Τα ριάλιτι ως (μη) πραγματικότητα #2

Με αφορμή το άθλιο περιστατικό με παίκτη του ριάλιτι Big Brother, από τη συχνότητα  του Σκάι

Γιατί παρατηρείται άνθηση των εκπομπών ριάλιτι, τα τελευταία χρόνια; Τι σχέση έχουν με την πραγματικότητα και την εικόνα ποιας κοινωνίας προωθούν; Τι ρόλο έχουν παίξει οι αλλεπάλληλες κρίσεις, οι οποίες είναι, αλήθεια, μόνο οικονομικές; Πόσο συμβάλλουν στη διάδοση της έμφυλης βίας και του σεξιστικού λόγου τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης;
Μερικά από τα θέματα, μεταξύ άλλων, που συζητάμε με την Ιωάννα Βώβου,  επίκουρη καθηγήτρια στο τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου Αθηνών.

Τη συνέντευξη πήρε η Σοφία Ξυγκάκη

H απέχθεια είναι πολύ μεγάλη για να κατανοήσουμε συμβάντα όπως αυτό με τον παίκτη του Big Brother

Το θέμα που προέκυψε με τον παίκτη του Big Brother δημιούργησε αντιδράσεις και χρειάζεται να δούμε ότι δεν αρκεί να το χαρακτηρίσεις τηλεσκουπίδι για να σταματήσει εκεί. Αυτό δεν προσφέρει τα κλειδιά για να κατανοήσουμε τι συμβαίνει στα μέσα και στην κοινωνία αφού οι παραγωγές αυτές δεν είναι ο καθρέφτης της κοινωνίας, όπως λέγεται, είναι ένα σύμπτωμα γιατί η διαμεσολάβηση υπάρχει. Πώς να το κατανοήσουμε; Η επαναληπτικότητα αυτού του λόγου, σεξιστικού και ρατσιστικού, υπάρχει, και σε υπερθετικό βαθμό, γιατί είμαστε σε ένα καθεστώς ορατότητας, τα τελευταία χρόνια. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι ο εκδημοκρατισμός αυτής της ορατότητας…

Τι σημαίνει εκδημοκρατισμός της ορατότητας;

Δεν είναι πια η ελίτ, πολιτική, μιντιακή ή καλλιτεχνική που δέχεται πυρά, αλλά, εν δυνάμει, είναι ο καθένας από μας, ο οποίος μπορεί να έχει ορατότητα. Αυτό συμβαίνει μέσα από αυτά τα παιχνίδια, μια πορεία η οποία έχει ξεκινήσει εδώ και δύο δεκαετίες· από τη δεκαετία του ’80, η κουλτούρα της ορατότητας εξελίσσεται. Ποιος είναι, όμως, ο υπεύθυνος του λόγου για το συγκεκριμένο συμβάν; Ο συγκεκριμένος παίκτης, οι υπόλοιποι; Είναι η παραγωγή; Έχει ενδιαφέρον η μετατόπιση που έχει γίνει 20 χρόνια μετά το πρώτο ΒΒ. Πριν από 20 χρόνια, ο λόγος της παραγωγής ήταν «να δούμε πώς ζουν οι νέοι της εποχής». Τώρα παρουσιάζεται ως ένα «κοινωνικό πείραμα», οπότε δίνονται άλλες προεκτάσεις, γιατί τώρα μείζονα θέματα είναι ο σεξισμός, τα εγκλήματα κατά των γυναικών, η διαφορετικότητα, σεξουαλική, εθνικότητας κ.λπ. Οι παίκτες συμμετέχουν σε ένα «πείραμα», οπότε ο λόγος της παραγωγής δηλώνει κάτι άλλο. Υπάρχουν αυτά τα στοιχεία στην κοινωνία; Κι αφού υπάρχουν, ποιος μιλάει; Η κοινωνία; Το κανάλι; Αυτά είναι συγκεχυμένα κι εκεί στηρίζεται η παραγωγή ώστε να απεκδυθεί της ευθύνης της. Αυτά τα προγράμματα είναι συχνά συμπτώματα παθολογίας. Δεν ξέρουμε τι είναι αυθεντικό, τι ειλικρινές, γιατί ο λόγος περί αυθεντικότητας είναι πολύ διαδεδομένος και το πρόσχημα που χρησιμοποιείται είναι ότι οι παίκτες δεν είναι ηθοποιοί. Θα λέγαμε ότι τα ίδια τα υποκείμενα παίζουν το ρόλο του εαυτού τους.

Πριν 20 χρόνια πώς ήταν; Γιατί τότε είχε υπάρξει αντίδραση από την κοινωνία.

Τότε η αντίδραση ήταν σφοδρότατη. Τώρα υπάρχει μια «εκμάθηση». Τότε, και στο πρώτο ΒΒ και στο δεύτερο, το 2010, κέρδιζε το «λαϊκό» αγόρι που κέρδιζε και το κορίτσι. Ήταν σαν ελληνική ταινία των δεκαετιών ’50, ’60. Κάποια αφηγηματικά σχήματα επαναλαμβάνονται. Τότε υπήρχε μια έμφυλη, ας πούμε, ανάγνωση του χάπι εντ. Τώρα είναι διάχυτη μια πορνογραφική κουλτούρα, έχουν μετατοπιστεί τα όρια.

