Τι στ’ αλήθεια συμβαίνει με το Ίδρυμα Νεολαίας και Δια Βίου Μάθησης;

inedivim-1

Στο φύλλο της εφημερίδας «Εποχή» στις 18/6/2017 διαβάσαμε ένα άρθρο των Μάκη Σπαθή και Μιχάλη Φραγκίσκου με τίτλο «Στρατηγική της εκχώρησης και διαπλοκή». Ένα μήνα μετά, στις 16/7/2017, διαβάσαμε το δεύτερο μέρος του άρθρου.
Ο Μ. Σπαθής υπήρξε γενικός γραμματέας Δια Βίου Μάθησης και Νέας Γενιάς, στο υπουργείο Παιδείας μέχρι τον Οκτώβρη του 2015 και στη συνέχεια μέλος του ΔΣ Ινστιτούτο Νεολαίας και Δια Βίου Μάθησης, από τον Οκτώβρη του 2015 ως και τον Ιούλη του 2016. Δέκα μήνες στη διοίκηση του Ιδρύματος. Ο Μ. Φραγκίσκος υπήρξε κατά πληροφορίες «άμισθος σύμβουλος» της διοίκησης του Ιδρύματος την ίδια περίοδο, μαζί με κάποιους άλλους.
Πριν λίγες μέρες δημοσιεύτηκε ο ψηφισμένος από το ΔΣ του ΙΝΕΔΙΒΙΜ απολογισμός πεπραγμένων από τον Ιούλη του 2016 ως και τον Ιούλη του 2017. Εκεί περιγράφονται οι θεσμικές, διαδικαστικές, διοικητικές, οικονομικές, τεχνικές και άλλες αλλαγές που σχεδιάστηκαν και υλοποιήθηκαν αυτό το διάστημα του ενός έτους, τα αποτελέσματα που έφεραν και αυτά που αναμένονται.
Πάμε να τα πάρουμε από την αρχή.

Τι ισχυρίζονται οι συγγραφείς;

