Συνέντευξη με τον Κώστα Μελά, οικονομολόγο

Το ΔΝΤ σκόπιμα δημιουργεί αβεβαιότητα για τις τράπεζες

melas-1

 

 

Τη συνέντευξη πήρε ο Παύλος Κλαυδιανός

Το ζήτημα των τραπεζών έρχεται και ξανάρχεται στην επικαιρότητα, παρά την αίσθηση ότι έχει μπει κι αυτό σε μια πορεία ομαλοποίησης. Γιατί συμβαίνει αυτό;

Επανέρχεται λόγω της επιμονής, καταρχάς, του ΔΝΤ, το οποίο υποστηρίζει ότι χρειάζεται νέος έλεγχος των σταθμισμένων σε κίνδυνο στοιχείων του ενεργητικού (Risk Weighted Assets – RWA) για τις ελληνικές τράπεζες. Δηλαδή, αυτός ο έλεγχος που έχει υπάρξει μέχρι σήμερα στα στοιχεία του ενεργητικού, θεωρεί ότι δεν είναι επαρκής και βεβαίως αυτό συνδυάζεται με την ύπαρξη των κόκκινων δανείων. Ότι τα στοιχεία του ενεργητικού -που είναι οι απαιτήσεις των τραπεζών, κυρίως τα δάνεια- χρειάζονται μια νέα εμπεριστατωμένη ανάλυση για να εξακριβωθεί επακριβώς ποια είναι η κατάσταση, υπονοώντας ότι χρειάζονται, τελικά, ενίσχυση κεφαλαίων.

Δεν δέχεται, ωστόσο, αυτή την ανάλυση η ευρωπαϊκή πλευρά. Φυσικά και η ελληνική.

Ναι, έχουμε τη σαφή απάντηση του Ευρωπαϊκού Εποπτικού Οργανισμού για τα δάνεια, του SSM, ο οποίος με απόλυτη σαφήνεια λέει ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να γίνει νέα μελέτη των σταθμισμένων σε κίνδυνο στοιχείων του ενεργητικού. Είναι δε θέμα που το ελέγχει απόλυτα ο SSM και η ΕΚΤ και δεν χρειάζεται κάτι άλλο. Αυτό το θέμα όταν τίθεται, λοιπόν, ασφαλώς δημιουργεί κατάσταση αβεβαιότητας για τις τράπεζες και αν συνεχίσει να γίνεται, δημιουργεί πρόβλημα. Οι τράπεζες πωλούν πίστη. Όταν, λοιπόν, ένας οργανισμός, της βαρύτητας του ΔΝΤ, λέει ότι χρειάζεται μια νέα μελέτη, που θα εξετάσει την υγεία τους, δημιουργεί αβεβαιότητα.

Το «απαισιόδοξο» ΔΝΤ

Είναι μια πραγματική ανησυχία του ΔΝΤ, με βάση τη δική του αυστηρή και συντηρητική αντίληψη που έχει, ή έχει και πολιτική στόχευση ενόψει του ξεκαθαρίσματος των σχέσεών του με το ελληνικό πρόγραμμα;

Το ΔΝΤ, είναι γνωστό αυτό, επί της ουσίας εργάζεται πάντοτε πάνω στα αρνητικά σενάρια, τα πλέον δυσμενή, όταν εξετάζει τις προβλέψεις σε ένα θέμα ή την οικονομία γενικά, αλλά αυτό αποτελεί κανόνα για τα ζητήματα που αφορούν στο ελληνικό πρόγραμμα. Είναι γνωστό ότι οι προβλέψεις του, ειδικά στο ελληνικό πρόγραμμα, έχουν διαψευστεί επανειλημμένως. Συνδέεται περισσότερο με το ότι, κατά την άποψή μου, οι προβλέψεις για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων κατά 38,5 δισ. ευρώ, περίπου, έως το τέλος του 2019, δηλαδή 38% – 40% μείωση στα αποθέματα των κόκκινων δανείων, φαίνεται ότι στην εκτίμηση του ΔΝΤ δεν είναι πραγματοποιήσιμη. Άρα, κατ’ αυτό, χρειάζεται να παρθούν εκ των προτέρων μέτρα. Βεβαίως, όλα αυτά, οικονομικά μιλώντας, που θεωρεί το ΔΝΤ δεν έχουν καμιά λογική εφόσον αποδεικνύεται, εν τοις πράγμασι, ότι το πρόγραμμα για τη μείωση των κόκκινων δανείων προχωρεί κανονικά. Να πούμε, όμως, και το εξής. Ανακύπτει το θέμα που το διαπιστώνει και ο SSM, ότι οι τράπεζες έχουν προχωρήσει περισσότερο στην απομείωση μέσω διαγραφών των δανείων και όχι μέσω της διαχείρισής τους με εκποίηση, ρύθμιση για επανείσπραξη, πλειστηριασμούς κτλ. Η άποψη και της ΕΚΤ είναι να σταματήσουν οι τράπεζες να επιτυγχάνουν τους στόχους κυρίως μέσω διαγραφών, αλλά να επιχειρήσουν να τα μειώσουν δια μέσου και πλειστηριασμών, ειδικά των επιχειρηματικών και στεγαστικών δανείων. Θα δούμε πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα.

