Τελευταίες ματιές στους πάγκους του 2017

Ματιάς Ενάρ «Πυξίδα»
(μτφ. Σοφία Διονυσοπούλου, εκδ. Στερέωμα, 2017)

Ο Φραντς Ρίττερ είναι μουσικολόγος που έχει μελετήσει με πάθος την «Ανατολή». Μια επιστολή από τη Σάρα, την εξιδανικευμένη γυναίκα που στοιχειώνει τις αναμνήσεις και τις σκέψεις του, μια γυναίκα που «η ζωή της είναι μια μακριά πορεία προς τα ανατολικά», αποτελεί το έναυσμα για μια βαθιά και εξαντλητική ανασκόπηση της σχέσης τους και, μέσα από αυτήν, στην ουσία ολόκληρης της ζωής του, καθώς οι ώρες της αϋπνίας περνάνε αργά και βασανιστικά (όλα αυτά ξεκινάνε από τις 23:10, όπως μαθαίνουμε από τον τίτλο του αντίστοιχου κεφαλαίου, και φτάνουν μέχρι τις 6:00 το πρωί, λίγες σελίδες πριν τελειώσει το βιβλίο).
Η επιστροφή αυτή του Ρίττερ στο παρελθόν είναι ένα μακρύ και ιλιγγιώδες ταξίδι σε πόλεις, σε χώρες, σε λαούς, σε ιδέες, στο παρελθόν και στο παρόν, στην Ανατολή, τη Δύση και τις γέφυρες ανάμεσά τους, τελικά στον άπιαστο Άλλο («η ετερότητα μας ξεγλιστράει διαρκώς, βαδίζουμε προς αυτήν, όπως βαδίζουμε προς το ανατέλλον φως, δίχως να μπορούμε να την αγγίξουμε ποτέ», έλεγε ο συγγραφέας σε συνέντευξή του στον Γρηγόρη Μπέκο, πριν από έναν χρόνο ακριβώς).
Τα στερεότυπα σχετικά με την «Ανατολή» και το «νόημα της Ανατολής», ο οριενταλισμός και οι εκδοχές του ή οι αναγνώσεις του («όλοι οι οριενταλιστές, οι παλαιοί όσο και οι σημερινοί, θέτουν το ζήτημα της διαφορετικότητας, του εγώ, του άλλου»), η ματιά των «Δυτικών» συγγραφέων στην «Ανατολή» (η Σάρα σοκάρει τον αφηγητή όταν υποστηρίζει «ο Μάγκρις είναι νοσταλγός των Αψβούργων κι ο Δούναβής του εξαιρετικά άδικος για τα Βαλκάνια. Όσο περισσότερο βυθίζεται σ’ αυτά, τόσο λιγότερες πληροφορίες δίνει»), η «ανατολική τέχνη» και η συνήθως πλαστή «οικουμενικότητα», αλλά και συγκεκριμένα πολιτικά γεγονότα, όπως η Ιρανική Επανάσταση ή η προσπάθεια της ναζιστικής Γερμανίας «να προσελκύσει τους μουσουλμάνους για να χτυπήσει πισώπλατα στην κεντρική σοβιετική Ασία, την Ινδία και τη Μέση Ανατολή, τους Άγγλους και τους Ρώσους», όλα αυτά και πολλά άλλα μπαίνουν στο ανατομικό τραπέζι του Ενάρ για να συνθέσουν ένα μυθιστόρημα φαινομενικά δυσπρόσιτο μερικές στιγμές, από τον τεράστιο όγκο των πληροφοριών που περιέχει, που στην πραγματικότητα όμως μαγνητίζει, πέρα από το πού μπορεί κανείς να συμφωνεί ή να διαφωνεί σε όλα αυτά τα αμέτρητα επιμέρους σχόλια που περιέχει.
Η Πυξίδα απέσπασε το Βραβείο Γκονκούρ, το 2015.

