειδικά διαμορφωμένο χώρο του Ιδρύματος της Βουλής, μεταφέροντας την αίσθηση της ζωντάνιας, της δυναμικής διεκδίκησης, της ποικιλόμορφης συνύπαρξης των γυναικείων οργανώσεων και ομάδων, στα χρόνια της μεταπολίτευσης. Η έκθεση με τίτλο «Ο φεμινισμός στα χρόνια της μεταπολίτευσης, 1974 – 1990: Ιδέες, συλλογικότητες, διεκδικήσεις» κάνει μια σύντομη αναδρομή στη γυναικεία αμφισβήτηση του 19ου αιώνα, στη διεκδίκηση των πολιτικών δικαιωμάτων στη διάρκεια του Μεσοπολέμου, στη μαζική συμμετοχή των γυναικών στην Αντίσταση το ’40 αλλά και στη διάρκεια του Εμφυλίου, στα πλήρη πολιτικά δικαιώματα που αποκτούν οι γυναίκες μεταπολεμικά και την πρώτη Ελληνίδα βουλεύτρια, τη μεγάλη συμμετοχή τους στις αντιδικτατορικές δράσεις, για να επικεντρωθεί στην πρωτοφανή κινητοποίηση των γυναικών στα χρόνια της Μεταπολίτευσης: δημιουργούνται γυναικείες οργανώσεις, αυτόνομες φεμινιστικές ομάδες, σωματεία, σύλλογοι, σπίτια γυναικών, βιβλιοπωλεία, εκδίδονται εφημερίδες, περιοδικά, μεταξύ πολλών άλλων.
Μιλάμε με το μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής του Ιδρύματος της Βουλής, καθηγήτρια του ΕΜΠ, στον Τομέα Πολεοδομίας και Χωροταξίας, Ντίνα Βαΐου.

Τη συνέντευξη πήρε η Σοφία Ξυγκάκη

Πώς προέκυψε η ιδέα για την έκθεση;
Η αρχική ιδέα ξεκίνησε από την κηδεία της Καίτης Κωσταβάρα (Δεκέμβρης 2015), όταν μια ομάδα γυναικών σκέφτηκε μήπως έπρεπε να τιμήσουμε τις φεμινίστριες μιας παλιότερης γενιάς, που χάθηκαν τα τελευταία δύο χρόνια και προέρχονταν από διάφορους χώρους – την Καίτη Κωσταβάρα, την Ελένη Παμπούκη, τη Σούλα Παναρέτου, αν πάμε λίγο παλιότερα τη Ρένα Λάμψα, κι άλλες ακόμη, όσο γυρνάμε πίσω στο χρόνο. Σε μια συνάντηση της ομάδας εκείνης, δηλαδή των Μαρία Στρατηγάκη, Σοφία Βογιατζή, Μαρία Ρεπούση και Άννα Αναγνωστοπούλου, κλήθηκα κι εγώ, που μόλις είχα ενταχθεί στην Επιστημονική Επιτροπή του Ιδρύματος της Βουλής. Σκεφτήκαμε τότε ότι ίσως είναι μια ευκαιρία, μέσω του Ιδρύματος, να συγκεντρωθεί ένα υλικό που, ως τώρα, δεν έχει παρουσιαστεί συγκροτημένα. Βέβαια, δεν ήταν καθόλου σαφές αν το Ίδρυμα θα δεχόταν να κάνει κάτι τόσο «ριζοσπαστικό» ως προς τις δικές του ενασχολήσεις. Παρόλα αυτά, η πρόταση την οποία κατέθεσα στην Επιστημονική Επιτροπή πέρασε από τις προβλεπόμενες διαδικασίες έγκρισης, αν και όχι χωρίς δυσκολίες. Πρέπει να υπογραμμίσω ότι με άλλο Πρόεδρο της Βουλής δεν θα γινόταν αυτή η έκθεση – ακόμη και μέχρι την τελευταία στιγμή υπήρχαν ενστάσεις, π.χ. για τον τίτλο, επειδή περιέχει τον όρο «φεμινισμός»…

