Συνέντευξη με τον Αλεξάνταρ Μάτκοβιτς, μαρξιστή φιλόσοφο από την Σερβία

Η Οκτωβριανή Επανάσταση ήταν η υπόσχεση μιας «σωστής ιστορίας»

givisis-1

Τη συνέντευξη πήρε
ο Δημήτρης Γκιβίσης

Τι μπορούμε να κρατήσουμε σήμερα ως κληρονομιά από την Οκτωβριανή Επανάσταση;
Πρώτα απ’ όλα, πολλοί χαρακτηρίζουν τα γεγονότα του 1917 ως μια μοναδική, εθνική, «ρωσική» επανάσταση. Αλλά η Οκτωβριανή Επανάσταση δεν ήταν ποτέ «ρωσική», ούτε στους στόχους ούτε στην προέλευση. Αυτό που τα μεγάλα ΜΜΕ παραλείπουν σήμερα στην εκατονταετηρίδα της, είναι η διεθνής σημασία της και ο οικουμενικός/καθολικός ορίζοντάς της. Όπως και η γαλλική επανάσταση που εισήγαγε μια νέα εποχή, κυριολεκτικά, εγκαταλείποντας το παλιό ημερολόγιο, με τους επαναστάτες που πυροδότησαν τους πύργους των ρολογιών πάνω από το Παρίσι του 18ου αιώνα, όπως αναφέρει ο Μπένγιαμιν, η «ρωσική» επανάσταση εισήγαγε το νέο γρηγοριανό ημερολόγιο, αλλά και την αρκετά κυριολεκτική «αρχή της ιστορίας» για τις εκμεταλλευόμενες μάζες. Ποτέ πριν στην ιστορία δεν είχε ο εργαζόμενος το δικαίωμα στην κοινωνική ευημερία και ένα βιοτικό επίπεδο αντάξιο του αξιοπρεπούς ανθρώπου. Ήταν η υπόσχεση μιας «σωστής ιστορίας», όπως είχε πει ο Μαρξ, και ένα τέλος στην ιστορία της εκμετάλλευσης.

Οι κυρίαρχες αναφορές στον ονομαζόμενο «ρωσικό εμφύλιο πόλεμο» πόσο δυσκολεύουν την κατανόηση σημαντικών πτυχών της επανάστασης;
Δεν θα το ακούσετε από τα ΜΜΕ, αλλά προέκυψε από έναν παρατεταμένο «εμφύλιο πόλεμο», που στην πραγματικότητα ήταν ένας συμπυκνωμένος τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος, μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν το ένα έκτο του κόσμου ξεκίνησε έναν πόλεμο κατά του κομμουνισμού. Δεν ήταν μόνο ρωσικός, ούτε απλά έγινε πάνω στα εδάφη της θρυμματισμένης αυτοκρατορίας του Ρομανόφ, αλλά συμπεριελάμβανε τα γειτονικά κράτη, τους συμμάχους και τις κεντρικές δυνάμεις του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, τις βρετανικές και γαλλικές αποικιακές μονάδες, τις ΗΠΑ, την Κίνα, την Ιαπωνία, ακόμη και την Αυστραλία. Ονομάστηκε «ρωσικός εμφύλιος πόλεμος» από τη δυτική ιστοριογραφία, παρά το μέγεθος και το πεδίο εφαρμογής του. Και διήρκησε δέκα χρόνια μετά τα γεγονότα του Οκτωβρίου του 1917. Χάρη σε αυτήν την ιδεολογική λήθη, ο πιο ορατός πολιτικός ορίζοντας της Οκτωβριανής Επανάστασης παραμένει σήμερα ξεχασμένος: ότι αυτό το εκκολαπτόμενο κράτος δεν θα έμοιαζε με κανένα άλλο, ότι επρόκειτο πραγματικά για ένα αληθινό παγκόσμιο κράτος. Γιατί με το αναδυόμενο σοβιετικό κράτος, οι κομμουνιστές ολόκληρου του κόσμου είχαν για πρώτη φορά κάτι διαφορετικό από τη Διεθνή για να κοιτάξουν ως ένα οικονομικό και πολιτικό όργανο εξουσίας. Και σε αντίθεση με τον Ένγκελς, για τον Λένιν η μετάβαση στον κομμουνισμό αποδείχτηκε στην πράξη μεγαλύτερη από το αναμενόμενο, λόγω αυτού του παρατεταμένου πολέμου. Η επανάσταση πρέπει να τεθεί εντός του υφιστάμενου πλαισίου, το οποίο ξεκίνησε από την πείνα, τη φτώχεια, τον πόλεμο και την κρίση που έπληξε την τσαρική Ρωσία. Αλλά δεν ήταν ποτέ μόνο ένα ρωσικό πράγμα. Πρέπει να το θυμόμαστε αυτό. Ο προλεταριακός διεθνισμός και ο κομμουνιστικός οικουμενισμός ήταν κάτι περισσότερο από απλοί όροι, πριν από τον Στάλιν και αργότερα τη σινο-σοβιετική διάσπαση.

