Συνέντευξη με τον αναπληρωτή Υπουργό Εξωτερικών, Γιώργο Κατρούγκαλο

Η καλύτερη δυνατή συμφωνία, υπό τις παρούσες συνθήκες

katrougalos

 

Τη συνέντευξη πήραν
η Τζέλα Αλιπράντη και η Ιωάννα Δρόσου

Την περασμένη βδομάδα ανακοινώθηκε πως επιτεύχθηκε πολιτική συμφωνία, όσον αφορά το κλείσιμο της αξιολόγησης. Σύμφωνα με τον Ε. Τσακαλώτο, αυτή έχει και δύσκολα σημεία. Εσείς πώς την κρίνετε;
Είναι η καλύτερη δυνατή συμφωνία, υπό τις παρούσες συνθήκες. Το ΔΝΤ είχε παράλογες και κακόπιστες απαιτήσεις. Κακόπιστο, για παράδειγμα, είναι το γεγονός ότι ξανάνοιξε το ζήτημα των συντάξεων, που είχε λήξει κατά την πρώτη αξιολόγηση. Δεν είναι, βέβαια, κάτι που δεν περιμέναμε από το ΔΝΤ, γιατί έτσι ήταν σε όλες τις διαπραγματεύσεις, σημαιοφόρος ενός ακραίου νεοφιλελευθερισμού, που συστηματικά «ζήταγε αίμα» σε όλα τα κοινωνικά θέματα. Υπό τις συνθήκες αυτές, και δεδομένου ότι οι Ευρωπαίοι έχουν παραχωρήσει ουσιαστικά δικαίωμα βέτο στο Ταμείο, οι επιλογές μας ήταν ή μια αέναη διαπραγμάτευση ή να καταλήξουμε σε ένα συμβιβασμό. Για να είναι έντιμος και αποδεκτός ο συμβιβασμός, έπρεπε να περιλαμβάνει αυτά που εξαρχής είχαμε ως στόχο και τα οποία τελικά πετύχαμε. Δηλαδή, αντίθετα από τις απαιτήσεις του Ταμείου, να μην υπάρξει κανένα μέτρο λιτότητας για το 2017 και 2018, κάτι που θα ισοδυναμούσε με μυλόπετρα στο λαιμό της οικονομίας, τη στιγμή που ετοιμάζεται να ανακάμψει. Και φαίνεται ότι υπάρχουν σήμερα όλες οι προϋποθέσεις για μια σημαντική ανάπτυξη. Το δεύτερο είναι ότι και μετά το 2019 αυτά τα μέτρα, που ποτέ δεν θα παίρναμε μόνοι μας, θα αντισταθμιστούν με αντίμετρα, ώστε το τελικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα να είναι ουδέτερο, δηλαδή τα θετικά μέτρα θα εξουδετερώνουν τα αρνητικά. Ο διάβολος, βέβαια, κρύβεται στις λεπτομέρειες. Θα πρέπει αυτά τα θετικά μέτρα να είναι έτσι σχεδιασμένα, ώστε να προστατεύουν τους πιο ευάλωτους, να έχουμε μια, ακόμα και έτσι, αναδιανομή υπέρ των φτωχών, και όχι υπέρ των πλουσιότερων, όπως θέλει το ΔΝΤ.

Ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες

Ο Ε. Τσακαλώτος τόνισε, επίσης, πως για να υπάρξει τελικά συμφωνία, θα πρέπει να περιλαμβάνει τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος. Ο κ. Σόιμπλε, όμως, μεταθέτει τη συζήτηση για μετά το τέλος του προγράμματος. Υπάρχει περίπτωση να μην προχωρήσει τελικά η συμφωνία;
Θα πρέπει, πράγματι,  να υπάρξουν δεσμεύσεις για πιο εξειδικευμένα μέτρα για το χρέος. Δεν λύνεται ο γρίφος της ελληνικής οικονομίας , δεν μπορεί να γυρίσει σε θετικούς ρυθμούς, αν δεν ρυθμιστεί και αυτό το ζήτημα. Ευελπιστούμε σε μια συμφωνία πακέτο. Ακόμη και ο Σόιμπλε δεν λέει να συζητηθούν τα θέματα του χρέους μετά το τέλος του προγράμματος, έχει αποδεχθεί το πλαίσιο της συνολικής συμφωνίας.

