Συνέντευξη με τον Κρίστοφ Μένκε, Γερμανό φιλόσοφο

Εθνικιστική η γερμανική  πολιτική στην Ευρώπη

givisis-1

 

Ο Κρίστοφ Μένκε, που μιλά σήμερα στην «Εποχή» είναι καθηγητής Πρακτικής Φιλοσοφίας, με επίκεντρο την Πολιτική Φιλοσοφία και τη Φιλοσοφία του Δικαίου, στο Πανεπιστήμιο «Goethe» της Φρανκφούρτης. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της «τρίτης γενιάς» της Σχολής της Φρανκφούρτης, μιας ομάδας φιλοσόφων και επιστημόνων διαφόρων επιστημών, η οποία βασίζεται στις θεωρίες του Χέγκελ, του Μαρξ και του Φρόιντ, με σκοπό την κριτική ανάλυση της αστικής – καπιταλιστικής κοινωνίας και την αποκάλυψη των ιδεολογιών της με στόχο μια ορθολογική κοινωνία των ανθρώπων.

Τη συνέντευξη πήρε
ο Δημήτρης Γκιβίσης

Η Ευρώπη βρίσκεται σε μια μεγάλη και πολύπλευρη κρίση. Θεωρείτε ότι είναι μια κρίση προσωρινή, ή βλέπετε να παίρνει μόνιμα και μη αναστρέψιμα χαρακτηριστικά;
Εάν λέγοντας «Ευρώπη» εννοούμε την Ευρωπαϊκή Ένωση, αυτή βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα καθήκον, το οποίο είναι αδύνατο να γνωρίζουμε σε αυτή τη φάση εάν μπορεί να εκπληρωθεί. Αυτό είναι το καθήκον της αντικατάστασης του σοσιαλδημοκρατικού κράτους πρόνοιας, το οποίο καθιερώθηκε στο επίπεδο του εθνικού κράτους μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτή η πολιτική μορφή ήταν, περισσότερο ή λιγότερο, επιτυχής ως ιστορικός συμβιβασμός μεταξύ της καπιταλιστικής οικονομίας, από τη μια πλευρά, και της ιδέας της ισότητας, από την άλλη. Φυσικά, η ισότιμη συμμετοχή περιορίστηκε στο επίπεδο της πολιτικής εξουσίας. Η συμφωνία ήταν η κοινωνική συμμετοχή στη μαζική κατανάλωση, με αντάλλαγμα την αληθινή πολιτική, δημοκρατική διακυβέρνηση. Όσο περιορισμένο και αν ήταν αυτό το μοντέλο, λειτούργησε σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες για μερικές δεκαετίες. Σήμερα αυτή η περίοδος έχει τελειώσει και είναι πολύ ασαφές εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι πρόθυμη, όντας πολύ λιγότερο ικανή πλέον, να την αντικαταστήσει σε ένα υπερεθνικό επίπεδο. Αλλά αν δεν το κάνει, η Ευρώπη δεν έχει τίποτα να προσφέρει για να κερδίσει την υποστήριξη των ανθρώπων. Θα αποτύχει.

Αυτό το «νέο κύμα» εθνικισμού και εθνικής ιδεολογίας που παρατηρούμε τα τελευταία χρόνια στην Ευρώπη θεωρείτε ότι αποτελεί ένα καινούριο φαινόμενο, ή βλέπετε να υπάρχουν ομοιότητες με παλαιότερες εποχές, όπως για παράδειγμα με την εποχή του μεσοπολέμου;
Η πολιτική επανεθνικοποίησης στην Ευρώπη είναι ένα ετερογενές πεδίο. Σε πολλές περιπτώσεις είναι μεταμφιεσμένη με τη μορφή του εθνικισμού της μεσοπολεμικής περιόδου και χρησιμοποιεί την εθνικιστική ρητορική και τα σύμβολα αυτής της εποχής. Συχνά, ωστόσο, φαίνεται ότι οδηγείται από νοσταλγία για τη δεκαετία του 1950 ή του 1960, δηλαδή ακριβώς για το κράτος κοινωνικής πρόνοιας που καθιερώθηκε στην Ευρώπη σε εθνικό επίπεδο και στα όρια του εθνικού κράτους. Το παλιό κράτος πρόνοιας, όχι μόνο πρόσφερε ελάχιστη ισότητα στα μέλη του, αλλά ήταν επίσης ξενοφοβικό, συχνά αποικιακό, πατριαρχικό, και πολιτισμικά καταπιεστικό. Η εθνικιστική νοσταλγία για αυτό το κράτος συνδυάζει έτσι και τις δύο πλευρές: την υπόσχεση της κοινωνικής ισότητας, με τον αποκλεισμό και την καταπίεση/καταστολή.

