Τα εμβόλια σώζουν ζωές

tzoufi

Της Μερόπης Τζούφη

Η εφαρμογή των εμβολιασμών αποτελεί βασική προτεραιότητα για τη διαφύλαξη της δημόσιας υγείας. Τα τελευταία 200 χρόνια, χάρις κυρίως στους εμβολιασμούς, έχει σημειωθεί τεράστια πρόοδος στην πρόληψη σοβαρών λοιμωδών νοσημάτων (διφθερίτιδα, τέτανος, κοκκύτης, πολιομυελίτιδα, ιλαρά, ερυθρά, παρωτίτιδα, ανεμοβλογιά και έρπητας ζωστήρας, μηνιγγιτιδοκοκκικές και πνευμονιοκοκκικές λοιμώξεις, γαστρεντερίτιδα από ρότα ιό, ηπατίτιδες Α και Β, HPV λοιμώξεις που προξενούν καρκίνο του τραχήλου της μήτρας και γρίπη), ενώ μακροπρόθεσμα αυτοί μπορούν να συμβάλουν και στην εξαφάνισή τους. Η ευλογιά, για παράδειγμα, έχει εκριζωθεί και η πολιομυελίτιδα παραμένει ενδημική μόνο σε λίγες χώρες.
Στον αναπτυγμένο κόσμο μετά τη γενίκευση των εμβολιασμών, οι ασθένειες που προλαμβάνονταν με τα εμβόλια έγιναν σπάνιες και η προσοχή της κοινωνίας στράφηκε στις πιθανές παρενέργειες τους. Η κοινωνία, αλλά και οι επαγγελματίες υγείας λησμόνησαν τις σοβαρές επιπλοκές των ασθενειών αυτών και άρχισαν να ενδιαφέρονται πολύ περισσότερο για τους κινδύνους, πραγματικούς και θεωρητικούς, των εμβολίων. Ο κίνδυνος σοβαρών νευρολογικών και άλλων επιπλοκών, έλαβε πολύ μεγάλη δημοσιότητα (αντιεμβολιαστικό κίνημα) και οδήγησε σε σημαντική ελάττωση των προγραμμάτων εμβολιασμού, κατάρρευση του τείχους ανοσιακής προστασίας και συνακόλουθα σε επιδημίες σε Ευρώπη και ΗΠΑ. Αυτό επέφερε σοβαρές ή και θανατηφόρες επιπτώσεις σε ανεμβολίαστα νεογνά και βρέφη έως 6 μηνών και σε ευάλωτους ανθρώπους που δεν μπορούσαν να εμβολιαστούν (πχ. πάσχοντες με ανοσοανεπάρκειες, κακοήθειες, κλπ.) ή που δεν είχαν πρόσβαση στους εμβολιασμούς (πληθυσμοί μετακινούμενων Ρομά, προσφύγων, μεταναστών, κ.α).