Αλήθεια; Τώρα πια;
Δεν είναι προς έκπληξη, και τώρα και πάντοτε. Υπάρχει μια συντηρητική πλευρά που δεν μπορεί ούτε ν’ ακούσει τη λέξη. Συγκροτήθηκε, λοιπόν, στο Ίδρυμα της Βουλής μια ομάδα εργασίας αποτελούμενη από τη Μαρία Ρεπούση και την Αγγέλικα Ψαρρά, ιστορικούς που έχουν ασχοληθεί με το θέμα, καθώς και τα μέλη της Επιστημονικής Επιτροπής του Ιδρύματος Νίκη Μαρωνίτη, Βαγγέλη Καραμανωλάκη και εμένα. H Άννα Μιχοπούλου, από το Αρχείο Γυναικών Δελφύς, κλήθηκε να συμβάλει στη συγκέντρωση του υλικού, που, όπως φάνηκε, ήταν πολύ πιο μεγάλο έργο απ’ όσο είχαμε υπολογίσει, καθώς το υλικό ήταν διάσπαρτο σε διάφορα αρχεία και προσωπικές συλλογές.

Πώς καταγράφεται στην έκθεση το ξεκίνημα του φεμινισμού στην Ελλάδα;
Η έκθεση συγκροτεί ένα αφήγημα, με τις περιόδους ύφεσης και άνθισης, όπως η περίοδος μετά τη δικτατορία. Πριν φτάσουμε στη μεταπολίτευση, παρουσιάζει σε μια εισαγωγική ενότητα την πορεία από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι τη δικτατορία. Στη συνέχεια, το κύριο μέρος της έκθεσης εστιάζει στη μεταπολίτευση, και οργανώνεται σε τρεις ενότητες. Η πρώτη έχει τίτλο «Από τις γυναικείες οργανώσεις στις ομάδες γυναικών» και δίνει μια εικόνα της πληθώρας φεμινιστικών συλλογικοτήτων που συγκροτήθηκαν την περίοδο εκείνη. Η δεύτερη καταγράφει τις βασικές «Διεκδικήσεις» της περιόδου (αναθεώρηση του οικογενειακού δικαίου, αυτοδιάθεση του σώματος, ποσοστώσεις). Τέλος, η τρίτη ενότητα αναφέρεται στις πολύμορφες «Δράσεις» που αναπτύχθηκαν από την πληθώρα των ομάδων και οργανώσεων, οι οποίες συγκροτούν το κίνημα της περιόδου.
Η έκθεση θα «συμπληρωθεί» με μια ημερίδα προγραμματισμένη για το τέλος Νοεμβρίου, καθώς και με εργαστήρια-μικρότερες συζητήσεις γύρω από θέματα που θίγει, ανοίγει ή αφήνει σε εκκρεμότητα η έκθεση. Σ’ αυτές τις δράσεις ελπίζουμε να συμμετάσχουν πολλές ακόμη φεμινίστριες που δεν ενεπλάκησαν στην οργάνωση της έκθεσης.

Δυναμικό και πολύμορφο κίνημα

Κι αυτό το αφήγημα που αναφέρατε ποιο είναι; Γιατί αφορά πάρα πολύ και τις νεώτερες γενιές.
Στόχος της έκθεσης είναι να δείξει ότι αυτά που συζητάμε σήμερα έχουν μια προϊστορία σημαντική, με κέρδη και απώλειες. Να αποτυπώσει ένα κίνημα που ήταν πάρα πολύ δυναμικό και πολύμορφο, που με ευρηματικούς τρόπους πρόβαλλε τα αιτήματά του. Να δείξει ότι η άνθιση των δράσεων και των ιδεών προέκυψε από την κινητοποίηση πολλών και πολύ διαφορετικών μεταξύ τους ομάδων και οργανώσεων. Ας σημειωθεί εδώ ότι οι τελευταίες είχαν μεγαλύτερη ή μικρότερη συσχέτιση με τα κόμματα, που κυριαρχούσαν έτσι κι αλλιώς στο πολιτικό σκηνικό της μεταπολίτευσης.

Ίσως, από τις οργανώσεις η πιο ανεξάρτητη ήταν η Κίνηση Δημοκρατικών Γυναικών (ΚΔΓ).
Είναι ίσως αλήθεια, αλλά κι αυτή είχε τις αναφορές της στο ΚΚΕ εσωτερικού, το μοναδικό πολιτικό κόμμα που έκανε το φεμινισμό απόφαση της Κεντρικής του Επιτροπής.
Οι φεμινίστριες αμέσως μετά τη μεταπολίτευση ήταν/είμαστε σε μεγάλο βαθμό συνδεδεμένες με τα κόμματα της Αριστεράς, είτε ως μέλη κομμάτων είτε ως γενικότερη πολιτική τοποθέτηση. Και η «διπλή ένταξη» ήταν αντικείμενο έντονης διαμάχης και διαιρέσεων. Μια (ακόμη) διαμάχη – που δεν θα μπορούσε βέβαια να «απαντηθεί» – για το αν κάποια πράγματα τα παλεύεις στο χώρο του φεμινιστικού κινήματος ή/και σε άλλου είδους ομάδες και συγκροτήσεις.

