«Σύμβολο δυσοίωνο, σκοτεινό, μιας μοίρας συλλογικής»

Σπύρος Γιανναράς, “Τη μέρα που θα σηκωνόμουν να χορέψω”, εκδ. Άγρα, 2017

Από το πρώτο του βιβλίο μέχρι το πρόσφατο τέταρτο ο Σπύρος Γιανναράς υπηρετεί με αφοσίωση τη μικρή φόρμα, το είδος του διηγήματος, υπερασπιζόμενος μάλιστα και θεωρητικά την αυτονομία και την αυτοτέλειά του σε σχέση με τον «μεγάλο» συγγενή του, το μυθιστόρημα, και επιχειρώντας να διατυπώσει ταυτοχρόνως και κατά κάποιον τρόπο την ποιητική του, όπως έκανε με το σύντομο δοκίμιο που συνόδευε τα διηγήματα της προηγούμενης συλλογής του («Ο βασιλιάς έρχεται όποτε του καπνίσει» εκδ. Άγρα, 2015). Τέσσερις συλλογές διηγημάτων μέσα σε διάστημα εννέα χρόνων έρχονται να συμπληρώσουν το μάλλον εκλεκτικό μεταφραστικό έργο (Ουελμπέκ, Ασουλίν, Ζενέ, Ώστερ κ.ά) και την πλούσια κριτικογραφία σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά του συγγραφέα. Θα έπρεπε να δει κανείς τις τρεις αυτές εργασίες ως συγκοινωνούντα δοχεία, όχι τόσο για να πει το τετριμμένο μάλλον, αν και αληθινό, ότι η μετάφραση αποτελεί σχολείο για τον επίδοξο (ή ακόμη και τον ενεργό) συγγραφέα ή ότι η κριτικογραφία συνιστά το κατεξοχήν πεδίο του θεωρητικού και φιλολογικού στοχασμού που αναπόφευκτα ανασαίνει και κάτω από τις γραμμές της λογοτεχνικής γραφής, αλλά για να τις δει ως τρεις διάφορες αλλά αλληλοσυμπληρούμενες εκφάνσεις της μίας και μοναδικής αγωνίας για τη μεταστοιχείωση της εμπειρίας σε γραφή. Ως εξερευνήσεις στο ίδιο πεδίο, αυτό της βαθιάς υπαρξιακής αγωνίας του ανθρώπου για τα οικουμενικά και τα αιώνια, ορατά ωστόσο στα θραύσματα και της πιο κοινής καθημερινότητας. Έτσι θα πρέπει να διαβάσει κανείς και τα ίχνη τόσο της μεταφραστικής τριβής, όσο και της κριτικής εργασίας στα διηγήματα της παρούσας ή των προηγούμενων συλλογών του Γιανναρά.

 

Θραυσματικές αποτυπώσεις ανθρώπινων ζωών, τα διηγήματα της τελευταίας συλλογής του Γιανναρά κινούνται γύρω από μια πινακοθήκη καθημερινών προσώπων, όταν η οπτική γωνία του αφηγητή δεν μοιάζει να ταυτίζεται με αυτήν του συγγραφέα, και γύρω από κοινές θεματικές που θα μπορούσε να συνοψίσει κανείς κατ’ αρχάς στο θάνατο και το πένθος, στον έρωτα ή μάλλον περισσότερο εδώ στον ερωτισμό, στην ήττα και την αποτυχία, αλλά και σε τόπους –το αστικό τοπίο του κέντρου της πόλης διεκδικεί ένα κομμάτι της συλλογής, παραχωρώντας το υπόλοιπο στη νησιωτική επαρχία, κυρίως στα Κύθηρα, τόπο με τον οποίο έχει σχέση καταγωγής ο συγγραφέας–, στην κρίση και τα ίχνη της στην ελληνική κοινωνία αλλά και στα σημάδια μιας πολιτισμικής και κοινωνικής παρακμής που οδήγησαν –φαίνεται να μας λέει ο Γιανναράς– στη σημερινή κατάσταση. Ταυτοχρόνως, όσο κι αν είναι γερά αγκυρωμένα στο παρόν, τα διηγήματα της συλλογής αφήνουν πάντα χώρο για μια προσφιλή στον συγγραφέα νοσταλγία του παρελθόντος, μιας άλλης κοινωνικής συνθήκης έτσι όπως αυτή εμφανίζεται μέσα από πρόσωπα, δευτερεύοντα συνήθως στην αφηγηματική ροή, που φέρουν τη σφραγίδα άλλων εποχών, άνθρωποι απλοί, του μόχθου, επαρχιώτες, φτωχοί, που ακτινοβολούν ανθρωπιά μέσα στο ζοφερό τοπίο της σύγχρονης ζωής. Ίσως το πιο χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα να είναι ο παπάς και η γυναίκα του, παπαδιαμαντικές φιγούρες μες στο άξενο κέντρο της πόλης, που προκαλούν το ξέσπασμα της ερωτικά προδομένης και επαγγελματικά ξεπεσμένης Τζίνας στο διήγημα «Η στέκα».

