Συνέντευξη με την Παλόμα Πεδρέρο

«Δεν μπορούμε να χτίσουμε, γκρεμίζοντας»

Με αφορμή το ανέβασμα του έργου της ισπανίδας συγγραφέα, ηθοποιού και σκηνοθέτιδας «Το κάλεσμα της Λορίν»

Η θεατρική συγγραφέας, ηθοποιός και σκηνοθέτιδα Παλόμα Πεδρέρο ανήκει στα τρομερά παιδιά του ισπανικού νέου κύματος, στους καλλιτέχνες δηλαδή που, ερήμην τους ενδεχομένως, έβαλαν βόμβες στα θεμέλια μιας κοινωνίας φοβικής και συντηρητικής αμέσως μετά την πτώση της δικτατορίας του Φράνκο. Υπήρξε η πρώτη που εν έτει 1984 ασχολήθηκε σε θεατρικό της έργο με το ακανθώδες ζήτημα της λεγόμενης «δυσφορίας φύλου». Το έργο αυτό, «Το κάλεσμα της Λορίν», σκηνοθέτησε στο θέατρο Αργώ η Φένια Αποστόλου με το πρωταγωνιστικό δίδυμο Ιωάννης Αθανασόπουλος – Βιργινία Ταμπαροπούλου στους ρόλους του Πέδρο και της Ρόζα. Η Παλόμα Πεδρέρο βρέθηκε για λίγες μέρες στην Ελλάδα, στο πλαίσιο της επίσημης πρεμιέρας της παράστασης. Την συναντήσαμε και είχαμε μια ενδιαφέρουσα συζήτηση μαζί της.

 

Tη συνέντευξη πήρε
ο Αντώνης Μποσκοΐτης

Σπουδάσατε κοινωνιολογία στη Μαδρίτη και μπήκατε στην περίφημη θεατρική ομάδα «Cachivache». Μιλήστε μου λίγο για εκείνα τα χρόνια.
Αρχικά να σας πω ότι δεν μου γεννήθηκε ξαφνικά η επιθυμία να κάνω θέατρο. Από τότε που με θυμάμαι, ζητούσα από τα αδέρφια μου και τα ξαδέρφια μου να παίζουν θέατρο κανονικά, δίνοντας τους ρόλους. Μέχρι και εισιτήριο τους έβαζα: Μία πεσέτα (γέλια). Θέατρο συνέχισα να κάνω στο σχολείο, αλλά και στο πανεπιστήμιο, ενώ την ομάδα «Cachivache» εγώ την έφτιαξα στα 18 μου. Δούλευα το πρωί ως νοσοκόμα και τα βράδια διάβαζα κοινωνιολογία για το πανεπιστήμιο. Αυτό όλο γινόταν γιατί προερχόμουν από μια φτωχή οικογένεια και δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Όχι όμως ότι με κούραζε ιδιαίτερα.

Πώς ήταν, όμως, οι σπουδές τέτοιου τύπου σε μια χώρα που έβγαινε από τη σκληρή δικτατορία του Φράνκο;
Η αλήθεια είναι ότι ήμουν 17 ετών όταν έπεσε ο Φράνκο, άρα μεγάλωσα με τη συνείδηση μιας δικτατορίας καθ’ όλη τη διάρκεια της μάθησης μου. Γνώρισα τη λογοκρισία, ενώ συχνά τρέχαμε πίσω απ’ τα περιπολικά με τις καταδιώξεις τους και τις διαδηλώσεις μας. Θεωρώ, όμως, ότι ως καλλιτέχνης, ως συγγραφέας, σεναριογράφος και σκηνοθέτης, ανήκω στη γενιά της δημοκρατίας.