Επιδημία ιλαράς

Οι εμβολιασμοί στην Ελλάδα ορίζονται από το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών, όπως αυτό διαμορφώνεται κάθε φορά από την Εθνική Επιτροπή Εμβολιασμών και τα εμβόλια χορηγούνται μέσω των ασφαλιστικών ταμείων (τα περισσότερα δωρεάν) και για τους ανασφάλιστους πολίτες (εδώ και περίπου ενάμιση χρόνο με το νόμο 4368/2016).
Στη χώρα μας, εμφανίστηκε -αν και με καθυστέρηση- τα τελευταία χρόνια το αντιεμβολιαστικό κίνημα, που επέφερε σημαντική υποχώρηση του ποσοστού κάλυψης, ειδικά για την ιλαρά (επειδή το εμβόλιο αυτό συσχετίσθηκε με την εμφάνιση διαταραχών του αυτιστικού φάσματος), με αποτέλεσμα 350.000 παιδιά, ηλικίας από 15 μηνών – 4 ετών, να είναι ανεμβολίαστα (σύμφωνα με την Ελληνική Παιδιατρική Εταιρία), ενώ άγνωστος παραμένει ο αριθμός των Ελλήνων που έχουν γεννηθεί μετά το 1970 και έχουν λάβει μία -ή και καμία- δόση του εμβολίου για την ιλαρά.
Για το λόγο αυτό και με την έναρξη της μετακίνησης μεγάλου πληθυσμού προσφύγων στη χώρα μας, ξεκίνησε έγκαιρα και κατά προτεραιότητα ο εμβολιασμός του παιδικού προσφυγικού πληθυσμού, τόσο για την ιλαρά όσο και για τα άλλα νοσήματα. Σε αυτό το πλαίσιο, πραγματοποιήθηκαν περισσότεροι από 30.000 εμβολιασμοί από τον Μάιο του 2016 έως τον Ιανουάριο του 2017 και δεν έχει μέχρι στιγμής καταγραφεί κανένα κρούσμα σε προσφυγικό καταυλισμό.
Με την εμφάνιση της επιδημίας της ιλαράς στην Ευρώπη, το ΚΕΕΛΠΝΟ πραγματοποίησε ήδη από τον Αύγουστο, με κινητή μονάδα, έκτακτη δράση εμβολιασμού σε παιδιά Ρομά, για ιλαρά – παρωτίτιδα- ερυθρά (1.056 εμβολιασμοί μέχρι την προηγούμενη εβδομάδα), και η δράση συνεχίζεται, μέχρι να εμβολιαστούν τα παιδιά Ρομά σε όλους τους καταυλισμούς της επικράτειας, αφού κυρίως στον πληθυσμό αυτό (λόγω πολύ χαμηλής εμβολιαστικής κάλυψης) καταγράφεται το 80% των δηλωθέντων κρουσμάτων.
Στη χώρα μας έχουν καταγραφεί περί τα 196 κρούσματα, ευτυχώς χωρίς κανένα να έχει σοβαρές επιπλοκές ή να είναι θανατηφόρο, ενώ έχουν ήδη εμβολιασθεί 100.000 παιδιά περίπου.

Ο μύθος για διαταραχές του αυτιστικού φάσματος

Ένας βασικός φόβος που αναπαράχθηκε σε ευρύ φάσμα και αποτέλεσε επιχείρημα άρνησης των γονέων για να εμβολιάσουν τα παιδιά τους, ήταν η απήχηση της άποψης, για τη συσχέτιση του εμβολίου της ιλαράς και διαταραχών του αυτιστικού φάσματος, οι οποίες τα τελευταία χρόνια έχουν παρουσιάσει αύξηση. Πολλές μεγάλες αξιόπιστες επιδημιολογικές μελέτες για τον αυτισμό, την τελευταία δεκαετία, δεν ανέδειξαν συσχέτιση τους. Οι διαταραχές του αυτιστικού φάσματος θεωρούνται πολυπαραγοντικής αιτιολογίας και οφείλονται στην αλληλεπίδραση γενετικών μηχανισμών και περιβαλλοντικών παραγόντων ή σε επιγενετική τροποποίηση.
Ο μύθος αυτός ξεκίνησε το 1998 όταν το ιατρικό περιοδικό Lancet, δημοσίευσε άρθρο, του γιατρού Wakefield και συνεργατών του, στο οποίο παρουσίαζε τη συσχέτιση αυτή. Το άρθρο αποτέλεσε αντικείμενο ευρείας κριτικής, έρευνας και αντιπαραθέσεων για μια δεκαετία τουλάχιστον για την αξιοπιστία των ευρημάτων και τη μεθοδολογία της έρευνας. Το 2004, οι συγγραφείς απέσυραν τις υπογραφές τους από το άρθρο, και 5 από τα 12 περιστατικά που αποτέλεσαν αντικείμενο μελέτης της έρευνας ανέφεραν ότι ο γιατρός Wakefield έλαβε 55.000 βρετανικές λίρες για κάθε περίπτωση προκείμενου να βρει στοιχεία που θα αποδείκνυαν τη συσχέτιση εμβολίων και αυτισμού και τη χρήση τους σε μια δικαστική διαδικασία αποζημίωσης. Το 2010, ο ιατρικός βρετανικός σύλλογος διέγραψε τον γιατρό από τα αρχεία του και το περιοδικό απέσυρε το άρθρο. Μεγάλες μελέτες μετανάλυσης και νομικές διαδικασίες απέκλεισαν όλες τις συσχετίσεις, και απέρριψαν όλες τις θεωρίες που συνέδεαν τα εμβόλια με διαταραχές του αυτιστικού φάσματος.

