Συνδηλώσεις, υποδηλώσεις και πύκνωση

Θανάσης Βαλτινός
«Επείγουσα ανάγκη ελέου»
Εκδ. Εστία
Δεκ. 2015

Μέσα στο κλίμα της κρίσης και συνακόλουθα, της θάλλουσας “πεζογραφίας της κρίσης”, η πρώτη εντύπωση, που δημιουργεί ο τίτλος του καινούριου βιβλίου του Θανάση Βαλτινού, είναι ότι παραπέμπει –το πιθανότερο με ειρωνική διάθεση– στην έκκληση βοηθείας, που απευθύνει κάθε τόσο η χώρα προς τις ποικιλώνυμες έξωθεν δυνάμεις. Η καταφυγή στον αρχαίο τύπο της λέξης, αρσενικού γένους δευτερόκλιτου, ουδόλως ξενίζει, αν πρόκειται για αναγνώστες του επιπέδου που προϋποθέτουν τα βιβλία του, οι οποίοι, το πρώτο, που ανακαλούν, είναι το αριστοτέλειο “δι’ ελέου και φόβου”, και όχι βεβαίως, “τις αδελφές του ελέους”. Και με άλφα γιώτα, όμως, να ήταν γραμμένη η λέξη, και πάλι, στα δεινά της χώρας παραπέμπει το πρώτο άκουσμα αυτής της παρακλητικής αίτησης για έλεος ή και για έλαιο. Τουλάχιστον έτσι, το πιθανότερο να το εκλάβουν πρεσβύτες με κατοχικές μνήμες ή και νεότεροι σινεφίλ, ως αυτοαποκαλούνται, που θυμούνται την ημίγυμνη, ακόμη έφηβη, εκπορνευόμενη Χρυσόθεμη του αγγελοπολικού «Θιάσου», με “τα στήθη της σαν μισά καρύδια”, να εκλιπαρεί τον μαυραγορίτη λαδέμπορο για λίγο λαδάκι.
Δεν πρόκειται, ωστόσο, για εφεύρημα του συγγραφέα κατά την εποχή της κρίσης, αφού είναι τίτλος διηγήματος δημοσιευμένου το 2007. Εξαρχής, όχι πρωτότυπος, αλλά δάνειος από μία μαρτυρία διάσωσης πολυμελούς οικογένειας της Εβραϊκής Κοινότητας Θεσσαλονίκης, Απρ. 1943, όταν είχε αρχίσει η απέλασή τους στα γερμανικά στρατόπεδα. Σώζεται στα Αρχεία, με ακέραια τα πραγματολογικά στοιχεία και τα ονόματα. Μόνο που οι αρχειοθετημένες μαρτυρίες παρέχουν στατιστική εικόνα του συνόλου, αφήνοντας τον μικρόκοσμο της κάθε οικογένειας σε χαοτική θέση. Όχι με την κατά Ησίοδο μυθολογική σημασία της λέξης, αλλά με εκείνη της Φυσικής, του “μη προβλέψιμου” και της αταξίας.
“Το χάος που σκεπάζουν οι λέξεις”, σύμφωνα με το μότο του βιβλίου. Είναι οι λέξεις, που δίνουν μορφή στην ιστορία τριών οικογενειών, μέσω της αφήγησης μιας κόρης της δεύτερης γενιάς, που συνιστά το σημείο σύζευξής τους: όντας εκ πατρός Λεών, εκ μητρός Μόλχο και εκ συζύγου Καμχή. Ο τίτλος του διηγήματος είναι η φράση του τηλεγραφήματος, που έστειλε “ο διανοούμενος της οικογένειας” και κεφαλή της Ζακ Λεών. Εκείνος, ευτυχώς, δεν σταύρωσε τα χέρια, το έσκασε από το γκέτο και εξέπεμψε ικεσία βοηθείας. “Διάβαζε τις γραφές”, γνώριζε το “ελέω Θεού”, αλλά το αντιλαμβανόταν στην αρσενική, την ενεργητική, και όχι την ουδέτερη, εκδοχή του. Αυτό το παλαιότερο διήγημα τοποθετείται ως το “εξόδιο” της συλλογής.
Σε συμμετρία με το “εισόδιο”, «Φουραντάν», που, επίσης, εστιάζει στην οικογένεια, και πάλι, με κεντρικό πρόσωπο την κεφαλή της. Μία πενηντάρα, κοντά είκοσι χρόνια χήρα, με τρεις θυγατέρες και τον “μικρό γιο”, η οποία και αυτή, με τον τρόπο της, διαφυλάσσει την οικογενειακή συνοχή, που, στη δική της περίπτωση, ταυτίζεται με την τιμή των κοριτσιών. Ακόμη ένας τίτλος, που ξενίζει. Πρόκειται, ωστόσο, για γνωστό εντομοκτόνο, με ισχυρή τοξική δράση, που μπορεί να επιφέρει τη δηλητηρίαση οικόσιτων ζώων. Σε αγροτικές περιοχές, χρησιμοποιείται συχνά προς επίλυση των διαφορών, που αυτά δημιουργούν, στέλνοντας τον θύτη στα δικαστήρια. Στη διαδικασία της ανάκρισης, θυμώδεις τύποι εξεγείρονται. Αντιθέτως, η μητέρα της ατιμασμένης κόρης, μετά το θάνατό της από φακές λαδωμένες με ικανή ποσότητα από το εν λόγω χημικό παρασκεύασμα, διατηρεί την ψυχραιμία της, όπως υποδηλώνουν οι απαντήσεις της. Σταράτες κουβέντες, διαφωτιστικές, που αποκαθιστούν την τάξη στο χάος των παθών. Ο συγγραφέας επιλέγει το χωριό να είναι κοντά στον Πύργο Ηλείας, υιοθετώντας το κλισέ του ρέποντα προς την αιμομιξία Πυργιώτη, καθόσον διακορευτής είναι ο κουνιάδος της.
Ο Βαλτινός παίζει με τη δισημία λέξεων και φράσεων, αδιαφορώντας για την καταγωγή τους και κρατώντας, ως μόνο γνώμονα, τα ευτυχή παντρέματα σε τίτλους, μότο και θέματα. Για αυτήν την τρίτη συλλογή, επιλέγει τίτλο με υποψία θρησκευτικότητας, όπως αυτός της πρώτης του 1992, «Θα βρείτε τα οστά μου υπό βροχήν», εκείνη με δώδεκα διηγήματα, δημοσιευμένα κατά την πρότερη 32ετία. Αλλά και με καθαρευουσιάνικη υφή, που χαρακτηρίζει τελικά την διηγηματική του τριάδα, όπου η ενδιάμεση συλλογή, αυτή του 2003, «Εθισμός στη νικοτίνη», με επίσης δώδεκα διηγήματα, συμπεριλαμβάνει κατ’ εξαίρεση, το ομότιτλο, δημοσιευμένο το 1979.