Η επιβολή τού γερμανικού μοντέλου

Στη δημόσια συζήτηση σχετικά με το γερμανικό εθνικισμό των τελευταίων χρόνων, πολλοί θεωρούν ότι αυτός στηρίζεται σε μια συνεκτική αντίληψη για τη σχέση οικονομίας και κράτους, που δεν διαθέτουν άλλοι εθνικισμοί στην Ευρώπη. Ποια είναι η άποψή σας; Σε τι θεωρείτε ότι διαφέρει ο γερμανικός εθνικισμός από τους νέους εθνικισμούς άλλων χωρών, όπως για παράδειγμα από το γαλλικό, έτσι όπως αυτός εκφράζεται από τον Μακρόν;
Ο γερμανικός εθνικισμός εμφανίζεται με δύο μορφές. Η μια είναι η αντι-ευρωπαϊκή πολιτική του νεο-λαϊκίστικου AFD (Εναλλακτική για τη Γερμανία). Η άλλη, πιο σημαντική, είναι η φιλοευρωπαϊκή πολιτική της γερμανικής κυβέρνησης, ιδιαίτερα στην αντιμετώπιση της λεγόμενης χρηματοπιστωτικής κρίσης. Είναι επίσης εθνικιστική, δηλαδή θέτοντας πρώτα τη Γερμανία, αλλά με μια εντελώς διαφορετική έννοια. Δεν είναι ότι προστατεύει μόνο τα συμφέροντα του γερμανικού κεφαλαίου, και πόσο μάλλον τα συμφέροντα του απλού γερμανικού λαού (όπως ισχυρίζεται). Πρόκειται για την επιβολή στην Ευρώπη ενός συγκεκριμένου γερμανικού μοντέλου, που θέτει την πολιτική στην υπηρεσία της καπιταλιστικής οικονομίας. Αυτό το μοντέλο συνδυάζει δύο γνωρίσματα: η πολιτική γίνεται αντιληπτή κυρίως ως ένα όργανο για τη λειτουργία της καπιταλιστικής οικονομίας, αλλά αναγνωρίζεται επίσης ότι μπορεί να το κάνει αυτό μόνο παρεμβαίνοντας σε αυτήν, παρέχοντας ένα «κανονιστικό πλαίσιο». Αυτό που είναι εθνικιστικό για τη γερμανική κυβερνητική πολιτική στην Ευρώπη, είναι ο ισχυρισμός ότι αυτό είναι το πρότυπο για ολόκληρη την Ευρώπη: ότι η Ευρώπη πρέπει να μάθει να «μιλάει γερμανικά» (όπως το έθεσε πριν από μερικά χρόνια η ηγέτης του CDU).