Οι επαναστάσεις δεν είναι ποτέ «συμβάντα»

trikkas

Τα γεγονότα της επανάστασης είχαν τη δική τους δραματουργική λογική: την άνοδο, το αποκορύφωμα, την εξασθένιση, την εξαφάνιση, και στη συνέχεια τις αντιδραστικές συνέπειες. Ωστόσο, παρόλο που η έννοια του «συμβάντος» είναι πλέον προεξέχουσα στη θεωρία και τη φιλοσοφία, όπως για παράδειγμα στο έργο του Μπαντιού, θεωρείς ότι μπορούμε να δούμε τα επαναστατικά γεγονότα ως «συμβάντα»;
Αντιτίθεμαι στο να βλέπω τις επαναστάσεις ως «συμβάντα». Ο Μπαντιού, βεβαίως, τονίζει σωστά ότι ο Οκτώβριος του 1917 άνοιξε τον ορίζοντα εκδήλωσης της κομμουνιστικής αρχής, όχι μόνο ενάντια στην εγκαθιδρυμένη καταπίεση χιλιετιών της κοινωνίας, αλλά και στην «ιστορία της αιωνιότητας». Υποστηρίζει ότι η επανάσταση είναι το αρχικό συμβάν: αν και ιστορικά στο παρελθόν, ο ορίζοντας του παραμένει ανοιχτός ακόμη και σήμερα. Αλλά εκτός από την έννοια του Μπαντιού, οι επαναστάσεις δεν είναι ποτέ «συμβάντα». Όχι μόνο σε χρονικούς όρους, αλλά και ποιοτικά: το αποτέλεσμά τους ποτέ δεν καταδικάζεται στις περιστάσεις/συνθήκες. Δεν υπήρξε κανένα πεπρωμένο στην Οκτωβριανή Επανάσταση, δεν ήταν «μοιραίο» να συμβεί. Αλλά δεν ήταν αυθόρμητη, ήταν οργανωμένη από διαφορετικές ομάδες. Οι Δεκεμβριστές, η Ένωση της 17ης Οκτωβρίου, οι Μενσεβίκοι και οι Μπολσεβίκοι, οι Λευκοί, και οι ξένες συμμαχικές μονάδες (η ΡΑΦ είχε φτιάξει ακόμη και έναν σλαβοβρετανικό αεροπορικό οργανισμό για την καταπολέμηση των Κόκκινων, ενώ ο Τσώρτσιλ έστειλε ομάδες θανάτου για υποστήριξη), ήταν μια μάχη για την οργάνωση. Η «πίστη» της Αριστεράς ως κινητήρια αιτία της ήταν κρίσιμη, όπως και πάντα είναι. Αλλά αυτό δεν συνέβαινε παντού. Μην ξεχνάτε, ότι ο παρατεταμένος πόλεμος που προανέφερα, οδήγησε σε μια άλλη εναλλακτική λύση: τη φασιστική αντεπανάσταση. Και αυτή η «προληπτική αντεπανάσταση», όπως το περιέγραψε ο αναρχικός Λουίτζι Φάμπρι, συνέβη επειδή το αποδιοργανωμένο ιταλικό προλεταριάτο και η σοσιαλιστική Αριστερά δεν επέβαλαν τη δική τους κυριαρχία κατά τη διάρκεια της κρίσης. Και επέλεξαν να μην την επιβάλλουν σε περισσότερες από μια περιπτώσεις, κάτι που θα τους στοίχειωνε μετά.