Ήταν κεφαλαιώδους σημασίας η σύγκρουση με τα κόμματα που κρατούσαν (κρατούν) μια πατριαρχική δομή, σε κάθε περίπτωση. Γιατί;
Ένα θέμα είναι η σύγκρουση με τα κόμματα κι ένα άλλο η παρουσία και ο αγώνας των φεμινιστριών μέσα στα κόμματα, ιδιαίτερα της Αριστεράς. Αυτό το δεύτερο ήταν κατά τη γνώμη μου μια μάχη χαμένη, ιδιαίτερα ως προς την επιδίωξη να «μπολιαστεί» (όπως λέγαμε τότε) το κόμμα με τις ιδέες του φεμινισμού. Γιατί; Γιατί δεν διαταράχτηκε ποτέ πλειοψηφικά ο ανδρικός χαρακτήρας των καθοδηγητικών οργάνων, ούτε άλλαξαν οι νοοτροπίες και ο τρόπος λειτουργίας, πέρα από προσωπικές εξαιρέσεις. Οι καρέκλες της εξουσίας ήταν και είναι πολύ αναπαυτικές – ακόμη και στο ΚΚΕ εσωτερικού, που με την απόφαση της ΚΕ, είχε συζητήσει το θέμα διεξοδικά στη βάση του, δεν διαταράχθηκαν οι καταμερισμοί εξουσίας μέσα στο κόμμα ούτε οι πρακτικές άσκησής της.

Ομάδες αυτοσυνείδησης

Οι ομάδες αυτοσυνείδησης που σχηματίστηκαν στο αυτόνομο, κατά κύριο λόγο, κίνημα, γιατί ήταν τόσο σημαντικές;
Νομίζω ότι ήταν πολύ έντονη εκείνη την περίοδο η ανάγκη να καταλάβουμε ότι οι διακρίσεις σε βάρος των γυναικών, η καταπίεση, η βία, ακόμη και μέσα στην οικογένεια, δεν είναι προσωπική υπόθεση. Είναι κάτι που αφορούσε και αφορά πολιτικά και κοινωνικά διακυβεύματα. Μόνο κατανοώντας αυτή την όψη των πραγμάτων, μπορούσε καθεμιά να προχωρήσει σε μια άλλου τύπου οργάνωση και κινητοποίηση.

Κι αυτή η «εκμυστήρευση» των προσωπικών θεμάτων μεταξύ των γυναικών κατέληξαν στο σύνθημα…
«Το προσωπικό είναι πολιτικό», σύνθημα-έμβλημα του φεμινιστικού κινήματος της περιόδου.

Και προέκυψε από αυτές τις ομάδες. Το προσωπικό έπαψε να τοποθετείται στη σφαίρα του άρρητου.
Ακριβώς. Στην έκθεση, λοιπόν, θελήσαμε να αναδειχτεί η πολυμορφία του κινήματος και οι τρόποι με τους οποίους διεκδικήθηκαν τα αιτήματα – πώς αυτό το κίνημα συγκροτήθηκε και δημοσιοποίησε τα ζητούμενά του.

Το κίνημα αυτό κέρδισε σημαντικές διεκδικήσεις της εποχής, όπως ήταν η αλλαγή του Οικογενειακού Δίκαιου ή αυτές που αφορούσαν την αυτοδιάθεση του σώματος, όπως η διάδοση της αντισύλληψης και η νομιμοποίηση της έκτρωσης.
Η αλλαγή του Οικογενειακού Δικαίου τέθηκε από δύο ταυτόχρονα πλευρές: την κινηματική, αλλά και τη θεσμική λόγω ΕΟΚ. Παρόλο που οι κυβερνήσεις της εποχής μάλλον δεν είχαν αυτή την πρόθεση, βρέθηκαν μπροστά στην έντονη κινητοποίηση των γυναικών, αλλά και στην υποχρέωση προσαρμογής στο «κοινοτικό κεκτημένο» της ισότητας. Και είναι ένας εμβληματικός αγώνας της περιόδου.
Τα θέματα της πρόσβασης στην αντισύλληψη και της νομιμοποίησης των εκτρώσεων ήταν κεντρικά, μέσα στο γενικότερο αίτημα για την αυτοδιάθεση του σώματος και τη μητρότητα ως επιλογή. Και το θέμα των βιασμών (και μέσα στο γάμο) ήταν αντικείμενο μεγάλων κινητοποιήσεων. Το αίτημα να τιμωρούνται αυστηρά οι βιαστές ακούγεται ίσως αυτονόητο, αλλά στις δίκες βιαστών δικαζόταν το θύμα παρά ο θύτης.