Αυτή δεν είναι η σημαντική διαφορά με το τότε, στην οποία συμβάλλουν και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης;

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης πλέον παίζουν οργανικό ρόλο στην εξέλιξη των παιχνιδιών. Η μεγάλη διαφορά στα σημερινά παιχνίδια είναι ότι γίνεται λόγος, ανοιχτά, για στρατηγική, απαραίτητη για να διατηρήσεις την ορατότητα. Δεν είναι κατακριτέο πλέον.

Οπότε δεν υπάρχει εντυπωσιακή άμβλυνση των κριτηρίων αλλά και μια αντίφαση; Από τη μια υπάρχει μεγάλη ευαισθητοποίηση σε ζητήματα σεξισμού, που τότε η λέξη ήταν άγνωστη, και, ταυτόχρονα, μια μεγάλη ανοχή σε αυτό που αποκαλείτε πορνογραφική κουλτούρα.

Αυτό είναι ένα ερώτημα προς διερεύνηση, πάρα πολύ σημαντικό. Πώς έχουν μετατοπιστεί τα όρια; Τι είναι ανεκτό και τι δεν είναι; Αυτό δεν μπορώ να το απαντήσω εύκολα. Σε αυτά τα προγράμματα, όμως, βλέπουμε την επαγγελματοποίηση των συμμετεχόντων, ανακυκλώνονται, ας πούμε, από άλλα ριάλιτι. Θέλω να πιστεύω ότι μεγάλο μέρος της κοινωνίας δεν συμμερίζεται αυτά τα σχόλια των παικτών, που κάποια δεν είναι καν σχόλια αλλά, όπως το πρόσφατο στο ΒΒ, παραπέμπουν σε εγκληματική πράξη. Όμως, τι εξυπηρετεί να έχουμε σε ένα περιβάλλον in vitro πολλούς στερεοτυπικούς χαρακτήρες, καρικατούρες χαρακτήρων; Εξυπηρετεί τη διαδικασία της ταύτισης αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ο τηλεθεατής θέτει το ερώτημα μοιάζω, δεν μοιάζω· πρόκειται για διαδικασία σύνδεσης με τους χαρακτήρες. Οι θεωρητικοί της λογοτεχνίας αναφέρονται στον υψηλό μιμητικό τρόπο. Δηλαδή, ο ήρωας ενός λογοτεχνικού έργου είναι πολύ δίκαιος, όμορφος, γενναίος, και είναι πάνω από το μέσο όρο. Υπάρχει και ο χαμηλός μιμητικός τρόπος, όπου ο ήρωας έχει τα ίδια προτερήματα και τις ίδιες αδυναμίες με μας, πολλές φορές είναι κατώτερος από εμάς, οπότε η ικανοποίηση του θεατή από αυτή τη σύγκριση προκύπτει από το γεγονός ότι αυτός, τελικά, αισθάνεται ανώτερος, οπότε και καλύτερα με τον εαυτό του.

Αυτό, άρα, δεν σημαίνει ότι ο θεατής είναι σε θέση να κρατήσει μια απόσταση από το πρόγραμμα που παρακολουθεί;

Υπάρχει μία μύηση εγγύτητας και απόστασης. Υπάρχουν και τα δύο και εναλλάσσονται.

Αυτό δημιουργεί τη μεγάλη ανοχή απέναντι σε αυτές τις εκπομπές ή εξηγεί τη μεγάλη ακροαματικότητα;

Για να μιλήσω για ανοχή χρειάζεται άλλου τύπου ανάλυση. Σε ό,τι αφορά την ακροαματικότητα μπορούμε να παρακολουθούμε ένα πρόγραμμα όχι μόνο γιατί μας αρέσει αλλά και γιατί το μισούμε.

Ο ακραίος σεξιστικός και ρατσιστικός λόγος καταδικάζεται από ΕΣΗΕΑ και ΕΣΡ και τιμωρείται με πρόστιμα ή προσωρινή παύση των εκπομπών, όπως συνέβη πριν από μερικούς μήνες στους Λιάγκα και Γκαγκάκη αλλά, στη συνέχεια, εκπομπές και άτομα αποκαθίστανται. Δεν βρίσκετε μια επαναληπτικότητα σε αυτό; Αυτό δεν συμβαίνει μόνο στα τηλεοπτικά προγράμματα αλλά σε πολλές δραστηριότητες του κοινού βίου. Ότι η τηλεόραση λειτουργεί σαν μια μεγάλη χοάνη, παραλλάσσοντας , επαναλαμβάνοντας, τυποποιώντας, φόρμα και είδη προγραμμάτων, ισχύει.

Πάντως και οι καταγγελίες τέτοιων εξαιρετικά παραβατικών συμπεριφορών, ενώ είναι αυτονόητες και επιβάλλονται, δεν καταφέρνουν ταυτόχρονα να δημιουργήσουν έναν άλλο τρόπο σκέψης, άρα και αντιμετώπισης αυτών των συμπεριφορών.

Η καταγγελία από μόνη της δεν αρκεί. Οι καταγγελίες από την ΕΣΗΕΑ, το ΕΣΡ, από άλλους φορείς, οργανώσεις, συλλόγους, από το Συνήγορο του Παιδιού για τα παιδικά talent shows, είναι σημαντικές αλλά είναι ένα είδος λόγου. Άλλα είδη λόγου άπτονται της παιδευτικής στάσης στην οποία προσβλέπουμε, εκ των πραγμάτων σε άλλους χρόνους, αφού πρόκειται για μια διαδικασία χρονοβόρα και όχι γραμμική.