Το αντιεμβολιαστικό κίνημα

Τέτοια περιστατικά αλλά και άλλα συνέβαλαν στην ανάπτυξη του αντιεμβολιαστικού κινήματος, όπως επίσης και ο ρόλος των ΜΜΕ και του Διαδικτύου μέσω της λανθασμένης δημοσιότητας ιατρικών θεμάτων και μιας αμφιλεγόμενης ποιότητας πληροφοριών που παρέχει. Καταγράφεται μια αυξημένη τάση του κοινού να ερμηνεύει μόνο του επιστημονικές δημοσιεύσεις, αλλά και να προσλαμβάνει ως επιστημονικά σειρά εκλαικευμένων δημοσιευμάτων και άρθρων. Ισχυρές απόψεις κατά της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας των εμβολίων προωθούνται συστηματικά και αναπαράγονται με μεγάλη ευκολία, όπως και η δημιουργία ενεργών δικτύων στα κοινωνικά δίκτυα.
Στην αύξηση του αντιεμβολιστικού κινήματος συνέβαλε καθοριστικά, και όχι αδίκως, και το αυξημένο έλλειμμα αξιοπιστίας σε φαρμακευτικές βιομηχανίες και πολιτικές που προωθούνται από Διεθνείς Οργανισμούς ή Φορείς Υγείας. Ο χειρισμός, για να αναφέρω ένα πρόσφατο παράδειγμα, της «πανδημίας της γρίπης H1N1» από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας επέφερε μεγάλη δημόσια κριτική. Αλλά και στην Ελλάδα αγοράστηκαν τεράστιες ποσότητες πανάκριβων εμβολίων για «πανδημία» που δεν έφτασε ποτέ, γεγονός που κλόνισε το κύρος και την αξιοπιστία του εμβολιαστικού προγραμματισμού και της σημασίας του.
Τώρα, βέβαια, με την επανεμφάνιση της επιδημίας της ιλαράς, έχει αναπτυχθεί μια μεγαλύτερη ευαισθησία στην κοινή γνώμη για τα οφέλη του εμβολιασμού.

Ο ρόλος της ΠΦΥ στην εμβολιαστική πολιτική

Ο έγκαιρος και σωστός σχεδιασμός των εμβολιαστικών πολιτικών, απαιτεί την ύπαρξη αξιόπιστων καταγραφών των ποσοστών εμβολιαστικής κάλυψης του γενικού πληθυσμού, αλλά και των μεταβολών που προκύπτουν για διάφορους λόγους (πχ. αντιεμβολιαστικό κίνημα, μετακινούμενοι πληθυσμοί, ευάλωτοι πληθυσμοί, επιδημίες σε γειτονικές χώρες κλπ.).
Οι σωστά δομημένες υπηρεσίες Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (όπως αυτές που νομοθετήθηκαν πρόσφατα) μπορούν και οφείλουν να παίξουν αυτό το ρόλο, και σε συνεννόηση με την εκάστοτε πολιτική ηγεσία και τους αρμόδιους επιστημονικούς φορείς, να βοηθούν σε έγκαιρα σχεδιασμένες παρεμβάσεις και ευαισθητοποίηση του πληθυσμού, ώστε να διασφαλίζεται αξιόπιστα η δημόσια υγεία.

*Η Μερόπη Τζούφη είναι βουλευτής Ιωαννίνων ΣΥΡΙΖΑ, αναπληρώτρια καθηγήτρια Παδιατρικής-Παιδονευρολογίας Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.