«Τα χρι­στού­γεν­να εί­ναι μέ­σα μας»

damianos

Του Θά­νου Αυ­λω­νί­τη

Πέ­μπτη, 21 Δε­κεμ­βρίου 2017, στην αί­θου­σα εκ­δη­λώ­σεων του Ει­δι­κού Κα­τα­στή­μα­τος Κρά­τη­σης Νέων Αυ­λώ­να (EKKNΑ). Πα­ρό­ντες στη γιορ­τή ο βου­λευ­τής Ευ­βοίας Γιώρ­γος Ακριώ­της, εκ­προ­σω­πώ­ντας τον πρό­ε­δρο της Βου­λής, Νί­κο Βού­τση, ο διευ­θυ­ντής Ει­δι­κής Αγω­γής Πα­να­γιώ­της Κα­σια­νός, εκ­προ­σω­πώ­ντας τον υ­πουρ­γό Παι­δείας, Κων­στα­ντί­νο Γα­βρό­γλου, η πε­ρι­φε­ρεια­κή σύμ­βου­λος Αττι­κής Αγγε­λι­κή Λε­βέ­ντη, εκ­προ­σω­πώ­ντας την πε­ρι­φε­ρειάρ­χη, Ρέ­να Δού­ρου, ο δη­μο­τι­κός σύμ­βου­λος Ωρω­πού και πρό­ε­δρος της Σχο­λι­κής Επι­τρο­πής, Γιώρ­γος Μα­ντάς , εκ­πρό­σω­ποι του Ιδρύ­μα­τος Μα­ρα­γκο­πού­λου για τα Δι­καιώ­μα­τα του Ανθρώ­που, κα­θώς και του ΚΕ­ΘΕ­Α, οι ει­σαγ­γε­λείς, η διευ­θύ­ντρια και ο αρ­χι­φύ­λα­κας του Κα­τα­στή­μα­τος , εκ­πρό­σω­ποι του Ιδρύ­μα­τος της Βου­λής, της Κοι­νω­νι­κής Μέ­ρι­μνας της Πε­ρι­φέ­ρειας Αττι­κής, φί­λοι και ε­θε­λο­ντές του σχο­λείου, αλ­λά κυ­ρίως οι γο­νείς και οι συγ­γε­νείς των μα­θη­τών που συμ­με­τέ­χουν στη γιορ­τή.
Η α­τμό­σφαι­ρα εί­ναι γιορ­τι­νή —ό­λοι οι μα­θη­τές έ­χουν φο­ρέ­σει τα κα­λά τους και συ­ζη­τά­νε χα­μο­γε­λώ­ντας, ε­νώ χρι­στου­γεν­νιά­τι­κες με­λω­δίες α­κού­γο­νται α­πό τα με­γά­φω­να. Τα φώ­τα σβή­νουν κι εμ­φα­νί­ζε­ται ο Άγιος Βα­σί­λης ως νυ­χτε­ρι­νός ε­πι­σκέ­πτης. Ο προ­βο­λέ­ας τον α­κο­λου­θεί κα­θώς α­νε­βαί­νει πά­νω στη σκη­νή και σκύ­βει πά­νω α­πό τέσ­σε­ρις νέ­ους κρα­τού­με­νους που κοι­μού­νται στο μι­κρό κε­λί τους και τους ψι­θυ­ρί­ζει —σαν σε ό­νει­ρο— χρι­στου­γεν­νιά­τι­κες ευ­χές.