Είπε, όμως, ότι έχουμε μια πολιτική συμφωνία και μένει να δούμε τις τεχνικές λεπτομέρειες. Αυτές μπορεί να κρύβουν και νέες απαιτήσεις;  
Είπα και ο ίδιος ότι ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες. Όμως η πολιτική συμφωνία θέτει τα όρια που αποκλείουν τον κίνδυνο αυτό. Νομίζω ότι όντως είμαστε στο τέλος του τούνελ, από την άποψη ότι κανείς δεν θέλει να σέρνεται και άλλο το ζήτημα, εκτός από τους πολύ ακραίους παίχτες που δεν ανέχονται μια κυβέρνηση της Αριστεράς σε μια χώρα της Ευρώπης.

Συνεχίζονται, όμως, τα σενάρια από την πλευρά του Τύπου, ελληνικού και γερμανικού, για τέταρτο μνημόνιο.
Αυτό ακόμα και ο Σόιμπλε το απέκλεισε. Δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα. Αυτό το σενάριο το κρατά στην επιφάνεια η τρόικα εσωτερικού, που έχει δική της ατζέντα μακριά από τα εθνικά συμφέροντα, αλλά και όσοι δεν θέλουν, όπως είπαμε, μια κυβέρνηση της Αριστεράς στην Ευρώπη. Δεν είναι σενάριο που το συζητά κανείς σοβαρά, γιατί κανείς δεν το θέλει. Εμείς περισσότερο από τον καθένα, εφόσον σκοπός μας είναι να φύγουμε από την επιτροπεία στο τέλος του 2018. Ούτε και καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα όμως θέλει να πάει στο κοινοβούλιό της και να ζητήσει κι άλλα λεφτά για την Ελλάδα.

Η αξιωματική αντιπολίτευση δήλωσε πως θα επαναδιαπραγματευθεί τη συμφωνία και χαρακτήρισε απαράδεκτο μια κυβέρνηση να δεσμεύει ουσιαστικά και την επόμενη. Πώς κρίνετε τη στάση της;
Η στάση της ΝΔ είναι σαφέστατα υποκριτική, για τον απλούστατο λόγο ότι ταυτίζεται και δεν διαφωνεί με την νεοφιλελεύθερη ατζέντα του ΔΝΤ. Ήδη ο κ. Βρούτσης, για παράδειγμα, για τα εργασιακά, μας κατηγορούσε για ιδεοληψία, επειδή θέλουμε να προστατέψουμε τα δικαιώματα των εργαζομένων, π.χ στην απεργία, ή να μην γίνονται ομαδικές απολύσεις. Σήμερα εμφανίζονται καταγγελτικοί για πρώτη φορά και σε πράγματα στα οποία συμφωνούν. Επομένως, δεν νομίζω ότι πείθουν κανένα με αυτό τον υποκριτικό λόγο.