Μπορούμε να πούμε ότι τελικά και τα δύο αυτά ρεύματα ήταν απαντήσεις σε ένα θεμελιώδες ζήτημα που ήταν η επιβίωση ή το τέλος του καπιταλισμού;
Ναι. Και οι αμοιβαία απόλυτες λύσεις τους διαμόρφωσαν την ιστορία του 20ου αιώνα και τις προϋποθέσεις για το δικό μας νεοφιλελεύθερο παρόν. Με αυτή την έννοια, ζούμε κάτω από τη σκιά δύο επαναστάσεων: την αποτυχία του διεθνούς κομμουνισμού και την επιτυχία ενός εξίσου διεθνούς φασισμού, που έδωσε ένα δυνατό χτύπημα στο ευρωπαϊκό προλεταριάτο. Ενώ όμως έχουμε δει τις συνέπειες του δεύτερου, υπάρχει αδυναμία υλοποίησης του πρώτου. Τα σοβιέτ είναι ένα μη υλοποιημένο πράγμα. Και δεν είναι τυχαίο, ότι σε κάθε επανάσταση μετά την παρισινή Κομμούνα βρίσκουμε την εμφάνιση των εργατικών συμβουλίων: τις πολιτικοοικονομικές μονάδες, που ενσωματώνονται σε ένα σύστημα συντονισμένων παραγωγών. Και ήταν η «επαναστατική πειθαρχία τους», μια φράση που θα ακούσετε συχνά από τους συμμετέχοντες, αυτή που έσωσε κάποτε ολόκληρες κοινωνίες από τις καταστροφές της συσσώρευσης και την πικρή κατάρρευση τους. Αυτή είναι η απραγματοποίητη δυνατότητα που έφερε η Οκτωβριανή Επανάσταση σε παγκόσμια κλίμακα, προτού συρρικνωθεί σε έναν πενιχρό «σοσιαλισμό σε μια χώρα», ένα λάθος που πρέπει να αποτελεί ένα μεγάλο προειδοποιητικό σημάδι για την Αριστερά και τα κινήματα κάθε χώρας.

Το ζήτημα της διακυβέρνησης

givisis-3

Απέναντι σε αυτούς που αντιλαμβάνονται το κράτος ως το αποκλειστικό κέντρο στη διαδικασία του μετασχηματισμού και της διακυβέρνησης, πολλοί θεωρούν ότι είναι απαραίτητος ένας άλλος χώρος πέρα από αυτό, και ότι είναι σημαντικό να σκεφτούμε μια δυαδική εξουσία μέσω ενός συστήματος αντιεξουσιών, ως μια σταθερή πολιτική φόρμουλα που ενισχύει τους αγώνες. Ποια είναι η άποψή σου;
Συμφωνώ απόλυτα. Τα σοβιέτ της Πετρούπολης και η προσωρινή κυβέρνηση της επανάστασης ήταν συμπτώματα μιας βαθύτερης ρήξης μεταξύ του κράτους και του κεφαλαίου. Ενώ το πρώτο είναι πάντα μια θεσμική προϋπόθεση της συσσώρευσης, το δεύτερο εντούτοις το υπερβαίνει: ο καπιταλισμός δεν μπορεί να ρυθμιστεί για πάντα. Σήμερα, η μεταπολεμική ισορροπία εξουσίας έχει σπάσει σε πολλά επίπεδα: η σταθερή δουλειά, η συνδικαλιστική οργάνωση, και τα εργατικά κόμματα που κρατούσαν την κοινωνική πρόνοια σε κάποιο επίπεδο στα φιλελεύθερα δημοκρατικά κράτη είναι νεκρά, και δεν θα επιστρέψουν ποτέ στην ίδια μορφή. Από την άλλη πλευρά, ο νεοφιλελευθερισμός έχει ήδη επιτύχει την μετατόπιση της διακυβέρνησης μεταξύ του κράτους, του ιδιωτικού κεφαλαίου και των ΜΚΟ, σε μια προσπάθεια υπέρβασης της μεταπολεμικής τάξης. Επίσης, διεθνοποίησε τη διακυβέρνηση, ώστε να συμπεριλάβει φορείς όπως η G7, η G20, η TTIP, η TPP, το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα, ως παράγοντες που επιδιώκουν να σταθεροποιήσουν άμεσα τη συσσώρευση κεφαλαίων σε όλους τους κυβερνητικούς τομείς διεθνώς. Αυτή η κατάσταση είναι φυσικά «λίγο διαφορετική» από την τσαρική Ρωσία. Αλλά εδώ βρίσκεται ένα μυστικό: και οι δύο υπέταξαν τη διακυβέρνηση. Για τους νεοφιλελεύθερους, αποδεικνύεται τελικά ότι η ενσωμάτωση της παγκόσμιας αγοράς δεν είναι καθόλου μια απλή υπόθεση. Το 2008 παραμένει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο.

