Συνέντευξη με τον Μποαβεντούρα ντε Σόουζα Σάντος

Ουτοπικός ορίζοντας ο σοσιαλισμός ως δημοκρατία χωρίς τέλος

boaventura-de-sousa-santos 

 

Την συνέντευξη πήρε ο Δημήτρης Γκιβίσης

 

Ο Μποαβεντούρα ντε Σόουζα Σάντος, ένας από τους σημαντικότερους ευρωπαίους θεωρητικούς της εποχής μας, μιλάει στην «Εποχή» για την κρίση του νεοφιλελευθερισμού, την ανάγκη οικοδόμησης ενός νέου οράματος για την Ευρώπη, και τις δυνατότητες αντίστασης του ευρωπαϊκού Νότου.

 

-Η Ευρώπη βρίσκεται σε μια μεγάλη και πολύπλευρη κρίση. Θεωρείτε ότι είναι προσωρινή ή βλέπετε να παίρνει μόνιμα και μη αναστρέψιμα χαρακτηριστικά;

-Η Ευρώπη δεν είναι νησί. Η άνομη προτροπή της παγκόσμιας νεοφιλελεύθερης αταξίας φθάνει σε νέα όρια, καθώς η συγκέντρωση του πλούτου και η περιβαλλοντική κρίση έχουν φτάσει σε πρωτοφανή επίπεδα. Η πτώση του πετροδολαρίου φαίνεται όλο και πιο κοντά, καθώς η Κίνα και η Ρωσία αγοράζουν χρυσό και προετοιμάζονται να διαπραγματευτούν τις συμβάσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου σε γιουάν. Ο Σαντάμ Χουσεΐν και ο Καντάφι πλήρωσαν ακριβά τις προσπάθειές τους και η Βενεζουέλα μπορεί να έχει την ίδια μοίρα, ενώ η Βραζιλία, ένα άλλο μέλος των BRICS, εξουδετερώνεται από το δικαστικό-πολιτικό πραξικόπημα που υποκίνησε ο ιμπεριαλισμός των ΗΠΑ. Για τον ίδιο λόγο η Υεμένη πρέπει να καταστραφεί και, σύμφωνα με τους προκατόχους του, ο Τραμπ προετοιμάζει τον «πόλεμο» του, αυτή τη φορά εναντίον του Ιράν. Ιδιαίτερα αφότου ο Μπαρόζο έγινε πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (2004-2014), η Ε. Ε. μετατράπηκε σε έναν υποδεέστερο εταίρο της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Αρχικά ήταν κυρίως οι μη ευρωπαϊκές χώρες στην Αφρική και τη Λατινική Αμερική αυτές που διαπίστωσαν τις αλλαγές, καθώς συνειδητοποίησαν πως οι τεχνοκράτες των Βρυξελλών ευθυγραμμίστηκαν σχεδόν άνευ όρων με τις πολυεθνικές που εδρεύουν στις ΗΠΑ, και τους αξιωματούχους της Παγκόσμιας Τράπεζας και του ΔΝΤ στις διαπραγματεύσεις των εμπορικών συμφωνιών. Δεδομένου ότι η οικονομική κρίση του 2008 έπληξε την Ευρώπη το 2011 (οι Έλληνες έχουν μια τραγική εμπειρία από αυτήν), κατέστη σαφές στους περισσότερους ευρωπαίους πολίτες ότι η νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία είχε καταλάβει το ευρωπαϊκό σχέδιο, που πιθανώς ήταν μια ψευδαίσθηση από την αρχή, για κοινωνική προστασία σε μια ευρύτερη πολιτικά δημοκρατική κοινότητα. Η στυγνή οικονομική πολιτική, και επομένως και η πολιτική εξουσία, ήταν οι υπεύθυνες που οι ευάλωτες χώρες έγιναν ακόμη πιο ευάλωτες ώστε να μειωθεί το πολιτικό κόστος της παρέμβασης.

-Για τους ευρωπαίους αυτό ήταν μια έκπληξη.