Για το θάνατο και το πένθος

Εναλλάσσοντας πρωτοπρόσωπη και τριτοπρόσωπη αφήγηση αλλά και αφηγηματική γωνία μέσα στο ίδιο διήγημα, ο Γιανναράς άλλοτε οδηγεί τον αναγνώστη προς μια ταύτιση αφηγητή και συγγραφέα, κι άλλοτε μοιάζει να χρησιμοποιεί άλλα πρόσωπα και τις ιστορίες τους για να μεταφέρει μια βαθιά υπαρξιακή αλήθεια. Σχεδόν σε όλα τα διηγήματα κυριαρχεί ο θάνατος ή η απώλεια. Ο πνιγμός της νεαρής κοπέλας στο πρώτο διήγημα της συλλογής συνυφαίνεται με την αφύπνιση του ερωτισμού στον έφηβο αφηγητή αφήνοντας ως διαρκές ίχνος στη ζωή του τον εναγκαλισμό έρωτα και θανάτου, ενώ η αλλαγή οπτικής γωνίας στο δεύτερο μέρος του διηγήματος, όπου περιγράφεται ο καβγάς του ζευγαριού και η νοσηρή ερωτική σχέση που οδήγησε στο μοιραίο γεγονός, θυμίζει την προβληματική των ερωτικών σχέσεων που απασχόλησε τον Γιανναρά στην προηγούμενη συλλογή του. Στην «Πισίνα» το πτώμα που επιπλέει σηματοδοτεί το τέλος του ονείρου για τον καπάτσο ήρωα του διηγήματος, ο οποίος καταφέρνει να ζήσει μια πολυτελή ζωή με… ξένα κόλλυβα για να βρεθεί στο τέλος αντιμέτωπος με ένα πτώμα που επιπλέει στο σύμβολο του νεοπλουτίστικου ονείρου του –τη δική του δε εξαφάνιση ακολουθεί η γέννηση ενός νεκρού βρέφους στην ίδια πισίνα. Στην «Επιστροφή στο κτήμα» ο αφηγητής θα δολοφονήσει τον χυδαίο απατεώνα εξάδελφο που καταχράστηκε την οικογενειακή του κληρονομιά, θα απολέσει όμως το δικό του πόδι σ’ αυτή την επιχείρηση απονομής δικαιοσύνης που θα του αφήσει την επίγευση ενός αυτοακρωτηριασμού. Σε μια χιουμοριστική εκδοχή της θανατερής ατμόσφαιρας της συλλογής, ο δικηγόρος ήρωας του διηγήματος «Για ένα ξύρισμα», θα αναγκαστεί να ξαπλώσει και να προσποιηθεί τον νεκρό προκειμένου να απολαύσει ένα βαθύ ξύρισμα. Η μεταφράστρια του ομώνυμου διηγήματος θα καταλήξει άστεγη κλοσάρ, που τριγυρνά βαρυφορτωμένη πλαστικές σακούλες στο αφιλόξενο κέντρο της πόλης, επειδή είναι ανίκανη να βγάλει λεφτά, προσφέροντας στον αφηγητή κατά τη διάρκεια μιας σύντομης τυχαίας συνάντησης, έναν εξαίσιο στοχασμό για τους τρελούς και τις πόλεις, αλλά και τη μεστή φράση: «Σήμερα που δεν υπάρχει πια πόλη, παρά μονάχα ιδιοκτησία, το κατώφλι και το πουθενά της πόλης είναι το χαρτόκουτο». Στο ομώνυμο διήγημα της συλλογής, ο Γιανναράς φτιάχνει μια πινακοθήκη ανθρώπων που συναντιούνται σε ένα παρακμιακό οινομαγειρείο κάπου στην Ευριπίδου, και όπου υπό τους ήχους ελληνικής παραδοσιακής μουσικής θα χορέψουν όλες σχεδόν τις εκφάνσεις της ανθρωπινότητας, τη χαρά και τον ερωτισμό, την κοινωνική συνεύρεση, το θάνατο και την απώλεια, για να καταλήξουν σε έναν κυκλωτικό χορό. Ποιοι εξαιρούνται απ’ αυτή την πολυάνθρωπη χορευτική αλυσίδα; Ο χαροκαμένος πατέρας βέβαια, που ο πόνος του ξεπερνά τις ανθρώπινες αντοχές, και ο ίδιος ο αφηγητής, που θα αποτολμήσει για μια στιγμή να σηκωθεί για να επιστρέψει απότομα στη θέση του, ανίκανος να συναντηθεί με το πλήθος.