Το αρχιτεκτόνημα

Στην πρόσφατη συλλογή, δίνει ιδιαίτερη προσοχή στη δομή. Αυτό γίνεται, ως ένα βαθμό, εμφανές στον τρόπο, με τον οποίο ομαδοποιεί και παρατάσσει τα διηγήματα, ενθέτοντας ενδιαμέσως, ως εισαγωγικά στις επιμέρους ενότητες διηγημάτων, ποικίλα μότο. Μέχρι και αφιερώσεις προσθέτει στα δημοσιευμένα διηγήματα, κρυπτικές, σε αντίθεση με τους νεότερους, που δίνουν ονοματεπώνυμο μην και χαθεί ο παραλήπτης. Όλο αυτό συνιστά ένα συγγραφικό παιχνίδι, πολύ πιο ενδιαφέρον από τη χρήση της διακειμενικότητας, που έχει καταλήξει μηχανιστική. Μόνο που, κρίνοντας από τις παρουσιάσεις του βιβλίου, μάλλον δεν εκτιμάται αντίστοιχα. Ωστόσο, το πώς συντέθηκε το κειμενικό αρχιτεκτόνημα προϊδεάζει για την ποιότητά του.
Προ τετραετίας, ο Βαλτινός είχε δημοσιεύσει ένα διήγημα, με τον τίτλο «Τρίπτυχο», που αποτελείτο από τρεις μυθοπλαστικές συνθέσεις, με κατά σειρά τίτλους: «Ειδύλλιο», «Βενέτα Σλάβεβα Στοΐλκοβα», «Η μνήμη των σωμάτων». Διήγημα, ενδιαφέρον ως σύνθεση, που, ενδεχομένως, έδωσε την ιδέα για τον τρόπο δόμησης της συλλογής από τα δέκα επτά δημοσιευμένα διηγήματα, μαζί με τέσσερα, που γράφτηκαν εντός της τελευταίας διετίας. Μετά το “εισόδιο” διήγημα, παρατάσσονται πέντε Τρίπτυχα διηγημάτων, όπου το καθένα συμπληρώνεται με ένα τέταρτο διήγημα μεγαλύτερης έκτασης. Τα διηγήματα των Τριπτύχων είναι σύντομα, το πολύ δυο σελίδες, που σημαίνει πως δεν υπερβαίνουν τις 300 λέξεις, ενώ τα “εξόδια” κυμαίνονται από τρεις μέχρι και δεκαπέντε σελίδες. Με άλλα λόγια, οι ιδεατές διαστάσεις και αναλογίες, ώστε να λανσαριστούν, τα μεν, ως τα μπονσάι του Βαλτινού, τα δε, ως τα βαλτίνια κατά Ρέιμοντ Κάρβερ. Αυτά τα δεύτερα, λίγο χαριστικά, καθώς του Βαλτινού υπολείπονται. Εννοούμε, βεβαίως, ως προς το μήκος. Άλλωστε, την σήμερον, αυτό συνιστά το κυρίως κριτήριο των όποιων, κατά κανόνα, ατυχών συγκρίσεων, όπως η εν λόγω μεταξύ ελληνικής και αγγλόγλωσσης εκδοχής του λογοτεχνικού είδους του διηγήματος.