-Πράγματι, αφού οι περισσότεροι είχαν ξεχάσει όχι μόνο το μακρινό παρελθόν αλλά και το πρόσφατο, τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Υπό το πρίσμα αυτό η Ε. Ε. είναι συνδεδεμένη με την τύχη του νεοφιλελευθερισμού, και από αυτή την άποψη η κρίση μπορεί να θεωρηθεί τόσο μόνιμη όσο και η κρίση του νεοφιλελευθερισμού. Η πολιτική αποσύνθεση άρχισε με τον τρόπο που αντιμετωπίστηκε η λεγόμενη «ελληνική κρίση», και συνέχισε με το Brexit και την άνοδο της ακροδεξιάς με την μορφή μιας νέας έκδοσης του λαϊκισμού (που πάντα είναι μια δεξιά πολιτική αντίδραση, ποτέ αριστερή). Ο ρυθμός της κρίσης μπορεί να αλλάξει και, κατά την άποψή μου, αλλάζει, αλλά η θεμελιώδης τάση θα συνεχιστεί εάν δεν υπάρξει μια βαθύτερη πολιτική μεταμόρφωση. Πρόσφατα έγραψα ότι ο ρυθμός της κρίσης φαίνεται να επιβραδύνεται με τον διορισμό του πρώην υπουργού Οικονομικών της Πορτογαλίας Μάριο Σεντένο ως επικεφαλής του Γιούρογκρουπ. Όπως υποστηρίζω, η πρόσφατη πορτογαλική πολιτική εμπειρία έχει δείξει ότι η νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία είναι ένα ψέμα, ένα τραγικό ψέμα, και ο Σεντένο ήταν ένας σημαντικός πρωταγωνιστής στην απόδειξη αυτού. Πιθανόν από ένα ένστικτο επιβίωσης, οι κυρίαρχες δυνάμεις στην Ε. Ε. (Γερμανία και Γαλλία) και οι τεχνοκράτες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η επιμονή στις νεοφιλελεύθερες επιβολές θα οδηγούσε, αργά ή γρήγορα, στο τέλος του κάθε οφέλους που είχαν από την άνιση ένταξη των χωρών της περιφέρειας στην εξουσία των Βρυξελλών, δηλαδή στο τέλος των χρυσών δουλειών και των προνομίων τους. Αντέδρασαν αρχικά δείχνοντας στο Ηνωμένο Βασίλειο ότι θα πληρώσει πολύ υψηλό τίμημα για την μονομερή έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση, και στη συνέχεια επέλεξαν τον Σεντένο ως μήνυμα ότι είναι έτοιμοι για κάποια μεταρρυθμιστική αλλαγή. Το πόσο επιτυχής μπορεί να είναι αυτή η κίνηση μένει να το δούμε. Και πάνω απ όλα, μένει να δούμε επίσης αν ο Σεντένο θα έχει σε ευρωπαϊκό επίπεδο την πολιτική στήριξη που είχε σε εθνικό επίπεδο για την εφαρμογή των πολύ μετριοπαθών, αλλά εξαιρετικά επιτυχημένων, αντι-νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Πολύ ειλικρινά αμφιβάλλω, αλλά, όπως πάντα επιμένω, οι κοινωνιολόγοι είναι καλοί στο να προβλέπουν το παρελθόν, όχι το μέλλον. Σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι για κάποια απαισιοδοξία βασίζονται τόσο στις πρόσφατες δηλώσεις του προέδρου της Μπούντεσμπανκ Γενς Βάιντμαν, όσο και στον νέο κοινωνικά ανάλγητο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό του 2018, που εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με μια πρωτοφανή έλλειψη συναίνεσης.