 

Χουάν Μαρσέ «Η καλλιγραφία των ονείρων»
(μτφ. Γεωργία Ζακοπούλου, εκδ. Πατάκη, 2017)

Είναι παρήγορο ότι έχει αρχίσει πια η συστηματική έκδοση στα ελληνικά ενός από τους μεγαλύτερους συγγραφείς της ισπανικής λογοτεχνίας, του Χουάν Μαρσέ. Ο βραβευμένος με το Βραβείο Θερβάντες συγγραφέας είναι ίσως ο πιο οξυδερκής ανατόμος της Βαρκελώνης, των ανθρώπων της, της κοινωνίας της, των κόσμων που συμβιώνουν χωρισμένοι από αβυσσαλέες ταξικές διαφορές. Η σκληρή και τρυφερή ρεαλιστική ματιά του στους εξαθλιωμένους ανθρώπους που πάντα βρίσκουν, ή δημιουργούν, αχτίδες φωτός στο σκοτάδι τους, στο σκοτάδι των πρώτων χρόνων της φρανκικής δικτατορίας, είναι αξεπέραστη.
Σε εκείνη την εποχή, στη Βαρκελώνη της δεκαετίας του 1940, μας μεταφέρει και η Καλλιγραφία των ονείρων. Πρωταγωνιστής, ένα δεκαπεντάχρονο αγόρι που ζει μέσα στον κόσμο των εικονογραφημένων του με Ινδιάνους (γι’ αυτό και θέλει να τον φωνάζουν Ρίνγκο, όνομα βγαλμένο από την καρδιά του Τζον Γουέιν), ένα αγόρι που λόγω φτώχιας και λόγω ενός δαχτύλου που έχασε στη δουλειά δεν θα καταφέρει ποτέ να γίνει πιανίστας, όπως ονειρεύεται, ένα αγόρι που, πρέπει να το πάρει απόφαση, μεγαλώνει σε έναν κόσμο νικημένων («είμαστε ο απόπατος του κόσμου, Αλμπέρτα, λουλούδι της ζωής μου», λέει στη γυναίκα του ο πατέρας του Ρίνγκο).
Από αυτόν τον κόσμο του Μαρσέ, ξεχωρίζει η συγκινητική φιγούρα της μεσόκοπης κυρίας Μιρ και του απελπισμένου έρωτά της για τον κύριο Αλόνσο, που στηρίζεται όμως σε ένα ψέμα, καθώς η πραγματικότητα μπορεί πάντα να είναι πιο σκληρή απ’ όσο την έχει φανταστεί κανείς.
Για άλλη μια φορά, όπως πάντα στον Μαρσέ, έχουμε ένα κείμενο με πολλές πτυχές, με πολλές λεπτομέρειες περισσότερο ή λιγότερο διαφανείς, με πολλές κρυφές γωνιές, απ’ όπου ποτέ δεν λείπει το χιούμορ και η ειρωνεία, ή ο σαρκασμός. Έτσι κι αλλιώς, «όλα αυτά συνέβησαν πριν από πολλά χρόνια, όταν η πόλη φάνταζε λιγότερο αληθινή από τη σημερινή, αλλά ήταν πιο πραγματική». Σε αυτή την πόλη, ανάμεσα σε παλιούς και νέους αντιφρανκιστές αλλά και φαλαγγίτες και περήφανους συνεργάτες της Βέρμαχτ, ανάμεσα σε φτωχούς εργάτες και έναν κόσμο πλουσίων που αναπτύσσεται τόσο κοντά αλλά και τόσο μακριά, ανάμεσα στη μακρόσυρτη πραγματικότητα και την εικονογραφημένη φαντασία των παιδιών, ο Ρίνγκο θα αναγκαστεί να προσπαθήσει να συνδυάσει τα όνειρά του με την πραγματικότητα, μετρώντας, τελικά, νίκες και ήττες. Το φως που διακρίνεται στον επίλογο δεν έχει έρθει ακόμα όταν, φορτωμένος σκέψεις και αβεβαιότητα, πιάνει δουλειά στο παντοπωλείο. «Θα είναι για λίγο καιρό, του είχε πει η μητέρα του, μην απελπίζεσαι, τίποτε δεν κρατάει για πάντα. Για λίγο καιρό, ναι, πόσες φορές δεν έχει ακούσει αυτές τις καλοπροαίρετες κουβέντες, στο σπίτι, στο κρασοπουλειό και σε τόσα άλλα μέρη, αλλά η αλήθεια είναι ότι τελικά όλα διαρκούν μέχρι να σου βγει η ψυχή».

