Συνέντευξη με τον Δημήτρη Χριστόπουλο, Πρόεδρο της Διεθνούς Ομοσπονδίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

Ενσωμάτωση της ήττας στη μεταναστευτική πολιτική

1

Την τελευταία εβδομάδα ήρθε στο φως της δημοσιότητας η μυστική συμφωνία του υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής με τη Γερμανία, κατόπιν αιτήματος της δεύτερης, για παράνομη μείωση των οικογενειακών επανενώσεων των προσφύγων, γεγονός που μέχρι τώρα αρνούνταν και οι δύο πλευρές. Υπό τη σκιά αυτού, αλλά και αρκετών άλλων ανησυχητικών πολιτικών, η «Εποχή» συνομιλεί με τον Δημήτρη Χριστόπουλο για τη διαχείριση του μεταναστευτικού από το ελληνικό υπουργείο, αλλά και διεθνώς.

Τη συνέντευξη πήρε η Τζέλα Αλιπράντη

Βάσει και των τελευταίων δημοσιευμάτων για ύπαρξη μυστικής συμφωνίας με τη Γερμανία, πώς κρίνετε τη διαχείριση του προσφυγικού από το υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής;
Έχω σοβαρές ενστάσεις. Είμαι υπέρ των πολιτικών της συντεταγμένης ενσωμάτωσης και όχι της αποτροπής. Οι επιμέρους επιλογές εντάσσονται, όπως έχει ομολογηθεί εξάλλου και από τον ίδιο τον υπουργό, στη στρατηγική αποτροπής των ροών. Το ερώτημα είναι, όμως, κατά πόσο είναι φρόνιμο για ένα κράτος, όπως η Ελλάδα, το οποίο επιλέγεται ως «υγειονομική ζώνη» στην περιφέρεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να αποδέχεται αυτό το ρόλο. Η ελληνική πολιτική φοβικά και άκριτα ενσωματώνει τον επικίνδυνο ρόλο που η Βόρεια Ευρώπη της ζητά να υιοθετήσει. Οι άνθρωποι, όμως, θα έρχονται και εφόσον το μοναδικό μήνυμα είναι η αποτροπή (“μην έρχεστε”), η ενσωμάτωση πάει περίπατο και αυτό είναι επικίνδυνο. Την ίδια στιγμή, ρίχνουμε στο στόμα του λύκου ως και τούρκους αντιφρονούντες, εφαρμόζοντας άτυπες επαναπροωθήσεις στον Έβρο.
Ο κ. Μουζάλας απάντησε για τη συμφωνία πως ήταν ένας διπλωματικός τρόπος επίλυσης του αιτήματος της Γερμανίας, αντί της σύγκρουσης μαζί της. Ακολουθεί πια και η ελληνική κυβέρνηση το δόγμα της «ρεαλιστικής πολιτικής», που βλέπει την τήρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σαν πολυτέλεια;
Η οικογενειακή επανένωση είναι δικαίωμα. Στις οικογένειες τους θέλουν να πάνε οι άνθρωποι. Αν υπονομεύουμε κι αυτό το στοιχειώδες, πώς να ζητήσουμε μεθαύριο μετεγκατάσταση για τους άλλους; Ουσιαστικά, υπονομεύουμε έτσι όλη την πολιτική ενός ισότιμου και αναλογικού καταμερισμού της ευθύνης της ΕΕ, στην οποία υποτίθεται ότι εμείς πρέπει να πρωτοστατούμε. Το πλαφόν που έβαλε η Γερμανία αντίκειται στην άσκηση του δικαιώματος των προσφύγων να επανενωθούν με τις οικογένειές τους. Αυτό που θα έπρεπε να κάνει η χώρα μας είναι να το υποδείξει και να αξιώσει από τη Γερμανία να κάνει αυτό που προβλέπεται από το ευρωπαϊκό Δίκαιο. Το γεγονός ότι δεν το κάνει και συνομολογεί μια συμφωνία που στερεί από τα παιδιά να βλέπουν τους γονείς τους και το αντίστροφο, το βρίσκω απαράδεκτο. Πραγματικά απορώ πως βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ μέχρι τώρα δεν έχουν υποβάλλει κάποια σχετική ερώτηση στον υπουργό.