Αντίθετα από αυτά που πιστεύουν οι φιλελεύθεροι, σε αρκετές χώρες βλέπουμε ότι ο καπιταλισμός μπορεί κάλλιστα να συνυπάρχει με αυταρχικά καθεστώτα. Ποιες είναι οι σκέψεις σας σχετικά με αυτό το φαινόμενο; Και γενικότερα, ποια θεωρείτε ότι είναι η επίδραση του νεοφιλελευθερισμού στη σχέση του καπιταλισμού με τη δημοκρατία;
Η υπόθεση ότι υπάρχει σχέση μεταξύ καπιταλισμού και δημοκρατίας βασίστηκε σε ένα νομικό μηχανισμό: την ιδέα των ατομικών, υποκειμενικών δικαιωμάτων. Ο καπιταλισμός χρειάζεται τα δικαιώματα: το δικαίωμα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και του ελεύθερου συμβολαίου και από τις δύο πλευρές: του καπιταλιστή και του προλετάριου. Η ιδέα ήταν ότι αυτή η έννοια των δικαιωμάτων, της νομικής ενδυνάμωσης, κατά κάποιο τρόπο υπονοεί περισσότερο μόνο τα οικονομικά δικαιώματα: το δικαίωμα στην ελευθερία του λόγου, τη σύναψη των συμμαχιών, την κοινωνική και πολιτική συμμετοχή, και ούτω καθεξής. Ο νεοφιλελευθερισμός ήταν πολύ αποδοτικός στον περιορισμό αυτών των «κατακτήσεων». Ο νεοφιλελευθερισμός, ο οποίος εφαρμόστηκε για πρώτη φορά σε μια κοινωνία από τη δικτατορία του Πινοσέτ, περιόρισε εκ νέου την ιδέα των δικαιωμάτων στην οικονομική σφαίρα. Με αυτή την έννοια, οι αυταρχικές μορφές καπιταλισμού που βλέπουμε στην Ουγγαρία, την Πολωνία, την Τουρκία και αλλού, είναι μια άμεση επίδραση της νεοφιλελεύθερης επανάστασης. Στόχος της είναι ο διαχωρισμός του καπιταλισμού από τη δημοκρατία. Προφανώς, αυτό μπορεί να γίνει, είναι δυνατόν. Αυτό σημαίνει ότι πρόκειται για ένα πολιτικό ζήτημα. Εξαρτάται από το αν οι άνθρωποι το αποδέχονται ή το παλεύουν.

Ο ρόλος των δικαιωμάτων

Έχετε υποστηρίξει ότι χρειάζεται μια κριτική των δικαιωμάτων. Με δεδομένο όμως ότι τα δικαιώματα ως χώροι ελευθερίας δεν είναι ανεξάρτητα από τους κοινωνικοπολιτικούς συσχετισμούς και τα υποκείμενα διεκδίκησής τους, μπορείτε να μας περιγράψετε ποιο είναι το περιεχόμενο της κριτικής των δικαιωμάτων που κάνετε στη σημερινή συγκυρία;
Τα δικαιώματα, τα ατομικά και υποκειμενικά δικαιώματα, είναι πολύ αποτελεσματικά όργανα για την προστασία του κάθε ατόμου ενάντια στην παρέμβαση άλλων, συμπεριλαμβανομένου και του κράτους. Επομένως, τα δικαιώματα μπορούν να αποτελέσουν ένα καλό εργαλείο επίσης για μια αριστερή χειραφετητική πολιτική, αν είναι αμυντική: δηλαδή, αν χρειαστεί να προστατεύσει τις κατακτήσεις προηγούμενων αγώνων στην παρούσα κατάσταση όπου κάποιος είναι αδύναμος. Αλλά τα δικαιώματα είναι επίσης ένα επικίνδυνο εργαλείο. Αν κάποιος παλεύει για την ελευθερία, την ισότητα και την αλληλεγγύη, και το ονομάζει αυτό αγώνα για τα δικαιώματα, τότε δημιουργεί μέσα από μια συλλογική προσπάθεια διεκδικήσεις οι οποίες μπορούν να είναι (και θα είναι) ιδιωτικά σωστές, αλλά μπορούν να στραφούν ενάντια στους χειραφετητικούς στόχους. Τα δικαιώματα συχνά παράγουν ιδιώτες, οι οποίοι περιχαρακώνονται μεταξύ τους και από την κοινότητα. Επομένως, μόνο μια χειραφετητική πολιτική μπορεί να χρησιμοποιήσει τα δικαιώματα στρατηγικά για μια ορισμένη χρονική περίοδο. Αλλά δεν πρέπει να αυτοπροσδιοριστεί ως ένας αγώνας για τα δικαιώματα.