Tι σημαίνει αυτό για την Αριστερά;
Σημαίνει ότι μια διαχείριση του κράτους δεν θα κάνει τη διαφορά. Ιδιαίτερα, εφόσον η κυβέρνηση δεν είναι η μόνη που ασκεί τη διακυβέρνηση, και το κεφάλαιο έχει γίνει πολύ κινητικό προς όφελός του. Ωστόσο, αυτοί που δεν κινούνται είναι οι εργαζόμενοι. Αυτοί παραμένουν περιορισμένοι μέσα στα εθνικά κράτη τους, καθώς αυτό επιτρέπει την εκμετάλλευση των μισθολογικών διαφορών από τους μεγάλους μοχλούς της παγκοσμιοποίησης: τις υπεράκτιες επιχειρήσεις και την υπεράντληση της παραγωγικής εργασίας. Ακριβώς αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η μετανάστευση είναι ένα τέτοιο πρόβλημα για την σημερινή Ευρώπη. Σκεφτείτε το εξής: περιφέρειες, παραγκουπόλεις, εργάτες του Μπαγκλαντές, Τρίτος Κόσμος, ενώ όλη η κοινωνική ευημερία και η συσσώρευση είναι στις χώρες του πυρήνα. Αν μη τι άλλο, η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση είναι εξ ορισμού ένας οικονομικός ιμπεριαλισμός, και δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί, όπως διαπιστώθηκε στην Ελλάδα, με κοινοβουλευτικούς αγώνες. Αυτό που χρειαζόμαστε τώρα περισσότερο από ποτέ, είναι κοινοβούλια που να υποστηρίζονται από κινήματα οδηγούμενα από αριστερές οργανώσεις, ικανά να ασκούν ρεαλιστικές πολιτικές βασιζόμενες σε συναποφάσεις των εργαζομένων, με τη συμμετοχή τους στη λήψη αποφάσεων από τα κάτω. Γιατί τελικά, αντιμετωπίζουμε μια κρίση ενός παγκόσμιου τρόπου παραγωγής. Και δεν θα τελειώσει σε μια νύχτα.

Η ελευθερία είτε είναι καθολική, είτε δεν υπάρχει

Πώς θεωρείς ότι μπορούμε σήμερα να εμπλουτίσουμε ουσιαστικά την έννοια της χειραφέτησης, που είναι η πεμπτουσία της κομμουνιστικής πολιτικής;
Η Αριστερά έχει το μερίδιό της στις ψευδαισθήσεις. Αλλά μιλώντας για τη χειραφέτηση, με έναν ελαφρώς χεγκελιανό τρόπο, πρέπει να αναφερθώ στους βαθμούς ελευθερίας τους οποίους μια κοινωνία έχει συνειδητά. Η ανάπτυξη και η διάθεση της ελευθερίας είτε είναι καθολική, είτε δεν υπάρχει. Αυτό έχει εγγραφεί στον πολιτικό ιστό της Αριστεράς από τη Γαλλική Επανάσταση. Είναι αυτό που μας χωρίζει από τους ρατσιστές, τους συντηρητικούς και τους φασίστες, για τους οποίους η χειραφέτηση προορίζεται για τους επιλεγμένους λίγους, τους πλούσιους, τους άριους, το έθνος. Θεωρούν την καταστολή ως φυσική και τη χειραφέτηση ως επιλεκτική. Σκεπτόμενο διαφορετικά, ένα μεγάλο μέρος της παλαιάς κομμουνιστικής Αριστεράς θεωρούσε την καθολική χειραφέτηση δυνατή, αφού θεωρούσε την προέλευση της καταπίεσης κοινωνική. Δεδομένου ότι δεν υπάρχει τίποτα φυσικό στις κοινωνικές ανισότητες, είναι δυνατόν να αντιστραφούν κοινωνικά. Η ιδέα που συχνά ξεχνιέται από τη σύγχρονη Αριστερά είναι η κομμουνιστική καθολικότητα.