Ασφαλιστικό, εργασιακά και ευρωπαϊκή κανονικότητα

Όσον αφορά το ασφαλιστικό, ήταν τελικά λάθος στημένο από πλευράς συμφωνίας και έπρεπε να διορθωθεί, έγιναν νέες υποχωρήσεις; Γιατί ξαναμπήκε στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης;
Μα, τώρα εφαρμόζεται ο ασφαλιστικός νόμος, δεν έχει αποδώσει ακόμη αποτελέσματα. Ο μοναδικός λόγος που ξαναήρθε στην επιφάνεια το ζήτημα είναι η κακόπιστη τακτική του ΔΝΤ. Περαιτέρω, κάτι που δεν έγινε κατανοητό, ούτε στο δικό μας το χώρο, λόγω και της προπαγάνδας των αντίπαλων, είναι ότι η βασική συμβολή της μεταρρύθμισης ήταν η παρέμβασή της στη δομή στου συστήματος, η αποκατάσταση της ισορροπίας του με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης. Ποιες ήταν οι θεμελιώδεις αρχές του νόμου; Να έχουμε ισονομία, ίδιους κανόνες για όλους, οι εισφορές να υπολογίζονται βάσει του εισοδήματος, και όχι εικονικά, όπως στο παρελθόν. Ακριβώς για αυτό το λόγο η μεταρρύθμιση κατέληξε σε μείωση των εισφορών στο 80% των ασφαλισμένων. Το δεύτερο θετικό δομικό στοιχείο ήταν η εισαγωγή της εθνικής σύνταξης στο όριο της φτώχειας, ακριβώς για να υπάρχει η απαραίτητη προστασία των πιο ευάλωτων. Αυτά τα θέματα αποτελούν ήδη θεσμικό κεκτημένο και δεν θίγονται από τη συμφωνία. Αυτό που θίγεται είναι η προσωπική διαφορά, αυτό που είχαμε εξασφαλίσει σαν μαξιλάρι μεταβατικότητας στους νυν συνταξιούχους, έως ότου οι νέες συντάξεις που έχουν συνδεθεί με το ρυθμό ανάπτυξης του ΑΕΠ, ανεβούν μαζί με την οικονομία και φτάσουν σε σημείο ισορροπίας με τις παλιές. Αυτό τώρα είναι ξανά στο τραπέζι, εντελώς κακόπιστα, γιατί είχε λήξει σαν θέμα στην πρώτη αξιολόγηση, και θα δούμε πώς θα οριστικοποιηθεί, γιατί μένει να συζητηθεί σε τεχνικό επίπεδο.

Στα εργασιακά δόθηκε μια μάχη, οι συλλογικές διαπραγματεύσεις τελικά θα ισχύσουν το 2018, και θα γίνουν κάποιες αλλαγές στα συνδικαλιστικά. Πόσο περιοριστικές θα είναι; Και παράλληλα ποιες άλλες κινήσεις μπορούν να γίνουν για την προστασία των εργαζομένων, π.χ στο ζήτημα της μαύρης εργασίας;
Στα εργασιακά καταφέραμε να αποκρούσουμε όλες τις αντιδραστικές απαιτήσεις του ΔΝΤ, και έχουμε τα χέρια μας ελεύθερα να περάσουμε στο βασικό αίτημά μας, που είναι οι συλλογικές διαπραγματεύσεις, ώστε τον Αύγουστο του 2018, να επιστρέψει η χώρα στην ευρωπαϊκή κανονικότητα. Τίποτα το ουσιώδες για τα δικαιώματα των εργαζομένων δεν δεχθήκαμε να περιοριστεί,  αν και ορισμένα πράγματα, πχ για τις συνδικαλιστικές άδειες, μπορούν να εξορθολογιστούν. Σωστά το θέτετε, όμως. Ένα μέρος της εργασιακής ζούγκλας οφείλεται στη διάλυση των δικαιωμάτων των εργαζομένων από νομική άποψη, ένα άλλο κομμάτι οφείλεται στο ότι και η κουτσουρεμένη αυτή νομιμότητα δεν εφαρμόζεται και πολλοί εργοδότες εκμεταλλεύονται τους ανθρώπους παραβιάζοντας το νόμο. Αρκετοί εργαζόμενοι δουλεύουν για δώδεκα ώρες και πληρώνονται για τέσσερις. Ακριβώς για αυτό το λόγο, μία από τις δικές μου προτεραιότητες, η οποία υιοθετήθηκε και με ακόμη μεγαλύτερη έμφαση τώρα από την Έφη Αχτσιόγλου, είναι η ενίσχυση του ΣΕΠΕ. Για το λόγο αυτό επιλέχθηκε για την ηγεσία του ένα στέλεχος με ιδιαίτερη εμπειρία στους μαζικούς χώρους, όπως ο Νάσος Ηλιόπουλος. Βεβαίως, οφείλω να πω ότι και ο προκάτοχος του, ο Γιάννης Σούκος είχε προσπαθήσει σκληρά και είχε αποτελέσματα στον τομέα αυτό.
Ευκαιρία για ανατροπή της μαυρίλας εφτά χρόνων λιτότητας