Θηλυκή πρόκληση

Όπως και να έχει, για τη δόμηση των Τριπτύχων, διαλύθηκε  το αρχικό «Τρίπτυχο» εις τα εξ ων συνετέθη. Τα τρία μέρη του αποτέλεσαν τμήματα τριών Τριπτύχων: το πρώτο και το τρίτο εντάχθηκαν, αντιστοίχως, στο Τρίπτυχο Γ΄ και Τρίπτυχο Α΄, ενώ το μεσαίο, στο Τρίπτυχο Δ΄. Κατά την ανασύνθεση, ο συγγραφέας έφερε μόνο δυο φραστικές αλλαγές στα δυο πρώτα. Σχολιάζοντας προ καιρού το αρχικό διήγημα, είχαμε προτείνει, για το πρώτο και το τρίτο, ως κοινό τίτλο, το “θηλυκή πρόκληση”. Αυτός ο τίτλος θα ταίριαζε στο «Τρίπτυχο Γ΄», με πρώτο διήγημα το «Ειδύλλιο». Η πρόκληση του θηλυκού, με ή χωρίς ουρά, εγχώριας ή βρετανικής προέλευσης, αποτελεί εδώ το ενοποιητικό στοιχείο. Το πρώτο διήγημα περιγράφει τη χάρη του αιλουροειδούς, όπου οι προδοτικοί του είδους προσδιορισμοί, “με την ουρά ορθωμένη” ή “με την ουρά ψηλά”, έχουν υποκατασταθεί με το “φερμάροντας”. Εύστοχη επιλογή, καθώς, προσηλώνοντας το βλέμμα σε κάποιον σαν αυτός να είναι ο μοναδικός, συνιστά την τακτική όλων των θηλυκών, όταν επιδιώκουν να προσδώσουν μεγαλύτερη ένταση στο ξεκίνημα ενός ειδύλλιου.
Δεύτερο διήγημα το «Φρειδερίκος Γιόχαν Δάινερ», όπου ο τίτλος είναι το όνομα του κεντρικού προσώπου, ενός λεβαντίνου ρολογά, με κατάστημα σε γνωστό δρόμο του άλλοτε Δυτικού Βερολίνου. Επινοημένο, υπάρχουν, πάντως, τουλάχιστον δυο υπαρκτά πρόσωπα με αυτό το επίθετο: ο Ιωάννης Δάινερ, που μετέφρασε το βιβλίο του Μπόυερμαν για την Τρίπολη, και ο Φρειδερίκος Δάινερ, με χρησιμότατο την σήμερον επάγγελμα. Το βασικό, όμως, είναι το άνοιγμα του διηγήματος, με την πρόκληση της άγουρης έφηβης. Παρομοίως, το τρίτο διήγημα, «Λιγνή μακρυπόδαρη Έβελυν», έχει κύριο θέμα το γεφύρι της Πλάκας, που “ζευγνύει τον Άραχθο” και άντεξε την υπογραφή της ομώνυμης ιστορικής συμφωνίας στις 29 Φεβ. 1944, της πλάκας, όπως αποδείχτηκε, αλλά το οποίο ενέδωσε στις περσινές πλημμύρες. Ωστόσο, το ψαχνό του διηγήματος βρίσκεται στο κλείσιμο, με την “έκρηξη”, όχι από την ανατίναξη του γεφυριού, που σχεδίαζαν οι Γερμανοί, ούτε του Κρις Γουντχάουζ, εγκέφαλου της ναυαγισμένης συμφωνίας, αλλά την σφοδρότερη, τουλάχιστον για την ανεξοικείωτη, κι αυτή εκ Μεγάλης Βρετανίας, Έβελυν. Σε αυτά, προστίθεται το “εξόδιο” και εκτενέστερο, «Κάσια Φράγκου», που απλώνει το φάσμα της θηλυκής πρόκλησης ως την αυτοχειρία.