Τι εννοείς;
Ελλείψει μιας κομμουνιστικής αντίληψης, πέφτει στις παγίδες του λαϊκισμού, υπερ-θεωρητικοποιώτας το «επαναστατικό θέμα», την πολιτική συμμόρφωση κλπ. με την ελπίδα της ήπιας σοσιαλδημοκρατίας. Αυτό είναι κατανοητό. Αλλά αν κάποιος νομίζει ότι ήταν πιο εύκολο το 1917, να το ξανασκεφτεί. Υπάρχουν δύο πλευρές σε αυτό το νόμισμα: η μία είναι ο «κομμουνιστικός ορίζοντας» και η άλλη η αποτυχία των ιστορικών κομμουνισμών. Η πρώτη παρουσιάζει τον κομμουνισμό ως μια κατευθυντήρια ιδέα, πρωτίστως ως ιδέα, και ως ένα σημείο στο οποίο οι ανθρώπινες κοινωνίες συγκλίνουν στην προσπάθειά τους για χειραφέτηση. Αυτό έχει υποστηριχτεί από τον Αλαίν Μπαντιού, την Τζόντι Ντιν, τον Μπρούνο Μποστέλς και άλλους. Το πιο σημαντικό που υποστήριξε εν μέρει ο Μαρξ -ο οποίος έγραψε πολύ λίγα για τον καθεαυτό κομμουνισμό, αλλά παρόλα αυτά τον θεωρούσε μια καθολική πολιτικοοικονομική μορφή ανθρώπινης χειραφέτησης, και όχι μόνο πολιτική ή επιλεκτική- ήταν η ελεύθερη ένωση των παραγωγών. Αλλά μοιράστηκε επίσης και ένα δεύτερο, περισσότερο ιστορικά προσανατολισμένο, όραμα του κομμουνισμού, ως θεμελιωμένο και προερχόμενο από τις ιστορικά υπάρχουσες συνθήκες παραγωγής, διανομής, κοινωνικών σχέσεων, αναπαραγωγής κλπ. Ο κομμουνισμός δεν πέφτει από τον ουρανό. Το όλο θέμα της ιστορικής μετάβασης από τον καπιταλισμό, και ουσιαστικά όλες οι αντιλήψεις του σοσιαλισμού ως ένα μεταβατικό στάδιο των μαρξισμών του 20ου αιώνα και των μαρξιστικών θεωρητικών της Διεθνούς, πηγάζει από τη σχέση μεταξύ αυτών των δύο απόψεων για τον κομμουνισμό.

Η εργατική χειραφέτηση

Από την οπτική μας, το δεύτερο σημείο είναι τόσο κρίσιμο όσο και το πρώτο.
Πράγματι, δεν μπορούμε παρά να κρίνουμε και να μαθαίνουμε από την αποτυχία των λεγόμενων «υπαρκτών σοσιαλισμών» του περασμένου αιώνα, αλλά ωστόσο, σήμερα δεν υπάρχει εργατικό κίνημα, δεν υπάρχουν μαζικά κομμουνιστικά κόμματα και καμία οικονομική επιρροή της Διεθνούς για να μπορούμε όλοι να ελπίζουμε. Αυτός είναι ακριβώς και ο λόγος για τον οποίο πρέπει να μιλήσουμε τόσο για την ιστορία του κομμουνισμού, όσο και για την ιδέα: πρέπει ταυτόχρονα να παραμείνουμε/εμμείνουμε στην παράδοση, οργανώνοντας κομματικές δομές και συνελεύσεις εργαζομένων, και να την υπερβούμε. Οι συνελεύσεις των εργαζομένων εμφανίστηκαν σχεδόν σε κάθε επανάσταση από την Κομμούνα μέχρι τον ισπανικό εμφύλιο, αλλά έφτασαν στο μέγιστο των δυνατοτήτων τους, από όσο ξέρω, μόνο στη Γιουγκοσλαβία και στο σύστημα της σοσιαλιστικής αυτοδιαχείρισης. Πρέπει να μάθουμε από αυτό. Όμως, επίσης, πρέπει και να προχωρήσουμε παραπέρα: το να οργανώσουμε τους επισφαλείς εργαζόμενους, να ξεπεράσουμε τη θεσμική λιτότητα και το κοινοβουλευτικό αδιέξοδο στα Βαλκάνια, σημαίνει να σπάσουμε κάποιους κανόνες. Όχι μόνο του νεοφιλελεύθερου αντίπαλου, αλλά και τους δικούς μας.