Ευ­χές και α­γω­νία

Μέ­σα στη νύ­χτα, ση­κώ­νο­νται έ­νας έ­νας και γρά­φουν τα δι­κά τους γράμ­μα­τα στον Άγιο Βα­σί­λη. Ο ε­γκλει­σμός τούς έ­κα­νε να α­να­λο­γι­στούν τις πρά­ξεις τους, να δουν τι εί­ναι ση­μα­ντι­κό στη ζωή τους, να συ­νει­δη­το­ποιή­σουν ποιοι εί­ναι οι άν­θρω­ποι που τους στη­ρί­ζουν και να βρουν τη δύ­να­μη να κά­νουν ό­νει­ρα για το μέλ­λον τους. Και στα γράμ­μα­τά τους φαί­νε­ται α­κρι­βώς αυ­τό. Ο πρώ­τος α­γω­νιά ό­χι μό­νο για το πό­τε θα α­πο­φυ­λα­κι­στεί, αλ­λά κυ­ρίως για το τι θα κά­νει ό­ταν α­πο­φυ­λα­κι­στεί. Ξέ­ρει πο­λύ κα­λά ό­τι η ε­πα­νέ­ντα­ξη που τό­σο λα­χτα­ρά δεν εί­ναι εύ­κο­λη, κα­θώς η κοι­νω­νία τον α­ντι­με­τω­πί­ζει σαν ε­γκλη­μα­τία. Ο δεύ­τε­ρος εκ­φρά­ζει την ευ­γνω­μο­σύ­νη του στην οι­κο­γέ­νειά του για ό­λα ό­σα έ­χει κά­νει μέ­χρι τώ­ρα για αυ­τόν και την ε­πι­θυ­μία του να τους το α­ντα­πο­δώ­σει με το να φτιά­ξει τη ζωή του με­τά την α­πο­φυ­λά­κι­ση. Το τρί­το γράμ­μα α­φο­ρά στη μόρ­φω­ση —στην ε­πι­θυ­μία του νέ­ου κρα­τού­με­νου να βελ­τιώ­σει τον ε­αυ­τό του μέ­σω της παι­δείας, α­κό­μα και μέ­σα στη φυ­λα­κή. Εκφρά­ζει τό­σο την α­γω­νία του να πε­τύ­χει σε μια σχο­λή της τρι­το­βάθ­μιας εκ­παί­δευ­σης ό­σο και την πι­κρία που αι­σθά­νε­ται για­τί ξέ­ρει πως το σύ­στη­μα ί­σως δεν του ε­πι­τρέ­ψει εύ­κο­λα να πα­ρα­κο­λου­θή­σει τα μα­θή­μα­τα της σχο­λής ό­σο εί­ναι α­κό­μα στη φυ­λα­κή. Και ο τε­λευ­ταίος νέ­ος γρά­φει με πα­ρά­πο­νο για την α­πέ­λα­ση που τον πε­ρι­μέ­νει ό­ταν α­πο­φυ­λα­κι­στεί. Ξέ­ρει πως θα πρέ­πει να φύ­γει α­πό τη χώ­ρα που έ­γι­νε η δεύ­τε­ρη πα­τρί­δα του και να α­φή­σει πί­σω αν­θρώ­πους α­γα­πη­μέ­νους.

Νέα, πε­ρή­φα­να παι­διά

Και ο Άγιος Βα­σί­λης δεν μας ά­φη­σε πα­ρα­πο­νε­μέ­νους… Κά­ποια ό­νει­ρα τα έ­κα­νε πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Κά­ποια άλ­λα ό­χι, α­κρι­βώς ό­πως η ί­δια η ζωή. Και ό­λη η γιορ­τή, που με τό­σο με­ρά­κι ε­τοί­μα­σαν οι μα­θη­τές του Γυ­μνα­σίου-Λυ­κείου του ΕΚ­ΚΝΑ έ­μοια­ζε με τη ζωή: εί­χε γέ­λιο και συ­γκί­νη­ση, τρα­γού­δι και χο­ρό, α­γω­νία, προ­σπά­θεια και α­γά­πη. Εί­δα αν­θρώ­πους α­πό δια­φο­ρε­τι­κές χώ­ρες, με δια­φο­ρε­τι­κή γλώσ­σα και κουλ­τού­ρα, να ε­πι­κοι­νω­νούν και να συ­νερ­γά­ζο­νται. Εί­δα έ­να παι­δί α­πό Σερ­βία να ο­δη­γεί έ­να συρ­τό χο­ρό α­πό τη Μα­κε­δο­νία. Εί­δα νέ­ους α­πό α­ρα­βι­κές χώ­ρες να χο­ρεύουν αλ­βα­νι­κούς χο­ρούς. Εί­δα παι­διά α­πό ό­λο τον κό­σμο να τρα­γου­δούν πα­ρα­δο­σια­κά κά­λα­ντα α­πό την Ικα­ρία. Εί­δα τους μα­θη­τές με τους κα­θη­γη­τές τους να χο­ρεύουν χα­σα­πο­σέρ­βι­κο α­γκα­λια­σμέ­νοι. Εί­δα νέ­ους αν­θρώ­πους να ξε­περ­νά­νε τις δια­φο­ρές τους και να πα­ρου­σιά­ζουν τον κα­λύ­τε­ρο ε­αυ­τό τους. Δεν εί­δα ε­γκλη­μα­τίες —εί­δα νέα παι­διά να κα­μα­ρώ­νουν για τη δου­λειά τους, να κοκ­κι­νί­ζουν στο χει­ρο­κρό­τη­μα, να δέ­χο­νται με ευ­γνω­μο­σύ­νη τα συγ­χα­ρη­τή­ρια, να κοι­τά­ζουν στα μά­τια τους γο­νείς τους και να χαί­ρο­νται που, για πρώ­τη ί­σως φο­ρά, τους έ­κα­ναν υ­πε­ρή­φα­νους.
«Τα Χρι­στού­γεν­να εί­ναι μέ­σα μας», εί­παν τα παι­διά. Κι ε­γώ α­να­κά­λυ­ψα τα πραγ­μα­τι­κά Χρι­στού­γεν­να μέ­σα στα μά­τια των νέων αυ­τών αν­θρώ­πων που πα­λεύουν να ξε­πε­ρά­σουν το πα­ρελ­θόν τους και διεκ­δι­κούν μια ό­μορ­φη ζωή, δια­τη­ρώ­ντας έ­να κομ­μά­τι της ψυ­χής τους α­γνό και α­ψε­γά­δια­στο.
Και του χρό­νου σπί­τια σας, παι­διά.
Θάνος Αυλωνίτης