 

Τζ. Γκ. Μπάλαρντ «High-Rise»

(μτφ. Αποστόλης Πρίτσας, εκδ. Κέδρος, 2017)

«Τίποτα δεν είναι τόσο σίγουρο όσο νομίζουμε ότι είναι», λέει σε μια συνέντευξή του, η οποία περιέχεται στην ελληνική έκδοση του High-Rise, ο Μπάλαρντ. Πράγματι, σε έναν τέτοιο κόσμο απόλυτης αβεβαιότητας και ανατροπής μάς μεταφέρει αυτό το, γραμμένο το 1975, κλασικό μυθιστόρημά του, που μεταφράζεται για πρώτη φορά στα ελληνικά.
Όλη η πλοκή εξελίσσεται μέσα στον «ουρανοξύστη», ένα επιβλητικό κτίσμα-σύμβολο της ταξικής υπεροχής των κατοίκων του, αν και ανάμεσα στους «δύο χιλιάδες γείτονες» που ζουν σε αυτή την κατακόρυφη και αυτάρκη πόλη υπάρχουν επίσης ταξικοί διαχωρισμοί: κάτω οι προλετάριοι, στους μεσαίους ορόφους η μεσαία τάξη, ψηλά «η ανώτερη τάξη, μια διακριτική ολιγαρχία». Ο ουρανοξύστης «είχε τη δική του ζωή», όταν όμως η επισφαλής ισορροπία αρχίσει να διαταράσσεται δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να αναχαιτίσει το επερχόμενο χάος. Η φαινομενική γαλήνη των πλουσίων μετατρέπεται σε «τεράστιο παιδικό πάρτι όπου έχει χαθεί κάθε έλεγχος».
Σύντομα η βία γενικεύεται, ζωές χάνονται, ενώ «οι ένοικοι έδειχναν να ενδιαφέρονται όλο και λιγότερο για τον έξω κόσμο». Η μάχη για την επιβίωση, για τροφή, για νερό, μετατρέπεται σε έναν αιματηρό πόλεμο κλεισμένο στους τοίχους του ουρανοξύστη, ενώ και οι διαπροσωπικές σχέσεις είναι στο ίδιο μήκος κύματος – η σκέψη της γυναίκας μπροστά στον άνδρα που τη διεκδικεί είναι χαρακτηριστική: «πρώτα θα προσπαθούσε να τον σκοτώσει, αλλά, αν δεν τα κατάφερνε, θα του πρόσφερε τροφή και το κορμί της, θα τον θήλαζε ωσότου επιστρέψει σε μια βρεφική κατάσταση, ίσως να του έδειχνε και στοργή. Ύστερα, μόλις τον έπαιρνε ο ύπνος, θα του έκοβε το λαρύγγι, συνοψίζοντας έτσι έναν ιδανικό γάμο». Η κατάληξη όλων αυτών δεν είναι καθόλου προφανής.
Με αυτή τη συμβολική τοιχογραφία, ο Μπάλαρντ σκιαγραφεί μια μοντέρνα κοινωνία που μετατρέπει όλα της τα πλεονεκτήματα σε όπλα εναντίον του εαυτού της, οδηγούμενη με τον πιο σκληρό, άγριο τρόπο στην απόλυτη αποσύνθεση. Και όλος αυτός ο ζόφος μπορεί να είναι εξαιρετικά κοντά μας και ο δρόμος προς αυτόν εξαιρετικά πλατύς, μας λέει για μία ακόμα φορά αυτός ο σπουδαίος τοπιογράφος της δυστοπίας.