Εδώ χρειάζεται περισσότερη ανάλυση.
Ένα πράγμα που μπορεί να προσφέρει ο μαρξισμός του 21ου αιώνα στην κληρονομιά του κομμουνισμού, που οι προκάτοχοί του δεν μπορούσαν, είναι η κριτική των προηγούμενων χειραφετήσεων. Η οπτική μας έχει ιστορική αξία. Όταν κοιτάμε πίσω τους μαρξισμούς του 20ου αιώνα και στον τρόπο με τον οποίο επηρέασαν τους κομμουνιστικούς αγώνες, βλέπουμε την ιστορικά πρωτοφανή προσπάθεια να μπουν οι βάσεις, ώστε να χειραφετηθεί η εργασία. Αυτό δεν το έκαναν ποτέ σε κανένα σύστημα, από τη φεουδαρχία και τις κοινωνίες των σκλάβων, μέχρι την αποκαλούμενη πεφωτισμένη απολυταρχία, κανείς δεν προσπάθησε να βάλει την εργασία στο βάθρο της χειραφέτησης. Αλλά αυτό δεν είναι αρκετό: ήταν πάντα μόνο μία πλευρά της εξίσωσης. Όταν ο Λένιν κήρυξε την επανάσταση στους αγροτικούς εργάτες της Ρωσίας, ο Γκράμσι έγραψε ότι ήταν μια επανάσταση όχι εναντίον του καπιταλισμού, αλλά και κατά του Κεφάλαιου του Μαρξ: δεν υπήρχε καμία κυρίαρχη εργατική τάξη στη Ρωσία, αλλά μάλλον αγρότες. Ωστόσο, οι μπολσεβίκοι έβαλαν την εργασία σε κάθε σημαία, αφίσα και εικόνα που θα μπορούσατε να βρείτε. Το σφυρί και το δρεπάνι, η αφίσα ενός ρωμαλέου εργάτη σε κάθε γωνιά, ήταν ένα αντιμαρξιστικό πράγμα. Δεν είχε καμία σχέση με τη χειραφέτηση, και περισσότερο με τον εκσυγχρονισμό.

Αυτό ήταν ένα κρίσιμο σημείο.
Πράγματι. Η αγροτιά μπήκε στην εργατική τάξη και η εργασία διακηρύχθηκε ως πρόγονος της χειραφέτησης. Ας μην ξεχνάμε, ότι ο καπιταλισμός είναι προ πάντων ένας τρόπος παραγωγής με επίκεντρο την εκμετάλλευση της εργασίας. Δεν υπάρχει τίποτα χειραφετητικό στην εργασία. Η χειραφέτηση του εργατικού δυναμικού είναι ένα πράγμα, αλλά το να πεις ότι η εργασία είναι χειραφετητική είναι κάτι άλλο. Αυτό είναι το πρωταρχικό θέμα. Είναι αυτό που η Αριστερά θα μπορούσε να μάθει από τον ιστορικό κομμουνισμό και να το αντικατοπτρίσει πίσω στην ιδέα του κομμουνισμού σήμερα. Τελικά, στον νεοφιλελευθερισμό, όλοι δουλεύουν: παντού υπάρχουν αυτές που ο Γκρέιμπερ ονομάζει «δουλειές της πλάκας», αλλά δεν υπάρχει πουθενά ένα εργατικό κίνημα. Αυτό είναι το επίτευγμα του νεοφιλελευθερισμού και πρέπει να το αντιστρέψουμε. Και για να ανατρέψουμε αυτή την τάση πρέπει να δούμε, όπως είπε ο Μαρξ, στους σκοτεινούς διαδρόμους της παραγωγής, που για την σύγχρονη Ευρώπη αυτοί είναι οι επισφαλείς και περιφερειακοί εργαζόμενοι πάνω στους οποίους βασίζεται η κάθε μέρα. Η Ευρωπαϊκή Αριστερά πρέπει να κοιτάξει προς την Ανατολική Ευρώπη: η μοίρα των εργατών της στηρίζει το δικό της πολιτικό μέλλον και, κατά συνέπεια, το μέλλον της Ένωσης.

ΥΓ: Ο Αλεξάνταρ Μάτκοβιτς διδάσκει στο Ινστιτούτο Φιλοσοφίας και Κοινωνικής Θεωρίας του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου.