Συνέντευξη με τον Νίκο Θεοχαράκη, καθηγητή Πολιτικής Οικονομίας

Άσκηση αριθμητικής χωρίς υποκείμενη οικονομική λογική η νέα συμφωνία

theoharakis2

Τη συνέντευξη πήρε
ο Παύλος Κλαυδιανός

Ας ξεκινήσουμε από τη συμφωνία στο Γιούργοκρουπ της 15ης Ιουνίου. Δημιουργεί, κατά τη γνώμη σου, ένα σταθερότερο έδαφος για να βαδίσει η ελληνική οικονομία προς την έξοδο;
Εκείνο που με ξαφνιάζει είναι ότι βρισκόμαστε μπροστά σε θέατρο του παραλόγου. Υποτίθεται ότι το μνημόνιο έχει υπογραφεί μεταξύ ελληνικής πλευράς και θεσμών. Τώρα, τρεις εξ αυτών λένε πως υπάρχει πρόβλημα. Το ΔΝΤ δηλώνει ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος δεν πείθει για τη βιωσιμότητά του. Η ΕΚΤ δεν ξεκινά τις διαδικασίες να μπει η χώρα στην ποσοτική χαλάρωση διότι και αυτή υποστηρίζει ότι δεν έχει επιλυθεί το πρόβλημα του χρέους. Η Κομισιόν λέει, επίσης, ότι πρέπει να γίνουν βήματα στο χρέος. Τότε πώς το Γιούργοκρουπ, εφόσον οι τρεις σημαντικοί θεσμοί υποστηρίζουν ότι υπάρχει πρόβλημα χρέους, μπορεί να λέει ότι έγιναν βήματα κτλ, κτλ; Να σημειώσουμε ότι το Γιούργοκρουπ είναι ένας θεσμός που νομικά δεν υφίσταται, με περίεργη και πάντως θολή σύνθεση καθώς συμμετέχουν κι άλλοι πλην των υπουργών Οικονομικών. Μάλιστα, αυτό το επικαλέστηκε για να βγάλει εκτός συνεδρίασης τον κ. Βαρουφάκη λέγοντάς του ότι εμείς δεν έχουμε νομική υπόσταση άρα μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε. Και πήραν, τότε, αποφάσεις για την Ελλάδα. Τώρα, λοιπόν, υποτίθεται ότι η αβεβαιότητα στην οικονομία εξέλιπε. Δεν το πιστεύω αυτό. Διότι ποιο είναι το πρόβλημα της συγκεκριμένης αβεβαιότητας; Είναι ότι προσποιούνται ότι οι υποσχέσεις τις οποίες ανέλαβε η Ελλάδα είναι υλοποιήσιμες, ενώ δεν είναι. Μάλιστα, ζητούν από την Ελλάδα να αναλάβει την «ιδιοκτησία» του προγράμματος που της έχει επιβληθεί. Είναι σαν να σε υποχρεώνουν να φας σαπούνι και να πρέπει να δηλώσεις – αφρίζει ξαφρίζει – ότι είναι τυρί.

Η αβεβαιότητα απομακρύνθηκε;