Δεν θα παίξει ρόλο, ως θετικό περιβάλλον, και η παρατηρούμενη ανάκαμψη της οικονομίας;

Η μεγέθυνση του ΑΕΠ βεβαίως θα παίξει ρόλο, αλλά αυτό μακροπρόθεσμα, με την έννοια ότι οι επιχειρήσεις θα είναι ικανές να αποπληρώνουν δάνεια. Στη λογική του ΔΝΤ, ωστόσο, αυτό δεν μετράει, δεν θέλει να περιμένει. Θέλει άμεσα να λυθεί. Έτσι βεβαίως επιτείνει την αβεβαιότητα. Σπρώχνει το τραπεζικό σύστημα στο να χρησιμοποιήσει πόρους για την κάλυψη αυτών των ενδεχομένων, ενώ θα μπορούσαν αυτοί να διατεθούν στην αγορά.

 

Χρειάζεται ευελιξία στους στόχους

 

Οι τραπεζικοί δείκτες δείχνουν μια σταδιακή βελτίωση του τομέα: ο ELA μειώνεται, οι καταθέσεις λίγο – λίγο επιστρέφουν, όπως και τα κέρδη. Αυτά, εν μέσω ανακάμπτουσας οικονομίας, δεν συγκροτούν θετική προοπτική;

Επειδή οι στόχοι για τις τράπεζες είναι πολύ συγκεκριμένοι έως το 2019, το ΔΝΤ λέει ότι δεν θα επιτευχθούν, παρά μόνο με τη δική του πρόταση. Είναι όντως άκαμπτο. Εάν όμως θέλουμε να είμαστε και εμείς εντελώς αντικειμενικοί, το να λέμε ότι μέχρι το 2019 τα κόκκινα δάνεια θα πρέπει να μειωθούν κατά 40%, τότε ο στόχος δεν πρέπει να είναι στόχος αμετάβλητος, που εάν δεν τον πιάσουμε, οι τράπεζες θα πέσουν έξω. Πρέπει να κρίνεται με ευελιξία. Αν η πρόοδος, η τάση είναι επαρκής, τι πειράζει αν δεν πιάστηκε ο στόχος του 40% και πιαστεί μετά έξι μήνες; Τίποτε. Η ΕΚΤ, η ευρωπαϊκή πλευρά, θεωρεί ότι τα πράγματα, εντέλει, προχωρούν σ’ αυτή την κατεύθυνση. Θεωρούν, δηλαδή, ότι αν αυξηθεί το ΑΕΠ, αν προχωρήσουν οι πλειστηριασμοί για τα επιχειρηματικά κυρίως δάνεια, η μείωση των κόκκινων δανείων κτλ, μπορούμε να έχουμε τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Εάν δεν τα έχουμε, τότε βλέπουμε για μέτρα.

Οι δυο οπτικές έχουν σχέση και με τη στάση που σχεδιάζουν να κρατήσουν οι δυο πλευρές κατά την τρίτη αξιολόγηση και στην έξοδο από το μνημόνιο;

Όλα αυτά πηγάζουν από την οικονομική λογική του ΔΝΤ, την άκαμπτη και λανθασμένη, κατά την άποψή μου, και δεν θέλει να κάνει πίσω. Λανθασμένη θεωρεί τη στάση του ΔNT, όπως φαίνεται, και η ΕΚΤ. Κατά την τρίτη αξιολόγηση, επίσης, θα είναι άκαμπτο. Βρισκόμαστε μπροστά στην πραγματικότητα να μένει ως τεχνικός σύμβουλος, χωρίς χρηματοδότηση, έως τη λήξη του προγράμματος. Το λέγαμε πάντοτε αυτό στις συζητήσεις μας. Έχει γνώμη, όμως, διότι αυτή προκύπτει από τη συμφωνία του με τη Γερμανία και τους Ευρωπαίους. Εκμεταλλεύονται την παρουσία του για να επιβάλλουν ορισμένες απόψεις, μέτρα. Λόγω του ευρωπαϊκού κεκτημένου, οι Ευρωπαίοι ίσως δεν θα μπορούσαν να τις επιβάλλουν.