Είχατε συνείδηση ότι εν έτει 1985 ένα έργο σαν «Το κάλεσμα της Λορίν» συνιστούσε πολιτική πράξη;
Μακάρι να το ’ξερα! Προκάλεσα μια κοινωνική πυρκαγιά σε μια εποχή που δεν το καταλάβαινα. Δεν μπορούσα δηλαδή να καταλάβω ότι οι επιθέσεις από την κριτική δεν είχαν καλλιτεχνικό έναυσμα, αλλά καθαρά πολιτικό. Ίσως να μην κατάλαβα τελικά τα πράγματα στη διάσταση τους από την άγνοια και την αφέλεια της νιότης.
Δεν ήμουν απολίτικη, το αντίθετο! Ακολουθούσα το μαρξισμό – λενινισμό, είχα επαναστατική ιδεολογία, σπούδαζα κοινωνιολογία, που τότε ήταν η πιο αριστερή επιστήμη, άρα ουσιαστικά ήμουν μια επαναστάτρια χωρίς αιτία. Σήμερα, που έχω μεγαλώσει, παραμένω επαναστάτρια με αιτία! Μπορεί να με θεωρούσαν τσαμπουκαλού, αλλά δεν είχα συνείδηση ότι έριχνα μια βόμβα. Το έργο μου τότε περιέγραφε μια πράξη και μια ιστορία έρωτα -ήταν όπως οι αλήθειες κάθε ανθρώπου που πονάνε και ταράζουν.

Έχετε δηλώσει πως τα θέματα στα έργα σας είναι απόρροια προσωπικών εμπειριών σας. Να ρωτήσω, λοιπόν, αν συναναστρεφόσαστε τότε άτομα με τη λεγόμενη δυσφορία φύλου, τρανς κ.λπ.
Όταν έκανα θέατρο, μοιραία συναναστρεφόμουν πολλά γκέι αγόρια. Μάλιστα, στα 17-18 μου είχα μια σεξουαλική επαφή με έναν γκέι φίλο μου, αφού σε εκείνες τις ηλικίες τα παιδιά ακόμη ψάχνονται. Από παιδί με ενοχλούσαν οι κοινωνικοί ρόλοι, έβλεπα να συντελείται μια αδικία και ρωτούσα τη μάνα μου, θυμάμαι, γιατί στην τηλεόραση βλέπουμε τόσους πολλούς άνδρες και λίγες γυναίκες ή γιατί ο πρωθυπουργός μας πρέπει να είναι άνδρας και όχι γυναίκα. Στην οικογένεια μου, που ήμασταν πολλές αδερφές και ένα αγόρι, πάντα έλεγαν: Η μεγάλη, η μικρότερη, η πιο μικρή και το αγόρι… Έβλεπα κλασικά, στερεοτυπικά ζευγάρια να μη λειτουργούν και βάζω και τους γονείς μου μέσα σ’ αυτό. Κι απ’ την άλλη έβλεπα γκέι ζευγάρια να λειτουργούν καλύτερα, με μεγαλύτερη ισότητα μεταξύ τους. Επομένως, ας πούμε ότι με το Κάλεσμα της Λορίν ήθελα να σπάσω τα ταμπού των σχέσεων.

Ορθοδοξία στην Ελλάδα, καθολικισμός στην Ισπανία, δύο θρησκείες που δεν παίρνουν και άριστα στα ανθρώπινα δικαιώματα. Η τέχνη ήταν ένα αντίβαρο σε όλη αυτή την καταπίεση;
Δεν ξέρω για την Ορθόδοξη εκκλησία, η Καθολική πάντως ανέκαθεν έκανε θέατρο. Από τον Μεσαίωνα η ισπανική εκκλησία χρησιμοποιούσε την τέχνη του θεάτρου για προσηλυτισμό και του έδινε θρησκευτικό υπόβαθρο. Το θέατρο, όμως, είναι μια εσωτερική ανάγκη και δεν πρέπει να ταυτίζεται με τις θρησκείες, οι οποίες απλά δίνουν απαντήσεις σε ορισμένα μεταφυσικά ζητήματα των ανθρώπων. Πέραν αυτού, η εκκλησία ήταν πάντα εναντίον των καλλιτεχνών και ειδικά των ηθοποιών. Θα σας μιλήσω όμως για έναν κληρικό, τον πατέρα Άνχελ, ο οποίος έχει ανοιχτή την εκκλησία του, μια τεράστια εκκλησία που μπορούν να πάνε όλοι οι άστεγοι, να κοιμηθούν και να φάνε, ακόμα και να δουν σινεμά ή τηλεόραση.