Αισθησιασμός

Ο τίτλος του τρίτου διηγήματος του διαμελισθέντος «Τριπτύχου», «Η μνήμη των σωμάτων», αποδίδει το ενοποιητικό στοιχείο του νέου Τριπτύχου Α΄, όπου τοποθετείται τρίτο στη σειρά. Σε αυτό, είναι η μνήμη του αφηγητή, που συγκρατεί μια συνεύρεση στον δικό του ιδιωτικό χώρο, “ψηλά ένα μεγάλο μπαλκόνι”, με ένα δύσκολο θηλυκό. Αντίστοιχα, στο πρώτο διήγημα, η μνήμη “του θείου του Ζαχαρία”, ενώ, στο δεύτερο, η μνήμη ερασιτέχνη φωτογράφου, που “ιδιαίτερα του αρέσει να φωτογραφίζει γυναίκες”. Με τίτλο το μοντέλο της μηχανής, του 1984, ο αφηγητής αναφέρεται σε “σειρά φωτογραφιών”, χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση για ποια “σειρά” πρόκειται. Υπάρχει, ωστόσο, το εισαγωγικό μότο στο Τρίπτυχο, που συνιστά ετεροχρονισμένη παραπομπή στο διήγημα της προηγούμενης συλλογής, «Agnes: Τριάντα καρέ». Τέλος, στο “εξόδιο” του εν λόγω Τριπτύχου, ξεδιπλώνεται η μνήμη μιας ογδοντάρας από τους έρωτες της “άτακτης” ζωής της.
Από το αρχικό «Τρίπτυχο» απομένει το μεσαίο διήγημα, με τίτλο, το όνομα της Βουλγάρας παραδουλεύτρας, κι αυτό τριμελές όπως του ρολογά, πρώτο του Τριπτύχου Δ΄. Σε αυτό, ένα εμφανές ενοποιητικό στοιχείο είναι, πως πρόκειται για ανθρώπους, που βρίσκονται μακριά από τον τόπο τους. Οι δυο από αυτούς, η Βουλγάρα από την “πρώην Τζουμαγιά” και ο ναυτικός, έχουν την έγνοιά τους σε εκείνους που άφησαν πίσω, εγγόνια, μητέρα. Ενδιαμέσως, τοποθετείται το ανέκδοτο ερωτικό, «Από ροζ γρανίτη», με μια τριμελή συντροφιά, το γνωστό ιψενικό τρίγωνο και παλαιότερων βιβλίων, σε ταξίδι αναψυχής στην Αίγυπτο. Το διήγημα εστιάζει σε μία σκηνή διάχυτου αισθησιασμού, στο πρότυπο εκείνης στο διήγημα «Η μνήμη των σωμάτων». Εδώ, όμως, είναι εντονότερη η λαγνεία, καθώς η τολμηρή περίπτυξη τοποθετείται σε παροντικό χρόνο και δημόσιο χώρο. Η περιγραφή, και πάλι ανακόπτεται στο όριο του πορνικού. Μόνο που το “cut” δεν το επιτελεί η μνήμη, αλλά ανεπιθύμητοι εισβολείς.
Στο “εξόδιο” του Τριπτύχου ξεδιπλώνεται η ιστορία μιας ζωής, όχι μοναχικής, όπως σε εκείνα των δυο προηγούμενων, αλλά του βίου ενός ζευγαριού, που αντέχει μισό αιώνα, χωρώντας, για τον νομιμόφρονα Τριπολιτσιώτη σύζυγο, από το κυνηγητό του Περκεζέ μέχρι την παλιννόστησή του από την Αμερική στα τέλη της πλούσιας σε ελέη δεκαετίας του ’90. Εναπομένουν δυο Τρίπτυχα: Το «Τρίπτυχο Β΄», που συντίθεται με μία δημοσιευμένη τριπλέτα διηγημάτων, όπου, και στα τρία συν το “εξόδιο”, προβάλλει η οικογένεια, ως γαμήλια ή και ματαιωμένη προοπτική. Και το «Τρίπτυχο Ε΄», με τρία ανέκδοτα, που έχει ως μοτίβο, κρύφιους έρωτες και στανικές παντρειές.