-Έχετε αναφερθεί στην ανάγκη οικοδόμησης ενός νέου οράματος για την Ευρώπη. Πως μπορεί να γίνει αυτό; Και ποια θα πρέπει να είναι τα χαρακτηριστικά του;                                                                                                 

-Η Ευρώπη αντιμετωπίζει μια περίπλοκη πρόκληση: να επαναφεύρει ξανά τον εαυτό της τόσο στο κέντρο της όσο και στην περιφέρειά της. Όμως μια τέτοια διαδικασία δεν θα πραγματοποιηθεί αν δεν γίνει ένας διπλός μετασχηματισμός: ένας μετασχηματισμός στους τρόπους που γνωρίζουμε τι συμβαίνει σε εμάς και στον κόσμο -και στο πως εκπαιδεύουμε την ευρωπαϊκή νεολαία σύμφωνα με μια τέτοια γνώση (επιστημολογική μετατόπιση), και ένας μετασχηματισμός στην πολιτική διαμόρφωση της Ευρώπης ως υπερεθνικής οντότητας και ως διεθνούς παράγοντα (πολιτική μετατόπιση). Κατά τη διάρκεια των τελευταίων εκατό ετών η Ευρώπη έγινε μια ήπειρος με υψηλές προσδοκίες και τεράστιες υποσχέσεις: η υπόσχεση της κοινωνικής δικαιοσύνης και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. η υπόσχεση της αντι-αποικιοκρατίας. η υπόσχεση της δημοκρατίας και το τέλος των αυταρχικών πολιτικών καθεστώτων, η υπόσχεση της πολιτιστικής ποικιλομορφίας και της ειρηνικής φιλίας. Οι προσδοκίες ήταν τόσο υψηλές όσο βαθιές ήταν και οι απογοητεύσεις υπό το πρίσμα μιας διστακτικότητας λόγω της ρεαλιστικής πολιτικής. Η συνεχιζόμενη ταλάντωση μεταξύ αυτών των δύο πόλων οδήγησε σε μια πολιτική κουλτούρα που διατρεχόταν από υπερβολικές ελπίδες και μηδενιστικούς φόβους. Μέχρι την πτώση του τείχους του Βερολίνου, η Ευρώπη (τότε Δυτική Ευρώπη) χαρακτηρίστηκε από την υπεροχή της ελπίδας απέναντι στο φόβο. Από τότε έχουμε εισέλθει σε μια περίοδο υπεροχής του φόβου πάνω στην ελπίδα. Αρχικά ο φόβος αφορούσε την επιβίωση της σοσιαλδημοκρατίας, δηλαδή της δημοκρατία με κοινωνικά και οικονομικά δικαιώματα, σήμερα είναι όλο και περισσότερο η επιβίωση της δημοκρατίας του δικαστηρίου, αφού η δημοκρατία περιορίζεται στα αστικά και πολιτικά δικαιώματα. Το νέο όραμα της Ευρώπης βασίζεται στην ρεαλιστική ουτοπία ότι είναι δυνατόν να κινηθούμε σε μια περίοδο ίσως λιγότερων λαμπρών ελπίδων, αλλά ελπίδων που είναι αρκετά ανθεκτικές ώστε να κρατήσουν τους μηδενιστικούς φόβους σε χαμηλά επίπεδα. Η επιστημολογική μεταστροφή βασίζεται στην ανάγκη να μάθει κανείς από τον Παγκόσμιο Νότο, τόσο τον εξωευρωπαϊκό όσο και τον ενδοευρωπαϊκό, που έχει μακρά ιστορική εμπειρία να ζει συλλογικά με πιο ταπεινές ελπίδες, και με διαρκή ικανότητα να αντιστέκεται στην καταπίεση που προκαλεί το φόβο ο οποίος προέρχεται αρχικά από την ευρωπαϊκή αποικιοκρατία. Από τον 17ο αιώνα η αποικιοκρατία ήταν η βασική ταυτότητα της Ευρώπης μαζί με τον καπιταλισμό και την πατριαρχία. Πρέπει να σημειώσω, ότι η εξωτερική αποικιοκρατία δοκιμάστηκε αρχικά μέσα στην Ευρώπη ως εσωτερική αποικιοκρατία, όπως στην Ιρλανδία, στην Ισπανία και σε αρκετές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Ο τρόπος αντιμετώπισης της πρόσφατης χρηματοπιστωτικής κρίσης στις χώρες της Νότιας Ευρώπης από τις χώρες του ευρωπαϊκού πυρήνα, δείχνει πόσο ενεργή και κακοήθης παραμένει σήμερα αυτή η εσωτερική αποικιοκρατία. Το κοίταγμά μας στον κόσμο με λιγότερη αλαζονεία και με τη θέληση να μάθουμε αντί να διδάσκουμε, περιλαμβάνει μια γνωστική και εκπαιδευτική παραδειγματική αλλαγή. Αυτή η επιστημολογική μετατόπιση πρέπει να συμβεί μαζί με μια πολιτική μετατόπιση.