Μάλιστα. Κομμουνιστής παπάς ο πατήρ Άνχελ.
Αναρχικός, θα έλεγα! Έχει φτιάξει και ένα εστιατόριο που το ονόμασε «Robin hood» και άλλα δύο στη Μαδρίτη. Επιχειρηματίας υπέρ του κοινού καλού! Σκεφτείτε ότι δίνει φαΐ σε περίπου 300 – 400 άτομα ημερησίως! Ο παπάς αυτός, επίσης, μου έχει προτείνει να παρουσιάσει έργα μου, αλλά δεν μου αρέσει ο χώρος, που είναι ανοιχτός, υπάρχει πάρα πολύς κόσμος και γίνεται χαμός. Θα το ήθελα, κατά τα άλλα. Για να απαντήσω, όμως, στο ερώτημα σας, ναι, η τέχνη ήταν ένα αντίβαρο, όταν η εκκλησία θεωρεί τους καλλιτέχνες ανώμαλους και διεστραμμένους.

Μιλήσατε πριν για πράξη έρωτα στο έργο σας. Τι είναι ακριβώς η έννοια του έρωτα;
Φιλοσοφικό το ερώτημα σας. Ο έρωτας είναι το μοναδικό πράγμα στον κόσμο που ενώνει, έτσι απλά.

Εσείς ζήσατε τη χρυσή εποχή, κάνατε τηλεόραση, σκηνοθετήσατε, παίξατε, βγάλατε χρήματα. Αναρωτιέμαι αν είδατε τον εαυτό σας να βουλιάζει μέσα σε μια επίπλαστη ευζωία.
Δεν έζησα την επίπλαστη ευμάρεια, διότι δουλεύω από 17 ετών με καθημερινό εφτάωρο, προερχόμενη από φτωχή οικογένεια, όπως σας είπα. Δεν την βίωσα ούτε στο θέατρο, γιατί δεν επέλεγα εμπορικά έργα και όλα γίνονταν με συνεργασία και αγώνα. Ούτε κάποιο μεγαλοπαραγωγό είχα, πολύ δε περισσότερο κάποια πολιτική βοήθεια, «από πάνω» που λένε. Φυσικά και την θυμάμαι καλά την εποχή της ευζωίας, απλά δεν την έζησα και μη σας κάνει εντύπωση. Στα ισπανικά, ξέρετε, οι λέξεις «ευμάρεια» και «ευζωία» περιέχουν το «είναι». Σήμερα, όμως, οι Ισπανοί τις λένε με το «έχειν», δηλαδή είσαι καλά βάσει των υλικών αγαθών που έχεις. Το «έχειν» δεν φέρνει ηρεμία και ευτυχία, η ύπαρξη και το «είναι» τα φέρνουν αυτά. Όποιος, τελικά, βυθίζεται στην ευμάρεια, ουσιαστικά βυθίζεται στην επιπολαιότητα, στο τέλμα και στα σκατά.

Η Ισπανία γνωρίζει μέρες εθνικισμού, όπως και ολόκληρη η Ευρώπη. Βλέπουμε την αναβίωση ακραίων ρατσιστικών φαινομένων. Τι κάνετε εσείς γι’ αυτό, αν υποτεθεί πως παραμένετε πιστή σε κάποιες αρχές;
Οι πολιτικοί μας είναι τρομερά οπισθοδρομικοί. Τους βλέπουμε σαν τα σκυλάκια που κατουράνε για να μαρκάρουν την περιοχή τους. Θεωρώ τρομερά πρωτόγονο όλο αυτό το ζήτημα εξουσίας και υπεροχής. Από τη στιγμή, όμως, που και οι αριστεροί παίζουν το ίδιο καταστροφικό παιχνίδι, ούτε η Αριστερά μπορεί πλέον να βοηθήσει. Η αγωνία της Αριστεράς στην Ισπανία παραπέμπει στην αγωνία προ του θανάτου, ένα άγχος, μια ψυχορραγία… Όλα αλλάζουν, όταν αλλάζουμε κι εμείς μέσα μας. Δεν μπορώ να ακολουθήσω το όλο πολιτικό σκηνικό. Είναι σαν τα μικρά παιδιά που παίζουν με σπαθιά, μόνο που τα σπαθιά των πολιτικών μπορούν να τραυματίσουν, να χειραγωγήσουν, να σκοτώσουν, να σκορπίσουν όλα τα δεινά. Η πολιτική αυτή έχει λήξει για μένα, είναι ένα μοντέλο επικίνδυνο και ξεπερασμένο. Εγώ αυτό που κάνω είναι η πίστη στην ενσυναίσθηση της αλληλεγγύης, της συνεισφοράς, της χείρας βοηθείας. Η πίστη, αν θέλετε, στο ότι δεν μπορούμε να χτίσουμε, γκρεμίζοντας!