Η κυβέρνηση ποτέ, παρά τις πιέσεις, δεν δέχθηκε την ιδιοκτησία του προγράμματος. Με το πιστόλι στον κρόταφο δεν έχει ειπωθεί;
Ναι, σύμφωνοι, αλλά οι δανειστές βγαίνουν συνεχώς και λένε, ιδιοκτησία κτλ. Πώς, πχ, η υπουργός Εργασίας να παραδεχθεί ότι η τρομακτική αποδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων, που μετατρέπει την Ελλάδα σε εργοδοτικό κράτος, είναι κάτι που θα βοηθήσει την ελληνική οικονομία; Με μείωση των μισθών θα έχεις πρόβλημα στην ενεργό ζήτηση και στην παραγωγικότητα, διότι, πολλές φορές, η παραγωγικότητα εξαρτάται από τις καλές εργασιακές σχέσεις. Αυτό, λοιπόν, που μας επιβάλλεται, που εκφράζει συγχρόνως και τα συμφέροντα ενός τμήματος εγχώριων επιχειρηματιών που στηρίζονται στη δημιουργία πρεκαριάτου, δεν μπορεί να το αποδεχθεί κανένας. Σε πολλά κομμάτια της ελληνικής οικονομίας υπάρχει μια ψύχωση με την απορρύθμιση των αγορών και τις λεγόμενες μεταρρυθμίσεις. Το βέβαιο είναι ότι τα πλεονάσματα που ζητούν από το Γιούργοκρουπ, για το χρονικό διάστημα που τα ζητούν, δεν επιτρέπουν την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Άρα, λοιπόν, ερχόμαστε στο ερώτημα κατά πόσον η αβεβαιότητα πράγματι απομακρύνθηκε, διότι η μείωση της αβεβαιότητας αποτελεί όντως ένα συστατικό στοιχείο για να μπορέσει κάποιος επενδυτής – Έλληνας ή ξένος – να επιχειρήσει εδώ. Η Ελλάδα είναι μια πάρα πολύ δυναμική οικονομία. Παρά τα λεγόμενα, υπάρχουν πάρα πολλά περιθώρια, με τιμές σε πολλά πράγματα πολύ καλύτερες από προηγουμένως, με ένα εργατικό δυναμικό εξαιρετικά φθηνό για το επίπεδο των γνώσεών του κ.ά. Αυτό, όμως, που θέλει να ξέρει, όποιος επιχειρήσει στην Ελλάδα, είναι αν το μακροοικονομικό περιβάλλον δημιουργεί τις προϋποθέσεις που θα επιτρέψουν την κερδοφορία. Αν όμως ορίζονται πρωτογενή πλεονάσματα υψηλά για μακρύ χρονικό διάστημα, ο υποψήφιος επενδυτής δεν ξέρει πώς θα το πετύχει αυτό η κυβέρνηση. Θα μειώσει ακόμη περισσότερο τις δαπάνες στην παιδεία, θα αυξήσει τους φόρους, τι; Άρα λοιπόν η αβεβαιότητα προκύπτει από το γεγονός ότι δεν υπάρχει ένα ρεαλιστικό σενάριο πάνω στο οποίο μπορεί να βασιστεί κάποιος επιχειρηματίας, χωρίς να χρειαστεί να ληφθούν νέα μέτρα, που θα αυξήσουν τους φόρους ή θα είναι υφεσιακά.

 Η κυβέρνηση επιχειρηματολογεί, με βάση τις έως τώρα δημοσιονομικές επιδόσεις και την πιθανή άνοδο του ΑΕΠ, ότι βγαίνει ο στόχος;
Νομίζω ότι δεν υπάρχει κανένα σοβαρό μακροοικονομικό υπόδειγμα που να υποστηρίζει ότι μπορεί να δουλέψει το σενάριο που μας επιβλήθηκε. Είναι μια άσκηση αριθμητικής, που δεν έχει καμιά υποκείμενη οικονομική λογική. Λέει: Αν υποθέσουμε ότι το χρέος είναι βιώσιμο, ποια είναι τα πλεονάσματα που πρέπει να έχουμε για να το αποπληρώσουμε; Δεν υπολογίζουν ότι αυτά τα πλεονάσματα επηρεάζουν τον ρυθμό μεγέθυνσης. Τώρα, με πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ η οικονομία θα κάτσει. Θα αναγκαστείς να πάρεις επιπρόσθετα υφεσιακά μέτρα. Ενδεχομένως μια εκτεταμένη αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και εισφοροδιαφυγής με διεύρυνση της φορολογητέας βάσης και ταυτόχρονη μείωση των συντελεστών θα μπορούσε να είχε κάποιο αποτέλεσμα. Αλλά αυτό δεν έχει γίνει εφικτό και θα είχε ασφαλώς αρνητική επίπτωση στη «λανθάνουσα επιχειρηματικότητα», χωρίς αυτό να είναι κακό. Επίσης, οι περιβόητες μεταρρυθμίσεις είναι υπερτιμημένες. Δεν αρκούν από μόνες τους να αποτελέσουν την ατμομηχανή τις οικονομίας χωρίς λύση του μακροοικονομικού προβλήματος. Λοιπόν, εφόσον όλοι μιλάνε για ένα χρέος που πρέπει να μειωθεί, οι ίδιοι οι θεσμοί παραδέχονται ότι απέχουμε από τη βιωσιμότητά του, ενώ η επιμονή Σόιμπλε στην τιμωρητική αντιμετώπιση της Ελλάδας παραμένει, πώς να μπορεί να απομακρυνθεί η αβεβαιότητα; Αυτό που βλέπουν οι θεσμοί το βλέπουν και οι επιχειρηματίες.

Απαιτείται σχέδιο ελάφρυνσης

theoharakis-3

Σύμφωνοι. Θα έλεγα, αυτό δεν διαφεύγει, εξολοκλήρου και από τους δανειστές. Πχ ο Σόιμπλε στη συνέντευξή του στα «Νέα» λέει ότι γι’ αυτό η απόφαση του Γιούρογκρουπ είναι ότι η Ελλάδα θα υποστηριχθεί, συγκεκριμένα, για να βγει στις αγορές.
Ναι, αλλά αυτό δεν αποτελεί και λύση. Ας υποθέσουμε, πχ, ότι ξαφνικά έρχεται η Γερμανία και λέει ότι επιτρέπει στην Ελλάδα να δανείζεται και εγγυάται ότι θα την καλύψει. Προσφεύγουμε έτσι στις αγορές, αλλά μειώνουμε μ’ αυτό τον τρόπο το χρέος; Έχεις, επιπλέον, την εντύπωση ότι η κάλυψη του Σόιμπλε για να βγεις στις αγορές θα γίνει χωρίς να ζητηθεί από την Ελλάδα να εντείνει, πχ, το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων για να περάσουν ελληνικά περιουσιακά στοιχεία σε γερμανική ή άλλης χώρας ιδιοκτησία; Ή δεν θα μας ζητήσουν κάποιες «μεταρρυθμίσεις» οι οποίες θα αποδιαρθρώσουν την παραγωγική βάση της οικονομίας; Η βοήθεια θα είναι προσχηματική, μνημόνιο με άλλο τρόπο.

Ποιος δεν το γνωρίζει ότι αυτό θα επιδιωχθεί; Ωστόσο, υπάρχουν περιθώρια, στη βάση της προσπάθειας και των επιδόσεων της οικονομίας, να διευρυνθούν οι βαθμοί ελευθερίας της κυβέρνησης, να χαλαρώσει η επιτροπεία. Έχουμε το παράδειγμα της Πορτογαλίας που παραμένει, βεβαίως, μια υπερχρεωμένη χώρα. Εκεί, παρά τα εμπόδια που της τίθενται, η ανεργία μειώνεται, η λιτότητα χαλάρωσε, οι επενδύσεις αυξήθηκαν, η χώρα δανείζεται κανονικά.
Αυτό συζητάμε τώρα, δηλαδή, αν υπάρχουν οι όροι, με βάση και την απόφαση του Γιούργοκρουπ, να γίνει αυτό εφικτό. Οποιαδήποτε επιστημονικά άρτια ανάλυση βιωσιμότητας χρέους απαιτεί ένα κανονικό σχέδιο ελάφρυνσης. Επίσης, δεν έχει δοθεί καμιά δυνατότητα – αυτό που ονομάζουμε «δημοσιονομικό χώρο» – στην ελληνική κυβέρνηση για να μπορεί να εφαρμόζει οποιαδήποτε πολιτική. Ό,τι πάει να εφαρμόσει οι θεσμοί αμέσως φωνάζουν ότι είναι «μονομερείς ενέργειες» ακόμα και αν δεν αφορούν αυστηρά οικονομικά ζητήματα.

Ανέφικτες αποφάσεις

Η κυβέρνηση επιχειρηματολογεί, ότι ο στόχος να φθάσουμε στο στάτους κανονικής υπερχρεωμένης χώρας υποβοηθείται από τη συμφωνία. Συγκεκριμένα, το πλεόνασμα του 2% και το «ταβάνι» ετήσιων δαπανών για το χρέος 15% του ΑΕΠ ωθούν υποχρεωτικά σε – κάποια – μέτρα ελάφρυνσης του χρέους.
Έχω τη γνώμη ότι έτσι όπως είναι αυτή τη στιγμή η ελληνική οικονομία το 15% για συνολικές δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους είναι, περίπου, στο όριο της επιβίωσης. Και ακριβώς γι’ αυτό το βάζει, διότι το παραπάνω θα ήταν αδύνατο. Μα είναι δυνατό να μιλάμε για 2% του ΑΕΠ έως το 2060; Αυτή η παράλογη απαίτηση από μόνη της συνεπάγεται ότι αντιλαμβάνονται και το ανέφικτο των αποφάσεών τους. Μήπως άραγε διαθέτουμε την ελευθερία να ασκήσουμε πολιτική, συγκεκριμένη κάθε φορά, για να πετύχουμε πλεόνασμα ή έλλειμμα όταν χρειάζεται και μακροπρόθεσμα να πετύχουμε τον στόχο;