Οι συγγραφείς του άρθρου ισχυρίζονται ότι η κάλυψη αναγκών του Δημοσίου σε σειρά υπηρεσιών μέσω ιδιωτών είναι στρατηγική εκχώρησης, πολιτική του Κυριάκου Μητσοτάκη, γίνεται με σκοπό τη διαπλοκή και οργανώνεται αντίστοιχα. Ταυτίζεται η λογιστική διαχείριση με την οικονομική διαχείριση, ενώ βαφτίζονται «νευραλγικές λειτουργίες του δημοσίου» η διοικητική υποστήριξη, η γραμματειακή υποστήριξη δηλαδή.
Η ταύτιση των προσώπων που θα στοχοποιηθούν μέχρι το τέλος του δεύτερου κειμένου και της πολιτικής τους με τον κύριο πολιτικό αντίπαλο της κυβέρνησης αυτή την περίοδο, την αξιωματική αντιπολίτευση και τον αρχηγό της, είναι αναγκαία για να προδιαθέσει τον αναγνώστη εξαρχής αρνητικά και με εμφατικό τρόπο.
Αν και επιχειρείται να δοθεί μια γενική ισχύς και εφαρμογή της παραπάνω «ανάλυσης» σε όλο το δημόσιο τομέα, ο εμπειρισμός που διακατέχει το άρθρο στο σύνολό του δεν επιτρέπει στους συγγραφείς να ξεφύγουν από τη γενίκευση συμπερασμάτων που έβγαλαν κατά την παραμονή τους με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στο ΙΝΕΔΙΒΙΜ. Περιορίζεται έτσι η ισχύς του άρθρου και της επιχειρηματολογίας τους στο συγκεκριμένο αντικείμενο.
Και δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, καθώς το outsourcing αποτελεί πρακτική που εφαρμόζεται από το δημόσιο από δεκαετίες και ανάλογα με τις ανάγκες του. Οι κυβερνήσεις οργανώνουν μια στρατηγική για τη διαχείριση του κράτους ανάλογα με την κοσμοθεωρία των πολιτικών κομμάτων που τις συγκροτούν. Μπορεί να είναι περισσότερο φιλελεύθερες και να κλίνουν στον περιορισμό του κράτους και των λειτουργιών του ή περισσότερο σοσιαλιστικές και να κλίνουν περισσότερο στη γενίκευση λειτουργιών του δημοσίου τομέα. Σε κάθε περίπτωση, όπως διδάσκει η ιστορία, η διαφθορά είναι φαινόμενο που αναπτύσσεται ακόμη και στα πιο συγκεντρωτικά και με σοσιαλιστική κατεύθυνση συστήματα, ποτέ όμως δεν είναι ο πρωτεύων στόχος των πολιτικών που σχεδιάζονται η διαφθορά και η διαπλοκή. Τα φαινόμενα αυτά είναι παράπλευρα αποτελέσματα του τρόπου με τον οποίο οργανώνεται και ελέγχεται η δημόσια διοίκηση. Η άποψη αυτή αποτελεί σοβαρή ιδεολογική σύγχυση γύρω από την ουσία του κράτους και των εφαρμοζόμενων πολιτικών.
Όμως, για τους συγγραφείς ο ισχυρισμός που αναπτύσσεται στο πρώτο άρθρο, μέχρι το δεύτερο έχει γίνει «απόδειξη». Χαρακτηριστικό της ταυτολογικής διάθεσης που διακρίνει τους συγγραφείς.
Από το άρθρο δεν καταλαβαίνουμε με σαφήνεια ποια είναι η άποψη των συγγραφέων. Το outsourcing είναι πρόβλημα μόνο για υπηρεσίες λογιστικές και διοικητικές; Αφορά και άλλες υπηρεσίες, όπως καθαρισμού και φύλαξης; Επεκτείνεται και σε άλλες δραστηριότητες, όπως οι μελέτες και κατασκευές έργων; Ίσως η πρωτογενής παραγωγή δεν πρέπει να είναι αντικείμενο ιδιωτών αλλά του δημοσίου; Αφορά και συμβούλους που προσλαμβάνουν τα υπουργεία και η κεντρική κυβέρνηση; Τότε, με την ιδιοκτησία τι γίνεται; Και, αν είναι όλα τα παραπάνω, ποια είναι η λογική των συγγραφέων; Η κατάργηση του ιδιωτικού τομέα, η κρατικοποίηση των μέσων παραγωγής, η δικτατορία του προλεταριάτου και ο σοσιαλισμός; Και σε ποιον ορίζοντα; Μέχρι το τέλος της τετραετίας; Νωρίτερα;
Θα ήταν άδικο να θεωρήσει κανείς ότι οι συγγραφείς των άρθρων αυτών έχουν τέτοιο σοβαρό ιδεολογικό πρόβλημα. Μάλλον στόχευαν στο να κάνουν κριτική στη διοίκηση του ΙΝΕΔΙΒΙΜ πριν από αυτούς και μετά από αυτούς, ποτέ για αυτούς, ποτέ αυτοκριτική, και απλά χρειάζονταν έναν ιδεολογικοπολιτικό μανδύα, για να προσδώσουν μεγαλύτερη ισχύ στο συλλογισμό τους.
Πάμε λοιπόν στο προκείμενο. Το οποίο όμως ποιο είναι τελικά; Η διοίκηση του ΙΝΕΔΙΒΙΜ γενικά; Ή ο εργολάβος του Λογιστηρίου; Μάλλον το τελευταίο. Ας δούμε λοιπόν αυτό που είναι και το κέντρο όλης της συζήτησης.

