Σύγκρουση για το ωράριο των νοσοκομειακών γιατρών

farmako

Υπερψηφίστηκε την περασμένη Πέμπτη από τον ΣΥΡΙΖΑ και τους ΑΝΕΛ το νομοσχέδιο για την αλλαγή του ωραρίου των γιατρών και των οδοντιάτρων στα νοσοκομεία, που ενσωματώνει σχετική ευρωπαϊκή οδηγία του 2003, εν μέσω όμως σημαντικών αντιδράσεων, με τους γιατρούς να προχωρούν σε στάση εργασίας την περασμένη Τετάρτη και σε απεργία τη μέρα ψήφισης.
Το νομοσχέδιο ήρθε στο κοινοβούλιο με τη μορφή του επείγοντος, προκειμένου να αποφευχθεί η καταβολή προστίμου 150 εκατ. στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή λόγω της μη συμμόρφωσης χρόνων με την οδηγία, γεγονός που προκάλεσε και τις πρώτες αντιδράσεις τόσο από τα υπόλοιπα κοινοβουλευτικά κόμματα, όσο και από τις ιατρικές οργανώσεις.
«Τον Μάιο του 2017 μας παρουσιάστηκε από το υπουργείο Υγείας το προσχέδιο νόμου, χωρίς προηγούμενο διάλογο, με το οποίο διαφωνήσαμε. Δεσμεύτηκε τότε ο υπουργός ότι θα υπάρξουν βελτιώσεις και θα μας το ξαναστείλει για διάλογο, γεγονός που ουδέποτε έγινε, παρότι το ζητούσαμε από τον Σεπτέμβρη. Την 1η Νοεμβρίου απλά μας έδωσε το νομοσχέδιο, και τώρα ψηφίστηκε ως επείγον. Δεν είναι δυνατόν ένα τόσο σοβαρό ζήτημα να κρίνεται με fast track διαδικασίες», περιγράφει στην «Εποχή» ο Παναγιώτης Παπανικολάου από την Ένωση Ιατρών Νοσοκομείων Αθηνών και Πειραιά (ΕΙΝΑΠ).

Οι αλλαγές

Μέχρι τώρα οι γιατροί δούλευαν πενθήμερο συνεχές, πρωινό 7ωρο και, ανάλογα τη ζώνη που βρίσκεται το νοσοκομείο, διαμορφώνονταν και οι εφημερίες. Για τις μεγάλες πόλεις προβλέπονταν 4 ενεργείς 24ωρες εφημερίες (μέσα στο νοσοκομείο δηλαδή) το μήνα και 2 εφημερίες ετοιμότητας (εκτός νοσοκομείου και καλούνται εφόσον χρειαστεί). Οι ειδικευόμενοι είχαν το ίδιο ωράριο, αλλά με 7 ενεργείς 24ωρες εφημερίες το μήνα (χωρίς ετοιμότητας). Για όσους εφημέρευαν, την επόμενη μέρα προβλεπόταν ρεπό.
Στόχος του νομοσχεδίου, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση, είναι «ο σεβασµός του χρόνου εργασίας των ιατρών» και η προφύλαξή τους «από τυχόν ανακύπτοντα προβλήµατα της υγείας τους, που οφείλονται στην µακροχρόνια, πολύωρη παραµονή και παροχή υπηρεσιών υγείας σε ένα εργασιακό περιβάλλον έντασης εργασίας και στρες», ενώ με αυτόν τον τρόπο κατ’ επέκταση προφυλάσσεται και η υγεία των ασθενών, καθώς δεν θα γίνονται λάθη λόγω κούρασης.
Συγκεκριμένα, προβλέπεται ο χρόνος εργασίας να είναι πενθήμερο συνεχές, πρωινό 7ωρο, με εφημερίες που δεν θα ξεπερνούν συνολικά τις 12 ώρες την ημέρα. Δηλαδή πρόκειται είτε για υπερωρίες 5 ωρών μετά το τακτικό ωράριο, είτε για 12ωρη βραδινή εφημερία, είτε για 12ωρη εφημερία το Σαββατοκύριακο και τις αργίες. Σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να ξεπερνιούνται οι 48 ώρες εργασίας την εβδομάδα, ενώ πρέπει να υπάρχει 12ωρη ανάπαυση ανάμεσα σε κάθε βάρδια των γιατρών. Λόγω, όμως, της έλλειψης προσωπικού, προβλέπεται πως για τρία χρόνια θα μπορεί να ισχύσει ρήτρα εξαίρεσης, με τις ώρες εργασίας να δύναται να φθάσουν τις 60 εβδομαδιαίως, αν δεχθεί ο κάθε γιατρός να υπογράψει σχετική ατομική σύμβαση (χωρίς καμία κύρωση σε περίπτωση που δεν το κάνει, σημειώνεται στο νομοσχέδιο).