Τι εννοείτε;

-Η Ευρώπη έχει ένα μέλλον ως διακρατική οντότητα στο βαθμό που εμπλέκεται σε μια ενεργή αντιαποικιακή πολιτική, τόσο στις σχέσεις με τον μη ευρωπαϊκό κόσμο όσο και στις ενδοευρωπαϊκές σχέσεις. Με μια νέα τοποθέτηση όσον αφορά την άπειρη ποικιλομορφία του κόσμου και της ίδιας της Ευρώπης. Ο εξωτερικός κόσμος αναπτύσσεται και αυτή συρρικνώνεται. Η συνέχιση της αποικιακής στάσης είναι αυτοκτονική. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, και επειδή ήταν εσωτερικά διαιρεμένη, η Ευρώπη παρέμεινε έξω από τους βασικούς ανταγωνισμούς μεταξύ των υπερδυνάμεων. Αυτή η σχετική απόσταση ήταν προϋπόθεση για την σχετική διεθνή αυτονομία της. Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η Ευρώπη παραδόθηκε υπερβολικά εύκολα στην παγκόσμια ηγεμονία των ΗΠΑ, και έγινε ένας υποδεέστερος εταίρος σε μια ιμπεριαλιστική προσπάθεια μονομερούς δύναμης που οδηγήθηκε οικονομικά από τον νεοφιλελευθερισμό. Σήμερα αυτή η δύναμη μειώνεται και η νεοφιλελεύθερη αταξία γίνεται όλο και πιο εμφανής. Οι ΗΠΑ μπορούν να αντέξουν οικονομικά να βάλουν την Αμερική σε πρώτη θέση απειλώντας με πολέμους εναντίον οποιουδήποτε φανταστικού ανταγωνιστή (οι πραγματικοί είναι μόνο η Κίνα και η Ρωσία, σε κάποιο βαθμό). Στην Ευρώπη η στρατηγική αυτή είναι αυτοκτονική, δεδομένης της διαρθρωτικής αδυναμίας της όσον αφορά τους πιο κρίσιμους πόρους, στρατιωτικούς και οικονομικούς, για τη διεξαγωγή τέτοιων πολέμων. Το νέο όραμα της Ευρώπης απαιτεί να απομακρυνθεί αυτή από τις ΗΠΑ. Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορεί η Ευρώπη να επιδιώξει μια αξιόπιστη πολιτική κατά της αποικιοκρατίας σε σχέση με τον κόσμο. Το πρόβλημα είναι ότι, υπό τις σημερινές συνθήκες της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, η αντι-αποικιοκρατία δεν είναι δυνατόν να αποσυνδεθεί από την αντικαπιταλιστική πολιτική. Αυτό είναι δυνατό μόνο με μια σημαντική εμβάθυνση της δημοκρατίας πέρα από το φιλελεύθερο καλούπι. Σε μια εποχή κατά την οποία η σοβαρή οικολογική κρίση μας δείχνει το τέλος της καρτεσιανής θεώρησης της φύσης ως ενός άπειρου διαθέσιμου φυσικού πόρου, πρέπει να υποστηρίξουμε τις ελπίδες της αξιοπρέπειας και της συμβίωσης. Αλλά τέτοιες ελπίδες μπορούν να διατηρηθούν μόνο αν υποστηριχθούν από έναν ουτοπικό ορίζοντα. Ένας τέτοιος ορίζοντας θα τολμούσα να πω ότι είναι ο σοσιαλισμός ως δημοκρατία χωρίς τέλος. Αυτός ο ουτοπικός ορίζοντας δεν θα επιτευχθεί ποτέ πλήρως, αλλά θα μας κρατήσει ζωντανούς για να προχωράμε σε αυτήν την κατεύθυνση.                                                                                                           

-Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία βρίσκεται στην μεγαλύτερη κρίση της μετά τον πόλεμο. Πως βλέπετε το μέλλον της; Και επίσης, η πιθανή συμμετοχή του SPD στην επόμενη γερμανική κυβέρνηση τι θεωρείται ότι σηματοδοτεί για τις περαιτέρω εξελίξεις;

-Το SPD αντιπροσωπεύει την πιο γκροτέσκο κατάρρευση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Σήμερα βιώνουμε μια μεσοβασιλεία. Ο κόσμος που δημιουργήθηκε από τον νεοφιλελευθερισμό το 1989 με την πτώση του τείχους του Βερολίνου τέλειωσε με την οικονομική κρίση του 2008 – 2011, και αυτός που ακολουθεί δεν έχει καθοριστεί ακόμα. Ο κόσμος μετά το 1989 είχε δύο ατζέντες με καθοριστικό αντίκτυπο στην αριστερή πολιτική σε όλο τον κόσμο. Η ρητή ατζέντα ήταν να δοθεί ένα οριστικό τέλος του κάθε σοσιαλιστικού κοινωνικού, οικονομικού και πολιτικού συστήματος. Η σιωπηρή ατζέντα σηματοδότησε ένα διαφορετικό τέλος, και ήταν πολύ πιο σημαντική από τη ρητή, επειδή ο κρατικός σοσιαλισμός ήδη ψυχορραγούσε και από το 1978 υπήρχαν σκέψεις να τον ανακατασκευάσουν ως κρατικό καπιταλισμό, όπως έγινε στην Κίνα μετά τις μεταρρυθμίσεις από τον Ντενγκ Σιαοπίνγκ. Το πιο άμεσο αποτέλεσμα του τέλους του σοβιετικού σοσιαλισμού ήταν η προσωρινή αποστράτευση των κομμουνιστικών κομμάτων, μερικά από τα οποία απομακρύνθηκαν από την σοβιετική εμπειρία. Η σιωπηρή ατζέντα ήταν η σημαντική, και για αυτό έπρεπε να υλοποιηθεί σιωπηλά και ύπουλα, χωρίς να πέφτουν τα τείχη. Στη φάση που έως τότε χαρακτήριζε τον κυρίαρχο καπιταλισμό, η κοινωνική εναλλακτική λύση στον σοβιετικό σοσιαλισμό ήταν τα καθολικά και κοινωνικά οικονομικά δικαιώματα, δικαιούχοι των οποίων ήταν κυρίως εκείνοι που, χωρίς προνόμια, είχαν μόνο τον νόμο και τα δικαιώματα για να υπερασπιστούν τον εαυτό τους ενάντια στον οικονομικό και πολιτικό δεσποτισμό που είχε διαμορφώσει τον καπιταλισμό, με τη φύση να υποτάσσεται στη λογική της αγοράς. Η πλέον προηγμένη μορφή αυτής της εναλλακτικής ήταν η μεταπολεμική ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, η οποία στην αρχή, στις αρχές του 20ου αιώνα, αποτελούσε στην πραγματικότητα ένα σαφές πρόγραμμα (δημοκρατικός σοσιαλισμός) και μια σιωπηρή ατζέντα (ο καπιταλισμός είναι συμβατός με τη δημοκρατία μέσω της ελάχιστης κοινωνικής ένταξης που προϋποθέτει η δημοκρατία). Μετά το 1945, σύντομα έγινε σαφές ότι η σιωπηρή ατζέντα ήταν πραγματικά η μόνη που υπήρχε. Από τη στιγμή που οι αριστεροί διαιρέθηκαν σε εκείνους που εξακολουθούσαν να εμμένουν σε μια σοσιαλιστική λύση (λίγο-πολύ απομακρυσμένη