katrougalos-2

Έχετε πει πολλές φορές ότι η κυβέρνηση προσπαθεί να έχει ταξική μεροληψία. Το έχει καταφέρει;
Η προσπάθειά μας μέχρι τώρα ήταν να μοιράσουμε τα βάρη της κρίσης δικαιότερα. Για το λόγο αυτό καλύτερα να μην μιλάμε για ταξική μεροληψία, αλλά για κοινωνική δικαιοσύνη. Το μεγάλο στοίχημα, όμως, δεν είναι απλώς να μοιράζουμε καλύτερα τα βάρη, αλλά να έχουμε ανάπτυξη για να μοιράσουμε τα οφέλη από αυτή σε όλο τον ελληνικό λαό. Για αυτό το λόγο θέλαμε και πετύχαμε να έχουμε ένα δεκαοχτάμηνο χωρίς μέτρα, για να καταφέρουμε να ανατρέψουμε αυτή τη μαυρίλα των εφτά χρόνων της λιτότητας. Να έχουμε συνείδηση ότι δύο χρόνια τώρα αγωνιζόμαστε προς την κατεύθυνση αυτή υπό ένα διαρκή πολιτικό εκβιασμό, και πάντα προσπαθούσαμε να φτάσουμε σε ένα συμβιβασμό, τέτοιο που τα βάρη να μην πέφτουν στους πιο αδύναμους, αλλά χωρίς και να μπορούμε να αντιστρέψουμε τη συνταγή, γιατί δεν είχαμε τους οικονομικούς όρους για κάτι τέτοιο. Τώρα είναι η ευκαιρία. Και πιστεύω ότι αυτό θα αντιστρέψει και το γενικότερο κλίμα.

Από την ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ βγήκαν κάποιες κατευθύνσεις για το κυβερνητικό έργο το επόμενο διάστημα, που είχε παγώσει πάλι όσο υπήρχε η διαπραγμάτευση. Πρακτικά τι θα δούμε στο μέλλον, δηλαδή;
Η ΚΕ, όπως αντιλήφθηκα τις εργασίες της, γιατί δεν είμαι μέλος του οργάνου, έδωσε την έγκριση της με μεγάλη πλειοψηφία στο πολιτικό σκέλος της συμφωνίας, στέλνοντας και μια εντολή στην κυβέρνηση να είναι πιο αποτελεσματική. Και προφανώς υπήρχαν και οι φωνές που ανησυχούν. Εύλογο να υπάρχει προβληματισμός, είναι μεταξύ αυτών στελέχη στα οποία αναγνωρίζω καθαρότητα σκέψης. Δεν συμφωνώ, βεβαίως, μαζί τους ή για να είμαι ακριβής, συμμερίζομαι τις ανησυχίες τους, αλλά πιστεύω ότι αυτό που έγινε ήταν το καλύτερο δυνατό υπό τις παρούσες συνθήκες.

Οι ανησυχίες τους είναι και ιδεολογικές.
Δεν νομίζω. Ιδεολογικές διαφωνίες έχουμε όταν θεωρούμε ότι παραβιάστηκε ένα θέμα αρχής, όχι επί θεμάτων τακτικής. Εγώ ερμηνεύω τη στάση τους ως ερώτημα για το κατά πόσο μπορούμε να συνεχίσουμε σε αυτό το δρόμο με βάσιμες ελπίδες επιτυχίας ή όχι. Δεν θεωρώ ότι έχουμε κάποιο ιδεολογικό σχίσμα.