Οι αντιδράσεις

Το τελευταίο αυτό σημείο προκάλεσε και την κυριότερη αντίδραση των ιατρικών ενώσεων, και των υπόλοιπων κομμάτων, καθώς κρίνεται πως «ιδίως στις περιπτώσεις των ειδικευόμενων θα υπάρξουν πιέσεις για υπογραφή αυτών των συμβάσεων από τους διοικητές των νοσοκομείων, φθάνοντας να δουλεύουν συνεχόμενα 12ωρα, χωρίς ούτε τη δυνατότητα ρεπό μετά από τις εφημερίες», εξηγεί ο Παναγιώτης Παπανικολάου.
Ένα ακόμα πρόβλημα του νομοσχεδίου εκτιμάται πως είναι το σπάσιμο των εφημεριών σε βάρδιες. Αναμένεται να προκαλέσει δυσλειτουργία των νοσοκομείων, γιατί δεν προβλέπεται χρόνος παράδοσης των περιστατικών, με κάποιον από τους δύο γιατρούς (είτε αυτού που φεύγει, είτε αυτού που έρχεται για την επόμενη βάρδια) να πρέπει να δουλέψει εκτός του ωραρίου του, χωρίς να γνωρίζουν αν θα καλύπτεται τόσο οικονομικά, όσο και σε θέμα απόδοσης ευθύνης σε περίπτωση λάθους. «Ιδίως στα χειρουργεία θα δημιουργηθεί μεγάλο πρόβλημα. Τι θα γίνεται; Θα πραγματοποιείται η μισή εγχείριση από έναν γιατρό, και η άλλη μισή από άλλον, αφού απαγορεύεται αυτός που κάνει την απογευματινή εφημερία να κάνει και τη βραδινή;», περιγράφει ο γιατρός από την ΕΙΝΑΠ.
Ταυτόχρονα, βάσει του νέου νόμου οι εφημερίες ετοιμότητας δεν πρόκειται να πληρώνονται, παρά μόνο αν όντως κληθεί ο γιατρός στο χώρο εργασίας, με τις ενώσεις να κατηγορούν την κυβέρνηση ότι εισάγει με αυτόν τον τρόπο ελαστικές σχέσεις εργασίας, με τη δημιουργία ενεργού και ανενεργού χρόνου δουλειάς. Τελικά το εδάφιο αποσύρθηκε, με τον υπουργό Υγείας, Ανδρέα Ξανθό να δηλώνει στη Βουλή ότι «με το συνεχές και πρωινό 7ωροη, 5νθήμερο δείχνουμε ότι δεν επιθυμούμε καμία ελαστικοποίηση των σχέσεων εργασίας. Για να μην υπάρχει όμως η παραμικρή υποψία, αποσύρουμε το εδάφιο. Οποιαδήποτε εργασία πέραν αυτού του 7ωρου θεωρείται υπερωριακή και θα αμείβεται». «Ο ορισμός της εργασιακής βαρβαρότητας είναι η υποχρέωση της συνεχούς 24ωρης εργασίας και πολλές φορές 48ωρης. Αυτός είναι ο ορισμός της εργασιακής ζούγκλας και αυτό καταργούμε», συνέχισε.
Παρόλα αυτά, προκειμένου να είναι δυνατή η εφαρμογή του νόμου, αναγνωρίστηκε και από τον αναπληρωτή υπουργό Υγείας, Παύλο Πολάκη, ότι πρέπει να γίνουν άμεσες προσλήψεις, προκειμένου να προφυλάσσεται και το ωράριο των γιατρών, αλλά και να μπορούν να λειτουργήσουν τα νοσοκομεία.
«Για να λειτουργήσει ανθρώπινα το σύστημα και με ασφάλεια για τους ασθενείς πρέπει να γίνουν οι απαραίτητες προσλήψεις, που εκτιμώνται στις 8.000, και που τόσο διάστημα υποστηρίζεται και από το υπουργείο Υγείας ότι χρειάζονται. Αλλά όλο ακούμε για προκηρύξεις, χωρίς να βλέπουμε ποτέ τις προσλήψεις» σημειώνει και ο Π. Παπανικολάου από την ΕΙΝΑΠ, υποστηρίζοντας πως οι κινητοποιήσεις θα συνεχιστούν, με συνεδριάσεις τις επόμενες μέρες για πιθανή μαζική ανυπακοή στο νόμο. Ενώ υπενθύμισε τα αιτήματα του κλάδου για πενθήμερο 6ωρο πρωινό ωράριο και μία ενεργό εφημερία την εβδομάδα, με ρεπό την επόμενη μέρα.