Υπάρχει όμως και η ρήτρα ανάπτυξης που αναφέρεται στην απόφαση. Όπως και γενικά μία κάποια έμφαση στην ανάπτυξη.
Βεβαίως. Είναι όμως ακριβώς ρήτρα ανάπτυξης; Είναι μια υπόσχεση. Πρόκειται για μια παλιά ιστορία, η σημερινή κυβέρνηση την είχε ζητήσει από το 2015. Ιστορικά η ρήτρα αυτή εμφανίζεται μεταπολεμικά στην αγγλοαμερικανική δανειακή συμφωνία, ενώ αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της Λέσχης των Παρισίων που διευθετεί ζητήματα χρέους «υπό ανάπτυξη» χωρών. Οι Γάλλοι την έχουν σαν δεύτερη φύση. Δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι οι δανειστές ενδιαφέρονται για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας ώστε να μπορέσουν να ισχυριστούν ότι πέτυχε η λιτότητα και οι «μεταρρυθμίσεις». Θεωρώ, επίσης, ότι θέλουν να μας κερδίσουν και στο ιδεολογικό επίπεδο. Αν και αριστεροί, θα πουν, τους βάλαμε στη μέγγενη και δέχθηκαν την πολιτική μας αλλά πάλι απέτυχαν. Δεν πιστεύω ότι όλοι θέλουν να βγει το πρόγραμμα. Η Γερμανία δεν απομακρύνεται εύκολα από τη λογική του αρνητικού παραδείγματος, της τιμωρίας, να την επιδείχνει και έναντι των εργαζομένων στην ΕΕ και όχι μόνο στα περιφερειακά κράτη που θα ήθελαν να εφαρμόσουν μια άλλη πολιτική. Εντωμεταξύ, υπάρχουν και ταξικές συμφωνίες με τους εγχώριους του μεγάλου κεφαλαίου που λειτουργούν ως εσωτερικός αντίπαλος της κυβέρνησης. Γι’ αυτό, ενώ εφαρμόζουν την εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ, σαν κακής ποιότητας Τσελεμεντέ, με κόστος συχνά στην ποιότητα των προϊόντων ή για κάποιους ταλαίπωρους επαγγελματίες, ταυτόχρονα αποφεύγουν να κάνουν το παραμικρό για να περιορίσουν τα ολιγοπώλια. Τις μεγάλες αλλαγές, εδώ, τις αποφεύγουν όλοι, όμως εδώ θα άλλαζε το τοπίο στην αγορά προϊόντων. Δεν το ακουμπούν, διότι υπάρχει η συνεργασία με την τρόικα εσωτερικού.

 

Η ελληνική οικονομία και η δημοσιονομική αβεβαιότητα

ÃêñÜöéôé óå ôïß÷ï ôçò ÁèÞíáò ìå èÝìá ôï åõñþ, ôçí Ôñßôç 14 Éïõëßïõ 2015. (EUROKINISSI/ÃÉÁÍÍÇÓ ÐÁÍÁÃÏÐÏÕËÏÓ)