Χουάν Γκόμεθ Μπάρθενα «Γυναίκα από μελάνι»

(μτφ. Βασιλική Κνήτου, εκδ. Καστανιώτη, 2017)

Ενα παιδικό παιχνίδι, μια νεανική φάρσα δύο νεαρών από τη Λίμα μετατρέπεται σε ανάγκη και εμμονή και δίνει την ευκαιρία στον Ισπανό συγγραφέα να στήσει ένα πρωτότυπο μυθιστόρημα γύρω από τα όρια ανάμεσα στη λογοτεχνία και τη ζωή, τη μυθοπλασία και την πραγματικότητα.
Βρισκόμαστε στη Λίμα, στο Περού του 1904, όταν δύο νεαροί αριστοκράτες και επίδοξοι ποιητές, επιθυμώντας διακαώς να αποκτήσουν υπογεγραμμένα τα βιβλία του αγαπημένου τους «δασκάλου» (θεωρούν…), ποιητή Χουάν Ραμόν Χιμένεθ (θα τιμηθεί με το Βραβείο Νόμπελ το 1956), κρίνουν πως δεν είναι πολύ πιθανό να λάβουν απάντηση «αν του εξομολογηθούν πως είναι δύο νεαροί αριστοκράτες που συναντιούνται σε μια σοφίτα στη Λίμα παίζοντας τους φτωχούς», ενώ «θα ήταν ευκολότερο αν ήμασταν μια όμορφη γυναίκα». Πλάθουν, λοιπόν, την αέρινη φιγούρα της Χεορχίνα, μιας υποτιθέμενης νεαρής θαυμάστριας του Χιμένεθ, η οποία υπογράφει την επιστολή προς την άλλη πλευρά του Ατλαντικού και τον αγαπημένο τους «δάσκαλο», αρχίζοντας έτσι μια φάρσα στη διάρκεια της οποίας σιγά σιγά η εύθραυστη κοπέλα από μελάνι και χαρτί αρχίζει «να ανασαίνει και να ζει», για να γίνει τελικά «ένα πλάσμα τόσο αληθινό, όσο και η δίχως άρωμα επιστολή που θα ανοίξει εκείνο το πρωί ο Χουάν Ραμόν Χιμένεθ στο γραφείο του».
Αυτή η φάρσα που μετατρέπεται σε περιπέτεια δίνει τη δυνατότητα στον Μπάρθενα να συζητήσει τα όρια ανάμεσα στη λογοτεχνία και την πραγματικότητα και το πόσο θολά και ρευστά μπορούν αυτά να γίνουν, στήνοντας ταυτόχρονα κάποιους χαρακτήρες που, παρά την επιπολαιότητά τους, δύσκολα μπορούν να μείνουν ανεπηρέαστοι από την περιπέτεια στην οποία ανυποψίαστοι μπαίνουν.
Και στο φόντο του βιβλίου, μια Λίμα, ένα Περού που αλλάζει. Μπορεί «το 1904 η φιλία μεταξύ ανθρώπων από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις να είναι κάτι σαν είδος λογοτεχνίας του φανταστικού», όμως η σκληρή κοινωνική δομή αρχίζει να ταράζεται. Απεργίες, αναρχικοί, συνδικαλιστές, αλλά και αμφισβήτηση της λογοτεχνίας και της ποίησης όπως την ξέρουν και την υπηρετούν οι δύο ρομαντικοί νέοι.
Με το μυθιστόρημα αυτό ο Μπάρθενα αναπλάθει μια πραγματική ιστορία (μάλιστα ο ένας από τους δύο νεαρούς έφτασε να γίνει γνωστός ποιητής και πολιτικός της εποχής του στο Περού), η οποία κατέληξε στο ποίημα του Χιμένεθ «Γράμμα στη Χεορχίνα Ούμπνερ, στον ουρανό της Λίμας», που συμπεριλήφθηκε στη συλλογή του Λαβύρινθος. Μάλιστα, ο Χουάν Ραμόν Χιμένεθ κάποια στιγμή έμαθε την αλήθεια και υπάρχουν διάφορες ιστορίες σχετικά με την αντίδρασή του. Η ιστορία είναι γνωστή, αλλά το υλικό που έχει απομείνει λίγο (μερικές επιστολές) και έτσι ο συγγραφέας έχει μεγάλο περιθώριο να στήσει το μυθιστόρημά του, δοκιμάζοντας κι αυτός με τη σειρά τα όρια μεταξύ αλήθειας και μυθοπλασίας και την αντοχή τους.