Το φεμινιστικό κίνημα είναι παρών

Το κίνημα έπαψε να είναι τόσο ορατό. Ενδεχομένως επειδή κερδήθηκαν κάποια από τα κεντρικά αιτήματα;
Δεν πιστεύω ότι ένα κίνημα υπάρχει μόνο όταν είναι ορατές οι δράσεις του. Σίγουρα από το 1989 και μετά πολλές ομάδες και μορφές δράσης έπαψαν να υπάρχουν, όπως έπαψε να υπάρχει και η μαζική παρουσία φεμινιστικών κινητοποιήσεων «στο δρόμο». Αλλά δεν συμφωνώ με τη θέση ότι «δεν υπάρχει» γυναικείο και φεμινιστικό κίνημα. Κάτι τέτοιο θα ήταν άδικο για τις αγωνίες και τους προβληματισμούς νέων γυναικών, μέσα στις εκάστοτε νέες συνθήκες. Έχοντας επαφή με φοιτήτριες και φοιτητές, βλέπω ότι υπάρχει ένα διαφορετικό ενδιαφέρον και αναζήτηση, σε σχέση με άλλα κινήματα (π.χ. ΛΟΑΤΚΙ+, αντιρατσιστικό), όπως υπάρχουν βέβαια και περίοδοι μεγαλύτερου ή μικρότερου ενδιαφέροντος, ποτέ όμως τα προτάγματα του φεμινισμού δεν είναι στο μηδέν.

Μιλάμε όμως για μαζικό κίνημα;
Τι θα πει μαζικό; Το γυναικείο κίνημα που απαρτιζόταν από εκατοντάδες γυναικείες ομάδες ποτέ δεν ήταν μαζικό, όπως το εννοεί π.χ. η Αριστερά. Ήταν ομάδες αυτοσυνείδησης, ψαξίματος, κάποτε συσπειρώσεις γύρω από κοινά αιτήματα, κι αυτό δεν νομίζω ότι έχει εκλείψει. Επιπλέον, τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια μεγάλη παρουσία στο διαδίκτυο, με πολλές ομάδες, συζητήσεις με νέους τρόπους και νέα μέσα, άγνωστα ίσως σε μια προηγούμενη γενιά φεμινιστριών. Δεν ξέρω τι μπορεί να προκύψει από αυτή την κινητοποίηση χωρίς ενσώματη παρουσία στο δημόσιο χώρο, ούτε αν θα την λέμε κίνημα ή κάτι άλλο… Προέχει πάντως να την (ανα)γνωρίσουμε…

Στο πανεπιστήμιο εξακολούθησαν να υπάρχουν ομάδες;
Όχι με τον ίδιο τρόπο όπως οι ομάδες γυναικών ανά Σχολή. Ήδη, από τη δεκαετία του ’80, αρχίζουν να υπάρχουν ομάδες Γυναικείων Σπουδών, με πρώτη την Ομάδα του ΑΠΘ. Τη δεκαετία του 2000, μέσα από ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις, αναπτύσσονται προγράμματα Σπουδών Φύλου σε οκτώ πανεπιστήμια. Μέσα από αυτά εμπλουτίζονται τα προγράμματα σπουδών με μαθήματα, ενότητες μαθημάτων, διδακτικό προσωπικό, εκδηλώσεις και δράσεις, όπως επίσης εμπλουτίζονται και οι πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες με πολλούς τίτλους φεμινιστικών εκδόσεων. Από το διδακτικό προσωπικό εκείνης της περιόδου, που βρέθηκε στα πανεπιστήμια με σύντομης διάρκειας συμβάσεις, ένα μικρό μέρος παρέμεινε και συνεχίζει έναν συχνά δύσκολο αγώνα, μέσα σε πανεπιστήμια χτυπημένα σκληρά από την πολυεπίπεδη κρίση.