Να ξαναρθούμε στην οικονομία, στον τομέα δηλαδή που όντως μπορεί, αν πάει καλά, να μας παράσχει μερικούς πρόσθετους βαθμούς ελευθερίας για να μειωθούν και οι πληγές στην κοινωνία. Πώς πάει; Είπες προηγουμένως ότι έχει δυναμική.
Η οικονομία έχει πράγματι μια δυναμική. Όμως, πρέπει να είμαστε συγκρατημένοι διότι υπάρχουν περιορισμοί. Φέτος ο ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ θα είναι γύρω στο 1,5%, άντε 2% στην καλύτερη περίπτωση. Η αναθεώρηση από την ΕΛΣΤΑΤ του πρώτου τριμήνου ήταν, λίγο, έκπληξη για μένα. Υπάρχουν μια σειρά από δείκτες που δείχνουν μικρά σημάδια ανάκαμψης. Δεν ξέρω ακόμη ποια μπορεί να είναι η επίπτωση από την ίδια την ανακοίνωση της συμφωνίας. Αλλά θεωρώ ότι επειδή το ΑΕΠ έχει μειωθεί κατά το ένα τέταρτο στη διάρκεια της κρίσης, αν υπήρχε πραγματική ανάπτυξη και αναστροφή του κλίματος οι ρυθμοί θα ήταν πολύ μεγαλύτεροι, σχεδόν αλματώδεις. Η ελληνική οικονομία, από τη φύση της, είναι δυναμική. Όμως, η παραγωγική ικανότητά της έχει υποστεί μεγάλη καθίζηση. Επειδή έγινε μεγάλη αποεπένδυση, τόση που δεν μπορούσε να αναπληρώνει τη φυσική απόσβεση του κεφαλαίου, η δυνατότητά της να παράγει είναι πιο μικρή απ’ αυτή προ της κρίσης. Έχουμε χάσει παραγωγικό δυναμικό και υγιές, όχι μόνο προβληματικό. Στην επιστροφή δεν θα παράγεις στο ίδιο επίπεδο με πριν. Η ελληνική οικονομία δεν βρίσκεται στο χάλι που την παρουσιάζουν. Το επίπεδο επιχειρηματικής τεχνογνωσίας και οργάνωσης είναι καλό, ενώ υπάρχει και ένα ανθρώπινο δυναμικό, με γνώση και εξειδίκευση, που δεν το βρίσκεις εύκολα ακόμα και σε αναπτυγμένες χώρες. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι όσο η κρίση βαθαίνει χάνεται παραγωγικό δυναμικό και ανθρώπινο κεφάλαιο. Όσο οι νέοι παραμένουν εκτός εργασίας δεν «μαθαίνουν». Το μεγαλύτερο μέρος της εργασιακής γνώσης δεν το μαθαίνεις από τις σπουδές αλλά από την τριβή στη δουλειά (70% λένε κάποιοι οικονομολόγοι της εργασίας). Έχεις, τώρα, μια γενιά που το έχασε αυτό. Ένα μεγάλο μέρος της νεολαίας, εντωμεταξύ, αποκαρδιώνεται διότι ενώ κόπιασε να αποκτήσει γνώσεις δεν μπορεί να τις αξιοποιήσει. Η δική μας γενιά, αμέσως μετά τη μεταπολίτευση, δεν είχε αυτό το πρόβλημα. Το δεύτερο μεγάλο κομμάτι, που είναι εξαιρετικά προβληματικό, είναι ότι μεγάλο μέρος του ειδικευμένου δυναμικού φεύγει στο εξωτερικό. Παρά ταύτα η ελληνική οικονομία παραμένει δυναμική. Αν είχαν δημιουργηθεί οι προϋποθέσεις μέσα από μια πιο λογική και λιγότερο «απάνθρωπη» συμφωνία του Γιούργοκρουπ, πχ, εάν κάναμε μια μείωση του χρέους σε ένα βαθμό που να είναι πειστικό ότι γίνεται βιώσιμο, με μια διαδικασία που θα φτιαχτούν εργασιακές σχέσεις που δεν θα είναι ο παλιός αχταρμάς αλλά ένα πλαίσιο που θα είναι μεν υπέρ της επιχειρηματικότητας αλλά θα σέβεται τις πολιτικές αποφάσεις, για θεμελιώδη ζητήματα, προστασίας των εργαζομένων γενικότερα. Όταν το πλαίσιο, στο οποίο καλείται να ανοίξει μια επιχείρηση, είναι σταθερό θέματα όπως ο φορολογικός συντελεστής έχουν μικρότερη σημασία. Η δημοσιονομική αβεβαιότητα είναι το πρόβλημα. Η δημοσιονομική ύφεση ωθεί τις κυβερνήσεις να αλλάζουν τα περί φορολογίας. Αν όμως γνωρίζουμε την αναπτυξιακή προοπτική μπορούμε να πούμε τότε βάσιμα ότι στο μέλλον θα κόψουμε το ποσοστό των ασφαλιστικών εισφορών, ποσοστό του ΦΠΑ, κ.τ.λ. Διότι θα γνωρίζουμε σε ποιο πλαίσιο θα προχωρήσει η οικονομία.