 

Το πρόβλημα της Πειραιώς

 

Να δούμε τι ακριβώς έχει προκύψει με την Πειραιώς;

 Το πρόβλημα είναι το εξής. Η τράπεζα είχε πωλήσει ένα πακέτο δανείων, κόκκινων, σε κύπριο επιχειρηματία, στο οποίο συμπεριλαμβάνονταν και δάνεια προσωπικά επιτελικών στελεχών του ομίλου για την αγορά ακινήτων μεγάλης αξίας ή μετοχών, τα οποία δεν εξυπηρετούσαν. Η συναλλαγή έγινε έτσι ώστε τα στελέχη αυτά να απαλλαγούν από τα δάνεια τους, ο αγοραστής – επενδυτής να επωφεληθεί οικονομικά από τη διευκόλυνση και η ζημιά να φορτωθεί στην τράπεζα και τους φορολογούμενους, εφόσον αυτή έχει κεφαλαιοδοτηθεί με κρατικούς πόρους. Έχουν γίνει, ασφαλώς, προβλέψεις από την τράπεζα για την κάλυψη των ζημιών που θα προκύψουν, όπως ανακοινώθηκε, αλλά μην ξεχνάμε ότι κι αυτές είναι τμήμα των κερδών που θα όδευαν στην αγορά, σε άλλες δραστηριότητες. Ο SSM έχει αρχίσει την εξέταση των σταθμισμένων σε κίνδυνο στοιχείων του ενεργητικού όλων των τραπεζών. Η διαδικασία έχει ήδη ολοκληρωθεί για τις Πειραιώς και Alpha Bank χωρίς σημαντικά ευρήματα, καθώς οι δύο τράπεζες ακολουθούν τα στάνταρντ πρότυπα στον υπολογισμό των σταθμισμένων σε κίνδυνο στοιχείων του ενεργητικού (Risk Weighted Assets – RWA).

Το ενδιαφέρον εστιάζεται στις Εθνική Τράπεζα και Eurobank, οι οποίες, από την περασμένη δεκαετία, υπολογίζουν εσωτερικά το σταθμισμένο σε κίνδυνο ενεργητικό τους. Στη Eurobank, το έργο συλλογής των απαραίτητων στοιχείων έχει, σύμφωνα με πληροφορίες, τελειώσει, αλλά δεν υπάρχει καμία ενημέρωση για τα ευρήματα, καθώς δεν έχουν οριστικοποιηθεί τα νέα κριτήρια. Στην Εθνική, ο έλεγχος έχει ξεκινήσει και αναμένεται να ολοκληρωθεί ως τα τέλη του έτους.

 

Ενδέχεται, δηλαδή, να βρεθούν και άλλες υποθέσεις τύπου Πειραιώς;

 Μα και γι’ αυτό το λόγο γίνονται οι έλεγχοι από την ΕΚΤ. Είναι, βέβαια, ένας καθιερωμένος έλεγχος αυτός.

Η κυβέρνηση, όπως φαίνεται από την καθημερινή πραγματικότητα δεν έχει σχεδόν καμιά δυνατότητα να επηρεάσει τις εξελίξεις στον τομέα.

Έτσι φαίνεται, αν και δεν πρέπει να είμαστε απόλυτοι. Νομίζω ότι η κυβέρνηση «κατάφερε», τελικά, να μην ελέγχει κανένα κομμάτι του τραπεζικού συστήματος, να μην έχει μια άμεση επιρροή σε μια τράπεζα. Το χρειαζόταν όχι για λόγους κομματικής επιρροής, αλλά κάποιας συγκεκριμένης ανάγκης που απορρέει από τη λειτουργία της οικονομίας. Δυστυχώς, έγινε μια πλήρης, κατά την άποψή μου, απο-εθνικοποίηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. Ολόκληρη η λειτουργία του συστήματος έχει περάσει στους δανειστές. Δεν νομίζω ότι αυτό παρατηρείται σ’ άλλη χώρα της Ευρωζώνης. Όλες οι χώρες έχουν μια τράπεζα μέσω της οποίας μπορούν να ασκήσουν την πολιτική τους. Όχι μόνο σε κρίσιμες στιγμές, αλλά και στη διαδικασία μεγέθυνσης της οικονομίας.