Είναι όμως και ένα βασικό πρόβλημα αυτής της κυβέρνησης ότι δεν καταφέρνει να επικοινωνήσει αυτό το έργο στον κόσμο, ενώ διοργανώνει εγκαίνια δρόμων, θυμίζοντας άλλες εποχές.
Γιατί, οι δρόμοι δεν έχουν σχέση με τις ανάγκες του κόσμου; Δεν νομίζω. Έχετε όμως δίκιο ως προς την αδυναμία επικοινωνίας του έργου μας. Για παράδειγμα στην υγεία, με ελάχιστους πόρους, προσπαθήσαμε να δώσουμε μια ανάσα αυξάνοντας, έστω και λίγο, τον κοινωνικό προϋπολογισμό. Λίγα πράγματα κάναμε και στο επίπεδο της κοινωνικής αλληλεγγύης; Γίνονται πράγματα αλλά λίγα από αυτά φτάνουν στην κοινωνία και ο λόγος είναι απλός. Αντιμετωπίζουμε ένα πολύ εχθρικό περιβάλλον στα ΜΜΕ. Ένας τρόπος για να αντιμετωπίσεις αυτό το κενό είναι μια καλή ΕΡΤ, και δεν εννοώ φίλα προσκείμενη στον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ποιοτική και αντικειμενική. Η προσπάθεια που κάναμε για τα υπόλοιπα Μέσα, για την διάλυση του συστήματος διαπλοκής σε αυτά, έχει σοβαρές αντιστάσεις, μία πραγματική συστημική αντίδραση. Όλες οι προσπάθειες που κάναμε, είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά δεν ευοδώνονται πάντα, ακριβώς γιατί αντιμετωπίζουμε όλη αυτή τη λυσσαλέα αντίδραση του παλιού πολιτικού συστήματος, που έχει τις διακλαδώσεις του σε όλους τους θεσμούς.

Πολιτικά όρια στη συνταγματική αναθεώρηση

Καταθέσατε πρόταση για τη συνταγματική αναθεώρηση. Η αντιπολίτευση κατηγορεί την κυβέρνηση ότι είναι ζήτημα αποπροσανατολισμού, όπως και της σκανδαλολογίας.  
Μια ομάδα από προοδευτικούς συνταγματολόγους και πολιτικούς επιστήμονες, δύο εκ των οποίων είμαστε υπουργοί, θελήσαμε να δουλέψουμε πάνω στους πέντε άξονες του πρωθυπουργού για να δώσουμε τροφή στο δημόσιο διάλογο που έχει ξεκινήσει. Κάποια στιγμή προφανώς θα πρέπει να γίνει αντίστοιχη συζήτηση και στα κομματικά όργανα και στο εσωτερικό της κυβέρνησης. Δεν πρόκειται για φωτοβολίδα, είναι ένα από τα σημαντικότερα θέματα στα οποία πρέπει να αφήσουμε το στίγμα μας.