Αυτή η γυναίκα

Τα μότο, ένα για κάθε Τρίπτυχο και χωριστά, ένα δεύτερο, για κάθε “εξόδιο”, είναι σύντομες ημερολογιακές σημειώσεις, των δυο σειρών, αποφθεγματικές, όπως ορισμένες σκόρπιες στο προ 15ετίας βιβλίο του, «Ημερολόγιο 1836-2011». Σε αυτές, παρεισφρέουν ένας ευαγγελικός λόγος ή μία φράση από ψαλμό του Δαβίδ, ποικίλματα ταιριαστά στα συμφραζόμενα των διηγημάτων, όπως και οι μυθολογικής υφής παρεκβάσεις της αφήγησης. Συνοψίζοντας, αναγκαστικά λόγω χώρου, παρότι απέμειναν πλείστα όσα ερεθίσματα για περαιτέρω σχολιασμό, πρόκειται για μία συλλογή διηγημάτων, σχεδόν αποκλειστικά ερωτική. Με ελάχιστες σκόρπιες αναφορές σε “κλαρίτες”, όπως οι λήσταρχοι “Μπαμπαλήδες Πάντος και Λεωνίδας”, ή και σε πολέμαρχους του ’40, ως υπόμνηση της σταθερά μετα-αναθεωρητικής οπτικής του συγγραφέα.
Ένας τίτλος, όχι ωραίος ως τίτλος, όπως αυτοί, που ο συγγραφέας επέλεξε για τις συλλογές, αλλά συναφής με το περιεχόμενo της πρόσφατης, θα ήταν, «Αυτή η γυναίκα», σε αντιστοιχία με  τον τίτλο του πρώτου διηγήματος στο Τρίπτυχο Α΄, «Αυτή η Γαλλίδα». Σε εκείνο, εκφράζει την εικόνα που είχε ο πελοποννήσιος, αλλά και ευρύτερα ελληνικός, περίγυρος, για τη Γαλλίδα. Ένα άλλο διήγημα, με τίτλο, «Ένα κόκκινο τριαντάφυλλο», θα μπορούσε να επιγράφεται «Αυτή η Γερμανίδα», καθώς δίνει, μέσω της στιχομυθίας με τον αφηγητή, την εσωτερική αίσθηση της γυναικείας υπόστασης, ειδικότερα, μιας σκληρής, και με τον εαυτό της, Γερμανίδας.
Στα υπόλοιπα, είναι η Ελληνίδα, ως τρίπτυχο: “άψογη σύζυγος”, “πενήντα έξι χρόνια χήρα με τις δυο βέρες στον δεξή παράμεσο”, “η φωτιά” στο χάιδεμα. Μέσα, όμως, από αυτό, βγαίνει ο αφηγητής. Αυτός, με την αλλοτινή έννοια, σήμερα παρεξηγημένη έως και κατηγορηματική, είναι ο Έλληνας αρσενικός. Κτητικός, λατρεύει τη γυναίκα, την καλή στο σεξ. Αν και η συχνή εστίαση σε παρελθοντικές σχέσεις, κατά κανόνα, κρυφές και φευγαλέες, ακόμη, ο τρόπος που περιγράφει τη φθορά σωμάτων και αισθημάτων, δίνει στο βιβλίο πνοή μελαγχολίας. Όμοια με την καβαφική «Μελαγχολία του Ιάσωνος Κλεάνδρου..», που μνημονεύεται σε ένα από τα διηγήματα. Ωστόσο, οι πρώτοι στίχοι (“Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου.” “Πληγή από φρικτό μαχαίρι.”), χωνεμένοι σαν πρελούδιο στο διήγημα, υποδηλώνουν τη θήλεια “βιολογική απαξίωση”. Σε αντίθεση με τον αφηγητή, που μένει “Μάστορας”, λάγνος και λατρεμένος.
Τελικά, η δυστυχία του Βαλτινού δεν είναι που γεννήθηκε Έλληνας και δεν πήρε ακόμη το Νόμπελ. Το πρόβλημα, με πιο στενή έννοια, βρίσκεται αλλού. Παρά τα θαυμαστικά και βαρύγδουπα που του γράφουν, δεν κρίθηκε ως σήμερα άξιος του Κρατικού Βραβείου Διηγήματος. Ειρωνεία ή σύμπτωση; Μάλλον το δεύτερο. Η μορφή πάντως, όσο και η αφηγηματική τεχνική πύκνωσης  του Βαλτινού, έχουν αγγίξει την κορύφωση. Χωρίς αμφιβολία κρατάει ενεργά την ηγεμονία στη διηγηματογραφία. Ασυγκράτητος όμως, να δούμε στην επόμενη συλλογή προς τα πού θα γείρει και τι νέα “αφηγηματικά κόλπα”  φυλάει στην κωλότσεπη.

Μ. Θεοδοσοπούλου