από το σοβιετικό πρότυπο) και σε εκείνους που, ανεξάρτητα από το πόσο υποστήριζαν τον σοσιαλισμό, θέλησαν να ρυθμίσουν τον καπιταλισμό και να περιορίσουν τις «υπερβολές» του. Μετά το 1989, όπως συνέβη στις αρχές του αιώνα, η σιωπηρή ατζέντα εξακολούθησε να είναι σιωπηρή, αν και ήταν η μόνη που ίσχυε. Σταδιακά κατέστη σαφές ότι και οι δύο προηγούμενες αριστερές αντιλήψεις είχαν ηττηθεί. Ως εκ τούτου, η κρίση της σοσιαλδημοκρατίας. Η αποστράτευση της σοσιαλδημοκρατικής αριστεράς για κάποιο διάστημα συγκαλύφθηκε από τη νέα ερμηνεία των μορφών κυριαρχίας που ίσχυαν στον κόσμο από τον 17ο αιώνα: ο καπιταλισμός, η αποικιοκρατία (ρατσισμός, μονοπολιτισμός κ.λπ.) και η πατριαρχία (σεξισμός, αυθαίρετος διαχωρισμός μεταξύ παραγωγικής και αναπαραγωγικής εργασίας, δηλαδή μεταξύ μισθωτής και μη αμειβόμενης εργασίας). Οι κοινωνικές αξιώσεις που αποσκοπούν στις λεγόμενες μετα-υλικές ατζέντες, δηλαδή τα πολιτιστικά δικαιώματα ή τα δικαιώματα τέταρτης γενιάς. Οι ισχυρισμοί αυτοί ήταν γνήσιοι και κατήγγειλαν τις απεχθές μορφές καταπίεσης και διακρίσεων. Ο τρόπος με τον οποίο διεξήχθησαν οι αγώνες, ωστόσο, οδήγησε τα κοινωνικά κινήματα και τις ΜΚΟ να σκεφτούν ότι θα μπορούσαν να τους πραγματοποιήσουν χωρίς να αγγίξουν τον τρίτο άξονα της κυριαρχίας, τον καπιταλισμό. Αυτό που χαρακτηριζόταν ως ταξική πολιτική στην πραγματικότητα παραμελήθηκε υπέρ της πολιτικής για τη φυλή για το φύλο. Η αμέλεια αυτή αποδείχθηκε μοιραία όταν έπεσε το καθεστώς μετά το 1989. Η καπιταλιστική κυριαρχία, ενισχυμένη από τη νομιμοποίηση που κέρδισε κατά τη διάρκεια αυτών των ετών, στράφηκε εύκολα κατά των αντιρατσιστικών και αντι-σεξιστικών κατακτήσεων, στην αδιάκοπη αναζήτηση της συνεχούς συσσώρευσης και εκμετάλλευσης. Οι εν λόγω κατακτήσεις, που στερούνται αντικαπιταλιστικής βούλησης ή διαχωρίζονται από τους αντικαπιταλιστικούς αγώνες, δυσκολεύονται ολοένα και περισσότερο να αντισταθούν. Το SPD δεν κατόρθωσε ακόμη να είναι πολύ δραστήριο στην αντιρατσιστική και αντιπατριαρχική πολιτική. Καθώς προχωρούσε, και χάνοντας την απήχησή του ως ταξικό κόμμα, ιδιαίτερα κάτω από την ηγεσία του Γκέρχαρντ Σρέντερ, έγινε ένα από τα πιο κενά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στην Ευρώπη, περισσότερο και από το βρετανικό Εργατικό Κόμμα.

-Με αφορμή την Μεσογειακή Σύνοδο της προηγούμενης εβδομάδας, να μιλήσουμε σχετικά με τις δυνατότητες που θεωρείτε ότι έχουν οι χώρες του ευρωπαϊκού νότου για να συγκροτήσουν έναν πόλο που θα αμφισβητήσει τη γερμανική κυριαρχία στην Ευρώπη.