 

Μίχαελ Κουμπφμύλλερ «Το μεγαλείο της ζωής»
(μτφ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Άγρα, 2017)

Το καλοκαίρι του 1923 ο, ήδη βαριά άρρωστος, Φραντς Κάφκα γνωρίζει τη γυναίκα που θα είναι ο τελευταίος έρωτας της ζωής του, την Ντόρα Ντιαμάντ. Η συνάντηση γίνεται σε μια λουτρόπολη της Βαλτικής, ωστόσο το ζευγάρι θα μετακομίσει στο Βερολίνο, ένα Βερολίνο που βυθίζεται καθημερινά στην πιο άγρια κρίση, και θα αποφασίσει να συζήσει, ενώ η υγεία του Κάφκα πάει κάθε μέρα και χειρότερα.
Αυτή τη σχέση αναπλάθει στο βιβλίο του ο Γερμανός συγγραφέας Μίχαελ Κουμπφμύλλερ. Στις σελίδες του παρακολουθούμε τη γνωρίμια του Κάφκα (του «Καθηγητή») με την Ντόρα, την προσπάθεια του Κάφκα («που τώρα φαίνεται πιο αδύνατος, πιο εύθραυστος από ποτέ») να συνέλθει από τα προβλήματα της υγείας του, την απόφασή τους να ζήσουν στο Βερολίνο, τη δυσκολία και τις προσπάθειες του Κάφκα να γράψει αλλά και τους απαισιόδοξους προβληματισμούς του («Δεν είναι η πρώτη φορά που αναρωτιέται τι θα μείνει. Έχει γράψει κουτσά στραβά τρία μυθιστορήματα, δυο-τρεις ντουζίνες ιστοριούλες, και γράμματα, όλη του τη ζωή γράμματα, τα περισσότερα σε γυναίκες που δεν ήταν κοντά του, γράμματα και ξανά γράμματα, που προσπαθούσαν να εξηγήσουν γιατί δεν ήταν μαζί τους, γιατί δεν μπορούσε να ζήσει μαζί τους»), τους φίλους του, μεταξύ των οποίων βέβαια ο αιώνιος Μαξ (με τον οποίο η Ντόρα συγκρούεται μετά τον θάνατο του Κάφκα για τα γραπτά που έχει αφήσει πίσω του ο συγγραφέας), το τέλος («μεσημέρι πεθαίνει στην αγκαλιά της»).
Και όλα αυτά συμβαίνουν σε μια Γερμανία που καταρρέει («οι εφημερίδες γράφουν καθημερινά για το μάρκο, που πέφτει ασταμάτητα και παρασύρει μαζί του τους Γερμανούς όλο και πιο βαθιά σε μιαν άβυσσο φτώχειας και δυστυχίας, για την οποία υπεύθυνοι είναι μόνον οι ίδιοι»), ενώ ο εφιάλτης έχει αρχίσει πια να γίνεται πραγματικότητα («οι Εβραίοι είναι η δυστυχία της Γερμανίας, της είπε. Ήταν ιστορικός και ήξερε για ποιο πράγμα μιλούσε, της είπε»).
Η Ντόρα Ντιαμάντ κράτησε τα τελευταία σημειωματάρια του Κάφκα, καθώς και τις επιστολές που είχαν ανταλλάξει, παρά την επιθυμία του συγγραφέα που ήθελε όλα τα γραπτά του να καούν. Όλα αυτά, όμως, κατασχέθηκαν από την Γκεστάπο το 1933, όταν εισέβαλε στο σπίτι της Ντιαμάντ, και τίποτε απ’ αυτά δεν έχει διασωθεί.