Σταδιακή μεταστροφή

Έχει τη δυνατότητα η ελληνική κυβέρνηση να αντισταθεί στην ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική της αποτροπής;
Μιλάω με απόλυτη επίγνωση των δυσκολιών και των αρνητικών συσχετισμών δύναμης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αν, όμως, δεν πει μια κουβέντα η χώρα που υφίσταται αυτή την πίεση, τότε ποιος θα την πει; Δεν γίνεται η Ελλάδα να εμφανίζεται για ενάμιση χρόνο σαν το γενναιόδωρο τροχονόμο των ροών στο Βορρά και μετά σαν το ανάλγητο δεσμοφύλακα, παραβιάζοντας μάλιστα το προσφυγικό Δίκαιο. Άλλο πράγμα είναι να χάνεις σε ένα συντριπτικό συσχετισμό δύναμης και άλλο να ενσωματώνεις την ήττα σου, με κυνικό τρόπο, ως στρατηγική σου. Αυτό που με ενοχλεί είναι το δεύτερο. Το πρώτο είναι μέρος του προγράμματος. Το να αποδεχθείς τη Συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας είναι δυσάρεστο. Το να πανηγυρίζεις κιόλας γι’ αυτήν είναι κόλαφος!
Η κυβέρνηση ενώ ξεκίνησε τη θητεία της με την αποσυμφόρηση της Αμυγδαλέζας, την υποδοχή των προσφύγων κτλ, τώρα φτιάχνει προαναχωρησιακό κέντρο στη Χίο και στερεί εκβιαστικά τη δυνατότητα του εθελούσιου επαναπατρισμού σε όσους κάνουν προσφυγή σε δεύτερο βαθμό για άσυλο. Για ποιο λόγο συντελείται αυτή η μετατόπιση;
Διότι η αριστερή μεταναστευτική ατζέντα του ΣΥΡΙΖΑ ως το 2015 δεν έχει θέση στην κυνική και ξενόφοβη διαχείριση της μετανάστευσης στην ΕΕ σήμερα. Το ότι η ελληνική αμεριμνησία του 2015 (“αφήνουμε τον κόσμο να περνά”) έχει ευθύνες γι’ αυτό, είναι δεδομένο. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Σταδιακά οδεύουμε προς μια παλινόρθωση της προ του 2015 πολιτικής. Το υπουργείο Μετανάστευσης ενσωματώνει τις ευρωπαϊκές πολιτικές αποτροπής των προσφύγων μετά τη Συμφωνία με την Τουρκία, διότι παλεύει να μην γίνουμε ο Λίβανος της Ευρώπης. Αλλά με το να συναινούμε σε αυτές τις απάνθρωπες και κοντόφθαλμες πολιτικές, αρνούμενοι την οικογενειακή επανένωση, μεσοπρόθεσμα θα γίνουμε αυτό που απευχόμαστε. Η Ελλάδα πάντα θα δέχεται και μετανάστες και πρόσφυγες. Τι θα κάνει; Θα τους κρατά στα νησιά για να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο στην ΕΕ και οι άνθρωποι να υποφέρουν; Τι σόι πολιτική είναι αυτή; Ο μόνος συμβατός με το προσφυγικό δίκαιο τρόπος να περιοριστούν οι ροές, είναι να εγγυάται η Ελλάδα το σφράγισμα του βαλκανικού διαδρόμου από τη δική της πλευρά και συνάμα να υπάρξει ασφαλής δυνατότητα εισόδου των αιτούντων διεθνή προστασία. Αυτό είναι το ζητούμενο. Φυσικά δεν είναι εύκολο, αλλά κάπως πρέπει να βγούμε από το σημερινό παραλογισμό! Ειδάλλως πάμε άκλαυτοι και στο προσφυγικό.