Τώρα αυτό ως προοπτική γιατί δεν είναι εφικτό; Ακόμη και σ’ ένα δύσκολο πεντάμηνο, όπως αυτό Ιανουάριο – Μάιο, πλήθος στοιχείων της πραγματικής οικονομίας είναι θετικά.
Δεν είναι εφικτό έτσι όπως αναγκάζεται να προχωράει η οικονομία. Για να γίνει αυτό χρειάζονται προϋποθέσεις. Αν θα έχει σχηματισθεί το μακροοικονομικό περιβάλλον, αν μπει μπροστά μια αναπτυξιακή δυναμική, τότε στην επόμενη φάση θα μπορεί να πει κανείς ότι θα μπορεί να μειωθούν τα κόστη της οικονομίας ως ποσοστό του ΑΕΠ, βελτιώνοντας τη λειτουργία του κράτους να παρέχει καλύτερες υπηρεσίες και την ίδια στιγμή να μπορεί να βάλει ένα σχέδιο ανάπτυξης με βάση το οποίο θα μπορεί μακροπρόθεσμα να λέει τι θα μειώσει. Αλλά για να μπορεί να το πει αυτό πρέπει να μπορεί να πείσει ότι δεν θα μειωθούν τα έσοδά του, άρα θα πρέπει να έχει μπει μπροστά η αναπτυξιακή προοπτική. Όμως οι δανειστές, με τα μέτρα που επιβάλλουν, δεν σε αφήνουν. Πώς μπορεί να γίνει αυτό με 2% πλεόνασμα έως το 2060; Αν αυτό το όριζαν ως κίνητρο, πχ, για την ανάπτυξη, να μειώσεις τον ΕΝΦΙΑ, να αυξήσεις τις δαπάνες στην παιδεία κτλ. Δεν έχει λυθεί ακόμη το πρόβλημα των τραπεζών και είναι το μεγάλο βαρίδι της οικονομίας. Το κόστος του κεφαλαίου είναι πάρα πολύ υψηλό για τις επιχειρήσεις και μάλιστα επειδή πολλές έχουν ζημιά δεν μπορούν να αποπληρώσουν τα δάνειά τους, δημιουργώντας φαύλους κύκλους, μπαίνοντας σε ειδικές διαπραγματεύσεις για τις τράπεζες. Μπορεί, λοιπόν, να περάσει κανείς μέσα απ’ όλα αυτά μέσα από μια διαδικασία που δεν θα αλλάξει, εντέλει, την διανομή του εισοδήματος μέσα στην Ελλάδα; Φοβάμαι ότι αυτό, τελικά, θα γίνει σε βάρος των ασθενέστερων οικονομικά τάξεων.
 Όλα αυτά, ωστόσο, επιχειρείται να τα αντικρούσει η πολιτική που ασκεί η κυβέρνηση. Δεν έχει, δεν θα έχει αυτό ένα αποτέλεσμα; Υπάρχει μπροστά μας ένα δεύτερο ημίχρονο.
Προφανώς, η κυβέρνηση δεν κάθεται με σταυρωμένα τα χέρια, καθώς πρόκειται για μια κυβέρνηση που έχει εντελώς διαφορετικές κοινωνικές ευαισθησίες απ’ αυτό που επίκειται. Ο δικός μου φόβος είναι ότι τα προαπαιτούμενα του μνημονίου είναι τέτοια που δεν δίνουν τη δυνατότητα στην ελληνική κυβέρνηση – σε καμία ελληνική κυβέρνηση που έχει αποδεχθεί μια τέτοια συμφωνία – να πάρει τα κατάλληλα μέτρα για να επιτευχθούν όλα όσα αναφέραμε. Εξαρτάται από την άλλη πλευρά. Την ποσοτική χαλάρωση, πχ, δεν την έδωσαν. Παρακολουθώ τους μικρούς θετικούς οικονομικούς δείκτες, αλλά τις βλέπω ως Αλκυονίδες μέρες χωρίς να σημαίνει καλοκαίρι. Μπορεί κάτι τέτοιο από μόνο του να δημιουργήσει ένα σπιράλ θετικό; Δύσκολο. Μακάρι η απαισιοδοξία μου να διαψευσθεί από τις εξελίξεις. Θα ήμουν ο πρώτος που θα χαιρόταν να έβλεπε την ανάλυσή μου να διαψεύδεται, αλλά δυστυχώς δεν μπορώ να στηρίξω ορθολογικά την επιθυμία μου.