Υπάρχει ο κίνδυνος, επειδή θα πάει στην επόμενη Βουλή, ο συσχετισμός δύναμης να είναι δυσμενής και να βγει ένα πιο συντηρητικό αποτέλεσμα;  
Μα αν σήμερα δεν είναι ευνοϊκός ο συσχετισμός που είμαστε στην κυβέρνηση, πότε θα είναι πιο ευνοϊκός; Σήμερα που έχουμε την πλειοψηφία στη Βουλή, θα πρέπει, ξεκινώντας τη συζήτηση, να προσανατολίσουμε τη συζήτηση στην προοδευτική κατεύθυνση που θέλουμε. Κατ’ αρχάς για να αποκλείσουμε την προοπτική αναθεώρησης  εκεί που υπερασπιζόμαστε συνταγματικά κεκτημένα, όπως π.χ. το άρθρο 16. Αποκλείοντας το από την αναθεωρητική διαδικασία εμποδίζουμε την προοπτική τροποποίησης του για την επόμενη δεκαετία. Στη συνέχεια για να προωθήσουμε αφενός ώριμες αλλαγές, για τις οποίες μπορεί να υπάρξει ευρύτερη συναίνεση, όπως π.χ. για την κατάργηση της ασυλίας του πολιτικού προσωπικού, αλλά, αφετέρου, και τις αναγκαίες τομές, που συναρτώνται στενά με την ανάγκη ανάσχεσης του νεοφιλελευθερισμού. Ως προς τα κρίσιμα αυτά διλήμματα, η αναθεώρηση του Συντάγματος δεν μπορεί να είναι συναινετική. Τα διακυβεύματα αυτά από τη φύση τους προϋποθέτουν σύγκρουση επιχειρημάτων και συμφερόντων. Ο προβληματισμός για το αν θα υπάρχει και στην επόμενη βουλή αντίστοιχος θετικός συσχετισμός είναι, προφανώς, λογικός. Για το λόγο αυτό θα πρέπει να επιδιώξουμε η συζήτηση να μην περιοριστεί στη Βουλή, αλλά σε ολόκληρη την κοινωνία, μέσω του δημοσίου διαλόγου αλλά και κάθε άλλου θεσμικού μέσου, που μπορεί να θέσει πολιτικά όρια στην διαδικασία αναθεώρησης.

 

Για τη συγκρότηση νέας κοινωνικής πλειοψηφίας στην Ευρώπη

Υπογράψατε μαζί με άλλους υπουργούς Εξωτερικών της Ευρώπης ένα κείμενο που περιγράφει το όραμα μιας κοινωνικής Ευρώπης.  
Αυτό δεν είναι το δικό μας όραμα στην πληρότητα του, αλλά ένα σκαρίφημα του τι μπορούμε σήμερα ρεαλιστικά να επιδιώξουμε. Είναι ο ελάχιστος κοινός παρονομαστής που μπορούμε να επιδιώξουμε, με το σημερινό συσχετισμό δύναμης, για μια πιο κοινωνική Ευρώπη. Η προσπάθεια που καταβάλλουμε είναι να συγκροτηθεί μια νέα κοινωνική πλειοψηφία στην Ευρώπη, με τους σοσιαλδημοκράτες και τους πράσινους. Από τον αναπροσανατολισμό των σοσιαλδημοκρατών, την εγκατάλειψη του «μεγάλου συνασπισμού» με τους νεοφιλελεύθερους και την απομάκρυνση από τη νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία γεννιέται μια ελπίδα για μια διαφορετική πολιτική. Άλλωστε, οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές έχουν παράξει τόσο εκρηκτικές ανισότητες, ώστε πια και οι  ίδιες οι ελίτ έχουν αρχίσει να ανησυχούν για τις μακροπρόθεσμες αντοχές του συστήματος. Αν οι πολιτικές αυτές συνεχιστούν, θα διαλύσουν την Ευρώπη. Δεν είναι μόνο στο εσωτερικό των κρατών που έχουμε αυτές τις ανισότητες, έχουμε ανισότητες που διευρύνονται και μεταξύ των κρατών κέντρου και περιφέρειας. Και αυτές δεν είναι βιώσιμες μακροπρόθεσμα. Άρα η αποχώρηση των σοσιαλδημοκρατών από την πάγια συμμαχία τους των τελευταίων δεκαετιών με τη Δεξιά, οφείλεται εν μέρει σε δικούς τους ιδιοτελείς λόγους, στο ότι αντιλαμβάνονται ότι «εξατμίζονται» πολιτικά όσο ταυτίζονται εντελώς με το νεοφιλελευθερισμό, βλ. Ντάισελμπλουμ, ΠΑΣΟΚ κτλ, έχουν όμως και μια αίσθηση αυτοσυντήρησης και του συστήματος. Το μεγάλο στοίχημα για εμάς, που δεν είμαστε συστημικοί και αντίθετα θέλουμε να το αλλάξουμε σε όφελος των λαών, είναι το πώς μπορούμε να πετύχουμε το ουσιώδες, που είναι η αντιστροφή των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, για να δημιουργήσουμε πρακτικά προοπτικές για κάτι καλύτερο.