Τζ. Α.

 

 

Εκβιαστική απόσυρση φαρμάκου από πολυεθνική

farmako-deyteor-thema

Την έντονη ανησυχία σε ασθενείς με ανεγχείρητο μεταστατικό μελάνωμα, αλλά και στον ιατρικό κόσμο και την κυβέρνηση, έχει προκαλέσει η εκβιαστική κίνηση της ελβετικής φαρμακοβιομηχανίας Roche, που αποφάσισε την απόσυρση φαρμάκου, λόγω έλλειψης κέρδους (έχει τζίρο μόνο 200 εκατ. ευρώ το χρόνο…).
Η Roche ενώ βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις με την αρμόδια επιτροπή του υπουργείου Υγείας σχετικά με το clawback που θα ισχύσει στην εταιρεία (τα χρήματα δηλαδή που θα πρέπει να επιστρέψει στο δημόσιο σε περίπτωση που ξεπεραστεί το δημοσιονομικό όριο συνταγογράφησης που έχουν συμφωνήσει), χωρίς προειδοποίηση δημοσίευσε την απόσυρση ενός σκευάσματός της από τη θετική λίστα των φαρμάκων που καλύπτονται από τον ΕΟΠΥΥ για τους ασθενείς, καθώς έκρινε ότι παρά τις συζητήσεις δεν θα μπορεί να ξέρει σίγουρα ποιο clawback θα ισχύσει για τον επόμενο χρόνο και άρα δεν τη συμφέρει οικονομικά.
«Στην πραγματικότητα, βέβαια, ο πραγματικός λόγος της απόσυρσης είναι ότι ο νόμος ορίζει πως κάθε νέο φάρμακο που εισάγεται στην αγορά με μια συγκεκριμένη τιμή, θα έχει μια μείωση της τιμής του κατά 25% προκειμένου να μπει στη θετική λίστα», εξηγεί στην «Εποχή» ο Δημήτρης Πανταζής, διευθύνων σύμβουλος του Ινστιτούτου Φαρμακευτικής Έρευνας και Τεχνολογίας (ΙΦΕΤ).
Αυτή η ρύθμιση δεν έχει ως αποτέλεσμα την άμεση μείωση των κερδών της φαρμακοβιομηχανίας (καθώς παρά τη μείωση της τιμής, ταυτόχρονα έχει μεγαλύτερη πρόσβαση στους ασθενείς), αλλά είναι πιθανό να προκαλέσει την άσκηση πίεσης και από άλλη κράτη για έκπτωση στην τιμή του φαρμάκου της, και αυτό είναι που επιθυμεί να αποφύγει η εταιρεία.
«Το υπουργείο Υγείας και η ελληνική κυβέρνηση θεωρούν  ότι η πρόσβαση των πολιτών της χώρας στα καινοτόμα  και αποτελεσματικά  φάρμακα, και ιδιαίτερα στα φάρμακα για τον καρκίνο, δεν είναι επιχειρηματικό, αλλά πολιτικό ζήτημα. Η κυκλοφορία νέων φαρμάκων για σοβαρές και απειλητικές για τη ζωή παθήσεις και μάλιστα σε προσιτές τιμές,  δεν  μπορεί να εξαρτάται, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε οποιαδήποτε άλλη χώρα της Ευρώπης, από το business  plan της κάθε  πολυεθνικής», ανέφερε σε σχετική επιστολή με το ζήτημα του προς την ΕΕ και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, ο υπουργός Ανδρέας Ξανθός.
«Ήταν πολύ σωστή η κίνηση του υπουργείου να μιλήσει διεθνώς για το ζήτημα, γιατί αυτή τη στιγμή δεν έχει άλλο όπλο προκειμένου να αντιμετωπίσει τους εκβιασμούς της πολυεθνικής, παρά μόνο να την εκθέσει στην παγκόσμια αγορά», σχολιάζει ο διευθύνων σύμβουλος του ΙΦΕΤ. Προσθέτει, όμως, πως είναι απαραίτητο να έρθει γρήγορα στη βουλή το νομοσχέδιο του υπουργείο Υγείας που θα ορίζει τη δημιουργία ενός μόνιμου συστήματος αξιολόγησης φαρμάκων.