Το λογιστήριο του ΙΝΕΔΙΒΙΜ και ο εξωτερικός ανάδοχος

inedivim-2

Τον Γενάρη του 2016, μετά την απόφαση του ΔΣ για εξωδικαστικό συμβιβασμό με τον ανάδοχο των Λογιστικών Υπηρεσιών, αποστέλλεται ένα ανώνυμο ηλεκτρονικό μήνυμα σχεδόν σε όλη την κυβέρνηση και σχεδόν σε όλους τους ελεγκτικούς μηχανισμούς, που καταγγέλλει χωρίς καμία απολύτως τεκμηρίωση, περίπου όσα καταγγέλλονται και στα άρθρα των Σπαθή και Φραγκίσκου. Ότι ο γενικός γραμματέας ΔΒΜΝΓ και η παρούσα διοίκηση του ΙΝΕΔΙΒΙΜ οργάνωσαν την «επιστροφή» του συγκεκριμένου αναδόχου στο Ίδρυμα με ιδιοτελείς σκοπούς. Χρησιμοποιούνται μια σειρά ψευδών και ανυπόστατων ισχυρισμών με την υπογραφή «κίνηση πολιτών κατά της διαφθοράς». Όσο και αν ψάξαμε την ταυτότητα της συγκεκριμένης κίνησης, δεν καταφέραμε να βρούμε τίποτα. Όμως, αυτή τη φορά, έχουμε ένα ενυπόγραφο άρθρο με παρόμοιο περιεχόμενο. Σε πολλά σημεία, μάλιστα, ταυτόσημο ως προς την ουσία, το λόγο και το σκοπό.
Ισχυρίζονται οι συγγραφείς ότι ο ανάδοχος έχασε τα ασφαλιστικά μέτρα στο δικαστήριο για τη ματαίωση του διαγωνισμού. Και είναι έτσι. Αυτό που δεν λέγεται, είναι ότι στη διαδικασία των ασφαλιστικών δεν γίνονται γνωστά στην έδρα και δεν συζητούνται όλα όσα θα απασχολούσαν το δικαστήριο και θα αποκαλύπτονταν στην κυρίως δίκη, τον Δεκέμβρη. Απαριθμούμε:
1. Ότι η ματαίωση του διαγωνισμού έγινε «κατά παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας», όπως επισημαίνεται σε σχετική έκθεση του ΣΕΕΔΔ (261/A/2016) με ημερομηνία 30/9/2016, η οποία κοινοποιήθηκε στο Ίδρυμα στις 4/10/2016, καθώς δεν ζητήθηκε η γνώμη της επιτροπής του διαγωνισμού, πριν αυτός ματαιωθεί. Δεν τηρήθηκε, δηλαδή, η διαδικασία που προβλέπει η κείμενη νομοθεσία.
2. Ότι η διαδικασία ακύρωσης δεν στηρίχθηκε στις απαιτούμενες οικονομοτεχνικές μελέτες που θα τεκμηρίωναν και θα νομιμοποιούσαν την αναγκαιότητα για μια τέτοια απόφαση της διοίκησης.
3. Ότι η τότε διοίκηση ισχυρίστηκε ότι ματαιώνει το διαγωνισμό, γιατί δεν χρειαζόταν τις σχετικές υπηρεσίες. Όμως, αμέσως μετά τη ματαίωση του διαγωνισμού, από το Μάρτη του 2016 και μετά, μέχρι και το Νοέμβρη του ίδιου έτους, δίνονταν 20.000€ κάθε 20 ημέρες σε συμβουλευτική εταιρεία για την παροχή προσωπικού για το λογιστήριο. Το ίδιο ακριβώς σε δεύτερη εταιρεία για τη διοικητική υποστήριξη, 20.000€ κάθε 20 ημέρες. Η υποχρέωση των εταιρειών ήταν να διαθέτουν περί τα 12-13 άτομα. Δηλαδή 30.000€ το μήνα για λογιστικές υπηρεσίες και άλλα τόσα για διοικητικές, σύνολο 60.000€ μηνιαίως για περίπου 25 άτομα. Δηλαδή 720.000€ με αναγωγή σε ετήσια βάση.
Η σύμβαση από την οποία υπαναχώρησε η τότε διοίκηση, αφού πρώτα ανέμεινε επί τρίμηνο σχεδόν την έκδοση της έγκρισής της από το Ελεγκτικό Συνέδριο, την οποία και έλαβε στις 24/12/2015, προέβλεπε αρχικά 1.500.000 ευρώ ετησίως για 25 άτομα στο λογιστήριο. Και για την κάλυψη του κενού που δημιουργήθηκε, προετοιμάστηκαν οι προκηρύξεις 2 νέων διαγωνισμών, ένας για λογιστική και ένας για διοικητική υποστήριξη, 750.000€ έκαστος. Δηλαδή 1.500.000 ευρώ πάλι!
Στη θέση αυτών, η παρούσα διοίκηση συμβιβάστηκε με τον ανάδοχο σε παροχή 25 ατόμων με κόστος 750.000 ευρώ ετησίως για λογιστικές υπηρεσίες και, προκειμένου να μειωθεί το συνολικό κόστος, κατέληξε σε συμβιβασμό για παροχή 37 ατόμων με ετήσιο κόστος 1.150.000€ και ανάληψη του συνόλου των λογιστικών υπηρεσιών, όχι μόνο των ΔΙΕΚ-ΣΕΚ. Με τον τρόπο αυτό και αναδιάταξη στην υπηρεσία, δε θα χρειαζόταν η προσφυγή σε διοικητική υποστήριξη και για το λόγο αυτό δεν έγινε ο σχετικός διαγωνισμός. Αυτά όμως αποκρύπτονται, τόσο από την ανώνυμη καταγγελία του Γενάρη, όσο και από το άρθρο, αν και είναι αναρτημένα στη Διαύγεια. Αλλά, ποιος θα μπει στη Διαύγεια να δει;
Σε σχέση, λοιπόν, με την πρακτική των κατατμήσεων της προηγούμενης διοίκησης, με το ίδιο κόστος αναλογικά, αλλά και νόμιμη διαδικασία, το Ίδρυμα έχει πλέον την υποστήριξη που χρειάζεται και ταυτόχρονα εξοικονόμηση 350.000 ευρώ ετησίως σε σύγκριση με το σχεδιασμό της προηγούμενης διοίκησης.
Αυτή είναι η πραγματικότητα για την εξοικονόμηση στο συγκεκριμένο αντικείμενο και όχι η φαντασία και η δημιουργική λογιστική καθενός. Και δεν έχουμε εξετάσει ακόμη το πραγματικό αποτέλεσμα των υπηρεσιών αυτών που οργάνωσε η προηγούμενη διοίκηση, σε επίπεδο λειτουργίας της οικονομικής υπηρεσίας.