-Οι χώρες της Νότιας Ευρώπης είναι με οικονομικούς όρους περιφερειακές, με την σχετική εξαίρεση της Ισπανίας. Για μερικά χρόνια υπήρξε μια αξιόπιστη πεποίθηση ότι η οικονομική περιφερειοποίηση θα αντισταθμιζόταν από την πολιτική ισότητα εντός της Ένωσης, όμως η κρίση του 2011 έδειξε ότι αυτή ήταν μια σκληρή ψευδαίσθηση. Οι νότιες χώρες αγωνίστηκαν, πρώτα η Ελλάδα, και με ελάχιστη επιτυχία. Η Πορτογαλία έμαθε πολλά από την Ελλάδα και ακολούθησε μια διαφορετική πορεία με εμφανή μεγαλύτερη επιτυχία. Αλλά μέχρι τώρα έχουν αντισταθεί μεμονωμένα. Έχουν πολλά να δείξουν στις χώρες του πυρήνα για το πως να χειριστούν τις κρίσεις, και πρέπει να συνεχίσουν να αγωνίζονται για την κοινωνική συνοχή. Ωστόσο, για να είναι αποτελεσματικές πρέπει να διατυπώσουν τις ευρωπαϊκές τους πολιτικές. Ελπίζω ότι αυτό θα είναι δυνατό στο εγγύς μέλλον με την Ισπανία επικεφαλής.

-Θα ήθελα να μας περιγράψετε την σημερινή κατάσταση στην Πορτογαλία,  και να μας κάνετε μια αποτίμηση της πορτογαλικής κυβέρνησης. 

-Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αριστερή κυβέρνηση της Πορτογαλίας είναι πρωτοπόρα. Δεν είναι πολύ γνωστό σε διεθνές επίπεδο, όχι μόνο επειδή η Πορτογαλία είναι μια μικρή χώρα, η πολιτική της οποίας σπάνια αποτελεί  έκτακτο νέο στη διεθνή πολιτική αλλά και κυρίως επειδή προσφέρει μια πολιτική λύση που αντισταθμίζει τα συμφέροντα των δύο μεγάλων παγκόσμιων εχθρών της δημοκρατίας, τον νεοφιλελευθερισμό και το παγκόσμιο οικονομικό κεφάλαιο, που ελέγχουν τα μέσα ενημέρωσης σήμερα. Ας ανακεφαλαιώσουμε. Μετά την Επανάσταση της 25ης Απριλίου οι Πορτογάλοι συχνά ψήφισαν αριστερά κόμματα, αλλά κυβερνήθηκαν τα από δεξιά κόμματα. Ενώ αυτά λειτουργούσαν σε συνασπισμούς, τα αριστερά κόμματα, ακλουθώντας μια μακρά ιστορική πορεία, ήταν διαιρεμένα από προφανώς ανυπέρβλητες διαφορές. Αυτό συνέβη ως τον Οκτώβριο του 2015. Σε αυτή την περίπτωση όμως, σε μια κίνηση πολιτικής καινοτομίας που θα γράψει ιστορία στην ευρωπαϊκή δημοκρατία, τα τρία αριστερά κόμματα (Σοσιαλιστικό Κόμμα, Μπλόκο και Κομμουνιστικό Κόμμα) αποφάσισαν να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις για να βρουν μια κοινοβουλευτική άρθρωση ικανή να διευκολύνει μια αριστερή κυβέρνηση με επικεφαλής το Σοσιαλιστικό Κόμμα. Μετά από ξεχωριστές διαπραγματεύσεις μεταξύ του Σοσιαλιστικού Κόμματος και των άλλων δύο (αρχικά υπήρχε αμοιβαία έλλειψη εμπιστοσύνης), επιτεύχθηκαν κυβερνητικές συμφωνίες που κατέστησαν δυνατή μια αριστερή κυβέρνηση χωρίς προηγούμενο στην Ευρώπη τις τελευταίες δεκαετίες.