Γυναικείες ομάδες παντού

Τα κινήματα γυναικών εκτός Αθήνας και Θεσσαλονίκης είχαν αναπτυχθεί εκεί που βρίσκονταν πανεπιστήμια ή και ανεξάρτητα από αυτά;
Και ανεξάρτητα από τα πανεπιστήμια. Κατά τη γνώμη μου, σημαντικό ρόλο σε αυτό έπαιξε η Ένωση Γυναικών Ελλάδας (ΕΓΕ), η οποία και μέσα από τη σύνδεσή της με το ΠΑΣΟΚ, ένα μαζικό κόμμα με πόρους και ανθρώπινο δυναμικό, συγκρότησε γυναικείες ομάδες σε όλη την Ελλάδα, ακόμη και σε μέρη της όπου οι μικρές φεμινιστικές ομάδες δεν είχαν πρόσβαση. Πολλές από αυτές τις τοπικές ομάδες ήταν κινηματικές, δεν ήταν τόσο εξαρτημένες από ένα κέντρο και μια γραμμή που ερχόταν εκ των άνω.

Αλλά κι η δραστηριότητα στα σωματεία, που κατεξοχήν ανδροκρατούνταν, ήταν σημαντική, όπως στη ΓΣΕΕ και στα τοπικά σωματεία.
Όπως και στα κόμματα, έτσι και στη ΓΣΕΕ και σε άλλα μεσαία συνδικαλιστικά όργανα ιδρύθηκαν επιτροπές γυναικών. Όσες από αυτές έτυχε να στελεχωθούν από γυναίκες με φεμινιστικές ανησυχίες και συνδέσεις με το κίνημα, λειτούργησαν όσο ήταν δυνατόν πέρα από τη συνδικαλιστική ή την κομματική γραφειοκρατία. Πολύ δραστήριοι αναδείχθηκαν και επαγγελματικοί φορείς που γυναικοκρατούνταν ως προς τον αριθμό των εργαζομένων, όπως οι τηλεφωνήτριες, αργότερα οι εργαζόμενες στη Berkshire. Οι κινητοποιήσεις τους έφεραν κοντά εργατικές διεκδικήσεις με γυναικείες και φεμινιστικές.
Προς το τέλος της περιόδου που καλύπτει η έκθεση, άνοιξε το θέμα των ποσοστώσεων, ως ένα από τα εργαλεία για την αύξηση της συμμετοχής γυναικών στα κέντρα λήψης αποφάσεων. Ένα ζήτημα που επίσης δίχασε ομάδες, οργανώσεις, φεμινίστριες ατομικά, ως προς το νόημα της συμμετοχής, όταν οι σχέσεις δύναμης μένουν αμετάβλητες ή όταν «περισσότερες γυναίκες» δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη φεμινίστριες στα κέντρα λήψης αποφάσεων. Οι απαντήσεις και πάλι δεν είναι εύκολες ούτε «για πάντα».

Εκδοτική δραστηριότητα

Εκτός από τις μεγαλειώδεις διαδηλώσεις και κινητοποιήσεις, ποιες άλλες δράσεις χαρακτήρισαν την εποχή;
Όπως φαίνεται και στο αντίστοιχο τμήμα της έκθεσης, οι δράσεις του κινήματος ήταν πολλές και συχνά ιδιαίτερα ευρηματικές. Εκτός από τις διαδηλώσεις και τις συγκεντρώσεις, οι δράσεις και οι χώροι ήταν πολυποίκιλοι: σπίτια γυναικών, καφενεία γυναικών (π.χ. της ΚΔΓ στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη), βιβλιοπωλεία που ταυτόχρονα αποτελούσαν τόπους συνάντησης και εκδηλώσεων. Αξίζει εδώ να θυμίσω «Το βιβλίο/Το παιδί», αργότερα «Σελάνα», της Ελένης Παμπούκη και το «Βιβλιοπωλείο Γυναικών» στην Αθήνα, χώρους όπου κάθε βιβλίο που έβγαινε αποτελούσε γεγονός και αντικείμενο συζήτησης, αλλά και χώρους-φυτώρια φεμινιστικών αναζητήσεων. Παράλληλα, έχουμε μεγάλη και πολύ σημαντική εκδοτική δραστηριότητα, τόσο με μεταφράσεις σημαντικών βιβλίων όσο και με ελληνικές συνεισφορές. Οργανώνονται ακόμη εκθέσεις, προβολές, μουσικές εκδηλώσεις, εκδρομές – μια πληθώρα από δράσεις που συνέβαλαν στην πολιτική ορατότητα του κινήματος και στη διάχυση των ιδεών και επεξεργασιών του.