Στη Γαλλία υπάρχει ο φόβος να επικρατήσει η ακροδεξιά της Λεπέν. Τις τελευταίες μέρες, βέβαια, ανακόπτεται η δυναμική της. Πώς πρέπει να αντιμετωπιστούν τέτοια φαινόμενα;
Δεν φαίνεται πιθανό να κερδίσει η Λεπέν την προεδρική εκλογή. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, φραγή στην άνοδο της ακροδεξιάς μπορεί να θέσει μόνο η άνοδος της αριστεράς. Και αυτό γιατί σήμερα το παλαιό status quo δεν είναι υπερασπίσιμο και το μεγάλο στοίχημα είναι από ποια μεριά θα γίνει η υπέρβαση του, από τα αριστερά ή από τα δεξιά. Και οι δύο τάσεις είναι παρούσες.  Για παράδειγμα, ακόμη και στη Γαλλία στις εσωκομματικές εκλογές των Σοσιαλιστών αναδείχθηκε ο αριστερότερος των υποψηφίων, ενώ και ο Μελανσόν που εκπροσωπεί την ριζοσπαστική Αριστερά καταγράφει σημαντική κοινωνική επιρρόη. Δεν έχουμε, λοιπόν, μόνο την άνοδο της ακροδεξιάς, αλλά και όσων αντιπαλεύονται το νεοφιλελεύθερο παράδειγμα από το δικό μας χώρο. Αυτό, βέβαια, δεν συμβαίνει χωρίς αντίρροπες τάσεις, έχουμε και υποψηφιότητες που θέλουν να εμφανίζονται σαν πέραν της δεξιάς και της αριστεράς.

Ποιος ο ρόλος τελικά της Συνόδου των χωρών του Νότου για την Ευρώπη;
Είναι σημαντικός, πρώτα-πρώτα γιατί σε αυτή συμμετέχουν η δεύτερη, η τρίτη και η τέταρτη μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρώπης. Επομένως πρόκειται για ένα ισχυρό μπλοκ χωρών, ικανό να επαναπροσανατολίσει την ΕΕ. Δεν θέλουμε να αποτελέσει μια αντι-Βίσενγκραντ συσπείρωση, θέλουμε να ακούγονται στο διάλογο για το μέλλον της Ευρώπης και οι φωνές του Νότου, που είναι, άλλωστε, και πολύ προοδευτικότερες κατά μέσο όρο από τον υπόλοιπο ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αν συγκρίνουμε τις διακηρύξεις της Αθήνας, της Λισαβόνας και της Μαδρίτης με τις αντίστοιχες χρονικά αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου είναι σαφώς προοδευτικότερες, και ας συμμετέχουν στη Σύνοδο του Νότου και αρχηγοί χωρών που δεν είναι αριστεροί ή σοσιαλδημοκράτες. Το βασικό είναι να αναδείξουμε στο διάλογο για την Ευρώπη, την κοινωνική διάσταση. Το άλλο χαρακτηριστικό είναι ότι αναπτύσσεται μια αλληλεγγύη ανάμεσα σε αυτές τις χώρες, ως αποτέλεσμα της τακτικής επαφής των ηγετών τους, της επικοινωνίας και συνεννόησης. Όχι μόνο σε αξιακά ζητήματα, αλλά και σε άλλα, π.χ θα υποστηρίξουμε τη θέση της Ισπανίας για το Γιβραλτάρ, ακριβώς γιατί θεωρούμε ότι πρέπει να δείξουμε αλληλεγγύη σε μια χώρα με την οποία έχουμε εν δυνάμει τα ίδια συμφέροντα.