Αδιαφορία για τους μετανάστες

Την τελευταία εβδομάδα σημειώθηκε η τέταρτη αποχώρηση γραμματέα από το υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής. Πιστεύετε ότι έχει να κάνει με την αντίδραση μέρος του ΣΥΡΙΖΑ και της κυβέρνησης στην στρατηγική του υπουργείου ή έγκειται σε τεχνικό ζήτημα;
Το ότι δεν έχουν ακόμη δοθεί αρμοδιότητες στον αναπληρωτή υπουργό και οι γραμματείς – γενικοί και ειδικοί – εγκαταλείπουν ο ένας μετά τον άλλον, δεν είναι τεχνικό θέμα. Είναι πολιτικό. Δεν θα σταματήσω, όμως, να φωνάζω ότι υπάρχει και το κεντρικό ζήτημα που αφορά στη λειτουργία του υπουργείου. Το χαρτοφυλάκιο δεν δημιουργήθηκε για την προσφυγική κρίση του 2015, αλλά για να ασχοληθεί με τους μετανάστες που ζουν χρόνια στη χώρα μας. Είναι λάθος ότι η ηγεσία του υπουργείου δεν ασχολείται μαζί τους. Μία ιδεολογική μάχη κερδίσαμε, αυτή της ιθαγένειας, και την αφήσαμε στον αυτόματο πιλότο. Το υπουργείο πρέπει να εστιάσει στις διαδικασίες κτήσης της ιθαγένειας και ανανέωσης των αδειών παραμονής, ειδικώς δε των αδειών των λεγομένων «εξαιρετικών» λόγων. Υπάρχουν άνθρωποι που περιμένουν 15 χρόνια για την ιθαγένεια, ενήλικες, χρόνια εγκατεστημένοι, που έχασαν μέσα στην κρίση τη δουλειά τους και κινδυνεύουν με απέλαση. Δεν γίνεται να ρίχνουμε όλο το βάρος μόνο σε 40.000 πρόσφυγες, γιατί μόνο αυτό ενδιαφέρει την Ευρώπη και την κοινή γνώμη, και να αφήνουμε τους άλλους στον αυτόματο πιλότο. Αυτό είναι η κορυφή του παγόβουνου, το υπόλοιπο είναι το 1.000.000 μετανάστες στη χώρα μας.
Πηγαίνοντας πάλι στη διεθνή σκηνή, οι G7 μίλησαν για πολιτικές έκτακτης ανάγκης και μακροπρόθεσμες για το μεταναστευτικό. Όπως φαίνεται, αυτές της έκτακτης ανάγκης κινούνται στην υποχώρηση των δικαιωμάτων των προσφύγων, υπάρχει πιθανότητα να διαπνεύσουν και τις μακροπρόθεσμες, αλλάζοντας πια το Δίκαιο;
Η συζήτηση για την αλλαγή της Συνθήκης της Γενεύης έχει ήδη ξεκινήσει. Το story λέει ότι η Συνθήκη έγινε για άλλους καιρούς και όχι για τώρα που έχουμε μαζικές ροές. Θεωρώ ότι αν ο ΟΗΕ και η Ύπατη Αρμοστεία δεχθούν να μπουν σε αυτή τη συζήτηση, τότε θα παρέχουν κακές υπηρεσίες στο διεθνές δίκαιο προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η Συνθήκη της Γενεύης είναι μια ιστορική στιγμή για τα ανθρώπινα δικαιώματα, μια σημαντική νίκη για τους πρόσφυγες, για την οποία χρειάστηκαν δύο παγκόσμιοι πόλεμοι. Η Συνθήκη έγινε για να προστατέψει ανθρώπους που το έχουν ανάγκη, όπως ακριβώς σήμερα. Σήμερα, όμως, η χοντρή πλούσια κυρία της γειτονιάς, η Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν δέχεται να φιλοξενήσει άλλους από τους γύρω της φτωχούς και πληρώνει τους υπόλοιπους, λιγότερο, φτωχούς για να τους κρατάει μακριά.

Τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν είναι δοξασίες

Τι συμπέρασμα μπορούμε να βγάλουμε από αυτό για την ισχύ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων; Καθιερώνονται αφού έχουν γίνει οι φρικαλεότητες και όταν είναι ακριβώς η στιγμή που είναι απαραίτητα, π.χ με το προσφυγικό, τίθενται στο περιθώριο.
Ένας παλιός καθηγητής μου έλεγε ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι σαν το ασανσέρ. Όταν έχει πυρκαγιά, τότε που πραγματικά το χρειάζεσαι, δεν δουλεύει. Αυτή είναι η θέση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μέσα σε μια κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη ρητορεία: τα ανθρώπινα δικαιώματα σαν ωραίες ιδέες. Όμως τα δικαιώματα δεν είναι δοξασίες στα κεφάλια κάποιων θεωρητικών. Για να αξίζουν πρέπει να έχουν πραγματικό κοινωνικό εκτόπισμα. Αν υποτίθεται πως είμαστε υπέρ της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, αλλά κάθε φορά που μας δίνεται η δυνατότητα να κάνουμε κάτι για αυτό, κάνουμε ό,τι μπορούμε για να την υποβαθμίσουμε σε ομάδες που πραγματικά έχουν ανάγκη, τότε σκάβουμε το λάκκο μας προς όφελος της άκρας δεξιάς που καραδοκεί. Αυτό συμβαίνει στην Ευρώπη σήμερα.