Νομίζω ότι αυτά που αποτυπώνουν τις καινούριες ιδέες, την πολυφωνία και την ποικιλομορφία, είναι τα εντυπωσιακά πολλά περιοδικά και δελτία, που κυκλοφορούσαν σε όλη την επικράτεια, όχι μόνο στις μεγάλες πόλεις.
Πολλές ομάδες εκείνης της περιόδου εξέδωσαν, για μικρότερα ή μεγαλύτερα διαστήματα, έντυπα, δελτία, περιοδικά, μάλιστα συχνά υπήρξε μια μεγάλη κινητοποίηση γύρω από αυτά. Ήταν ένας από τους τρόπους δημοσιοποίησης των ιδεών και των διαφορετικών επεξεργασιών, αφορμή για συζήτηση σχετικά με τα θέματα που έθετε ο φεμινισμός. Όπως ήδη ανέφερα, μεταφράστηκαν και γράφτηκαν πολλά και σημαντικά βιβλία στα ελληνικά. Η Εκδοτική Ομάδα Γυναικών, με γυναίκες που είχαν εκδώσει τη Σκούπα κι αργότερα τη Δίνη, εξέδωσε 5 βιβλία, τα οποία ήταν «καταστατικά» για τη συζήτηση στην Ελλάδα σε πολλά επίπεδα.

Ίσως η «Σκούπα» ήταν το πιο γνωστό και το πιο θεωρητικό φεμινιστικό περιοδικό, υπήρχαν όμως κι άλλα, όπως η «Πόλη των γυναικών», αργότερα, που ασκούσε κριτική στη μαζική κουλτούρα.
Περισσότερο θεωρητικό ήταν η Δίνη, που βγήκε αργότερα από την ίδια εκδοτική ομάδα της Σκούπας. Όμως κάλυπταν επίσης και ζητήματα επικαιρότητας. Και πολλά ακόμη περιοδικά συνέβαλαν στη συνολική κίνηση των ιδεών.
Στη Θεσσαλονίκη, έβγαινε η Κατίνα, όπως και η Μέδουσα της ομάδας γυναικών του ΑΠΘ, στην Ελευσίνα έβγαινε εφημερίδα, στα Γιάννενα επίσης, μεταξύ άλλων. Το τελευταίο κομμάτι της έκθεσης δίνει μια εικόνα αυτού του τόσο πλούσιου και σύνθετου τοπίου.

Αν χάθηκε κάτι, στη συνέχεια, τι ήταν;
Η αίσθηση η δική μου, όχι της έκθεσης, είναι ότι χάθηκε το δημόσια ορατό κομμάτι της όλης ιστορίας. Πολλές ομάδες έπαψαν να λειτουργούν, για διάφορους λόγους η καθεμία – είναι αντικείμενο έρευνας/συζήτησης που μένει να γίνει το γιατί κάθε ομάδα σταμάτησε να υπάρχει ως τέτοια. Σίγουρα έπαιξε ρόλο κι ότι κάποια πράγματα θεωρήθηκε ότι κατακτήθηκαν, άλλο αν αργότερα τα ξαναβρήκαμε μπροστά μας. Σε τέτοια θέματα δεν υπάρχουν μονοσήμαντες απαντήσεις, ούτε προφανώς γενικές συμφωνίες. Δεν μπορούμε να περιμένουμε παρόμοιους τρόπους κινητοποίησης σε ριζικά διαφορετικές συνθήκες, αγνοώντας μάλιστα όσα κερδήθηκαν, χωρίς ούτε καν να τα μνημονεύουμε πλέον. Όπως κάθε κίνημα, έτσι και αυτό είναι «παιδί του καιρού του», έχει αφήσει ίχνη στις ζωές μας, παρακαταθήκες ευρύτερα και μάλλον υπόρρητα.

Εκθεσιακός χώρος του Ιδρύματος της Βουλής των Ελλήνων (Βασ. Σοφίας 11, είσοδος από Σέκερη, τηλ. 210 3735249, 210 3735247), μέχρι τις 18 Δεκεμβρίου με ωράριο λειτουργίας: Δευτέρα – Τρίτη – Τετάρτη – Παρασκευή 9π.μ. – 4μ.μ., Πέμπτη 9π.μ. – 8μ.μ., Σάββατο – Κυριακή 10π.μ. – 3μ.μ., επίσημες αργίες κλειστά.