«Αποτυχημένοι» και καπάτσοι

Οι ευαίσθητοι, αδικημένοι, «αποτυχημένοι» ήρωες του Γιανναρά έρχονται συχνά σε αντιπαράθεση με τους «άλλους», τους χυδαίους, καπάτσους, νεόπλουτους ήρωές του. Κι αν ο συγγραφέας μπορεί να δει με τρυφερότητα τον ήρωα της «Πισίνας», όταν πίνει μπύρες με τον Αλβανό εργάτη ή όταν ξεσπά σε αναφιλητά αγκαλιά με ένα πτώμα στο οποίο ίσως να βλέπει και το πρόσωπό του, δεν συμβαίνει το ίδιο με άλλους, όπως τον καταπατητή ξάδελφο ή τον εύπορο μεγαλοεκδότη και τον αρχισυντάκτη της εφημερίδας, εργοδότες της μεταφράστριας, ανίκανους να αντιληφθούν τη σπουδαιότητα και την ποιότητα της δουλειάς της. Ο θάνατος ως αναπόδραστος προορισμός, ως παντοτινός οιωνός, είναι και το θέμα του συντομότερου κειμένου της συλλογής με τον τίτλο «Αμνημόνευτοι», όχι τόσο διήγημα αλλά περισσότερο ένα πεζοποίημα, όπου το μαύρο, περήφανο αγριοκάτσικο αναδεικνύεται σε «σύμβολο ζοφερό, σκοτεινό, μιας μοίρας συλλογικής», της αναπόδραστης μοίρας του θανάτου.
Στην πιο ώριμη μέχρι σήμερα συλλογή του, ο Σπύρος Γιανναράς αποκαλύπτει εξαιρετική ευαισθησία και παρατηρητικότητα, μια ικανότητα να δημιουργεί πραγματικούς χαρακτήρες, μοναδικά πρόσωπα, για τους πρωταγωνιστές, τους δευτεραγωνιστές ή ακόμη και τους κομπάρσους των ιστοριών του, και μια διεισδυτικότητα στον τρόπο που διαβάζει και αναδημιουργεί μικρές καθημερινές σκηνές, συνηθισμένα περιστατικά, αλλά και ακραία γεγονότα που αλλάζουν τη ζωή των ανθρώπων. Υπηρετεί τη μικρή φόρμα αναδεικνύοντας τη θραυσματικότητά της, τον προσωποκεντρικό χαρακτήρα της, αλλά και συνδυάζοντάς την με το φιλοσοφικό στοχασμό, τη διακειμενικότητα και την ποιητικότητα. Η μόνη ίσως παρατήρηση που θα είχα να κάνω για τα διηγήματα της συλλογής αφορά το κάπως φορτωμένο ύφος της. Φαίνεται πως η σύλληψη του Γιανναρά για τη λογοτεχνικότητα συναρτάται με τη χρήση πολλών επιθέτων και σχημάτων λόγου, που κάποτε ευτυχούν δίνοντας σαγηνευτικές εικόνες, ενώ άλλοτε ξενίζουν, αφού συχνά η γλώσσα μοιάζει να καταφεύγει σε μια υπερβολική χρήση της παρομοίωσης και της μεταφοράς, όπου καθετί τείνει να περιγράφεται σαν κάτι άλλο. Αντίστοιχα άξιο παρατήρησης μου φαίνεται και το γεγονός πως σχεδόν όλα τα διηγήματα είναι αφιερωμένα σε ομοτέχνους του (ως επί το πλείστον) και συνοδεύονται από ένα ή και περισσότερα μότο. Κι αυτό, νομίζω, αποτελεί προϊόν μιας σύλληψης της λογοτεχνικότητας που θεωρεί αναγκαία την εγγραφή της σε ένα πεδίο μεντόρων ή ομότεχνων, μέσα από ρητές αναφορές και παράλληλα με την πιο υπαινικτική διακειμενικότητα των ίδιων των διηγημάτων.

Έφη Γιαννοπούλου