-Που οφείλεται η επιτυχία αυτής της συμφωνίας;

-Οφείλεται στα εξής: α) οι συμφωνίες ήταν περιορισμένες και πραγματιστικές, και επικεντρώθηκαν στους μικρούς κοινούς παρονομαστές προκειμένου να διευκολύνουν μια κυβέρνηση ικανή να σταματήσει τις αντιδημοκρατικές πολιτικές που εφάρμοζαν στη χώρα τα νεοφιλελεύθερα δεξιά κόμματα  β) τα κόμματα θα διατηρούσαν την ταυτότητα τους και κατέστησαν σαφές ότι οι συμφωνίες δεν θα την έθεταν σε κίνδυνο, πόσο μάλλον δεν θα την κατάστρεφαν γ) η κυβέρνηση έπρεπε να είναι συνεκτική και ως εκ τούτου έπρεπε να είναι ευθύνη ενός μόνο κόμματος, δεδομένου ότι η κοινοβουλευτική υποστήριξη θα εξασφάλιζε την σταθερότητά της δ) η καλή πίστη θα επικρατούσε πέρα από την συμφωνία, η οποία θα ελέγχονταν τακτικά από τα εμπλεκόμενα κόμματα. Τα έγγραφα της συμφωνίας είναι μοντέλα πολιτικών αντιπαραθέσεων και περιγράφουν αυστηρά τους συμφωνημένους όρους. Βασικά, τα συμφωνηθέντα μέτρα είχαν δύο σημαντικούς πολιτικούς στόχους: να θέσουν τέρμα στη φτώχεια των Πορτογάλων με την ανάκτηση του εισοδήματος των εργαζομένων και των συνταξιούχων σύμφωνα με την εισοδηματική κλίμακα, και να σταματήσουν τις ιδιωτικοποιήσεις οι οποίες, στο πλαίσιο του νεοφιλελευθερισμού και του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, είναι πράξεις πειρατείας. Οι συμφωνία πραγματοποιήθηκε με επιτυχία, και η κυβέρνηση ανέλαβε τα καθήκοντά της σε ένα πολιτικά εχθρικό κλίμα που δημιούργησαν ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί, όλοι τους δουλικοί υπηρέτες της νεοφιλελεύθερης ορθοδοξίας. Σταδιακά, οι κυβερνητικές πολιτικές απέδωσαν εκπληκτικά αποτελέσματα. Πολύ σύντομα, πολλοί επικριτές έπρεπε να αναγνωρίσουν την ανάπτυξη της οικονομίας, τη μείωση της ανεργίας, και την συνολική βελτίωση της εικόνας της χώρας. Η σημασία όλων αυτών μπορεί σήμερα να συνοψιστεί ως εξής: με τη θέσπιση πολιτικών που αντιτίθενται στις νεοφιλελεύθερες συνταγές, τα αποτελέσματα που επετεύχθησαν επιτυγχάνονται χωρίς να αυξάνεται η φτώχεια και ο πόνος των Πορτογάλων. Αντίθετα, επιτυγχάνεται μέτρια βελτίωση. Πιο σαφώς, αυτή η πολιτική καινοτομία δείχνει ότι ο νεοφιλελευθερισμός είναι ένα ψέμα, και ότι ο μόνος σκοπός του είναι να προωθήσει τη συγκέντρωση του πλούτου κάτω από το παγκόσμιο οικονομικό κεφάλαιο. Φυσικά, η ντόπια και η διεθνής νεοφιλελεύθερη δεξιά δεν είναι καθόλου ευχαριστημένες, και θα προσπαθήσουν να θέσουν τέρμα σε αυτήν την πολιτική λύση με τη βοήθεια εκείνου του τμήματος της δεξιάς που δεν συμπάθησε ποτέ τις υπερβολές του νεοφιλελευθερισμού και θέλει να ξαναγυρίσει την εξουσία.

 


 

 

(*) Ο Μποαβεντούρα ντε Σόουζα Σάντος είναι καθηγητής Κοινωνιολογίας και διευθυντής του Κέντρου Κοινωνικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Κοΐμπρα (Πορτογαλία), και διακεκριμένος επιστήμονας στο Πανεπιστήμιο Μάντισον του Γουισκόνσιν (ΗΠΑ).