Τι έπρεπε να κάνουμε;

Με δεδομένα τα παραπάνω, καθώς και το γεγονός ότι οποιοσδήποτε διαγωνισμός προκηρυσσόταν για το αντικείμενο αυτό, θα κατέληγε σε νέα δικαστική διαμάχη και, επομένως, νέα πολύμηνη καθυστέρηση, άρα θα έπρεπε να συνεχιστεί το καθεστώς των κατατμήσεων, το ΔΣ είχε 2 επιλογές:
1. Να συνεχίσει τις κατατμήσεις και τις αναθέσεις στην ίδια ή άλλη εταιρεία, με το ίδιο αντικείμενο, το ίδιο ποσό για άγνωστο ακόμη διάστημα, και με εξανεμισμένες τις ελπίδες να κερδίσει τη δίκη, την οποία είχε προκαλέσει ο ανάδοχος (λαμβανομένων υπόψη των παραπάνω δεδομένων που δεν γνώριζε το δικαστήριο που εξέτασε τα ασφαλιστικά μέτρα) να χάσει το δικαστήριο και να υποχρεωθεί να πληρώσει υπέρογκα ποσά, αποζημιώσεις, καταλογισμούς για τις κατατμήσεις κλπ.
2. Να κλείσει μια επωφελή συμφωνία για το Ίδρυμα νόμιμα, αποτελεσματικά και με εξοικονόμηση.
Επιλέξαμε το δεύτερο. Σήμερα κρινόμαστε για την επιλογή μας αυτή, τόσο ως προς το τι εξοικονομήθηκε, όσο και ως προς τον τρόπο που λειτουργεί το Ίδρυμα απέναντι στους συναλλασσόμενους με αυτό. Και ανταποκρίνεται πολύ καλά.
Δεν λάβαμε υπόψη μας, βέβαια, τις πολιτικές προτιμήσεις τού συγκεκριμένου αναδόχου (όπως δεν λάβαμε υπόψη μας την παράμετρο αυτή για κανέναν άλλο προμηθευτή αγαθών ή υπηρεσιών), ούτε το αφήγημα της προηγούμενης διοίκησης για το πρόβλημα του ΙΝΕΔΙΒΙΜ και το πώς θα λυθεί. Και αυτό είναι το έγκλημά μας. Γιατί είχε φτιαχτεί, όπως φαίνεται στα υπόψη άρθρα Φραγκίσκου και Σπαθή και δηλώνεται καθαρά, ένα αφήγημα για το πρόβλημα του ΙΝΕΔΙΒΙΜ, είχε επικοινωνηθεί πολιτικά, είχε δημιουργήσει προσδοκίες σε έναν περιορισμένο στα πέριξ της τότε διοίκησης κύκλο, που έπρεπε να εκπληρωθούν και οι οποίες επικεντρώνονταν στο ποιος είναι ανάδοχος του λογιστηρίου και πώς θα φύγει και θα αντικατασταθεί με κάποιον άλλο. Υποθέτουμε πιο φιλικό πολιτικά, αν πάρουμε τοις μετρητοίς τα όσα γράφονται στα δύο αυτά άρθρα.
Δηλαδή, το πρόβλημα δεν είναι αν χρειάζεται κάποιος φορέας του Δημοσίου κάποιες υπηρεσίες, πώς τις οργανώνει, πώς τις ζητά, πώς τις ελέγχει, αλλά το πρόβλημα είναι ποιος τις παρέχει σε σχέση με τις πολιτικές του προτιμήσεις και αν αυτές ταιριάζουν σε μια κάποια διοίκηση. Δηλαδή, αν ο επιχειρηματίας είναι της αρεσκείας μας, όλα καλώς καμωμένα. Αν δεν είναι, αλίμονό του που έμπλεξε μαζί μας.

Δύο μέτρα και δύο σταθμά;

Και όντως, η προηγούμενη διοίκηση ανέπτυξε τέτοιες πρακτικές. Πώς αλλιώς αιτιολογείται η απευθείας ανάθεση συμβουλευτικών υπηρεσιών σε εταιρεία, λίγες μέρες μετά την ίδρυσή της, με ιδιοκτήτη που δεν είχε καμιά σχετική προηγούμενη εμπειρία, με ποσό 19.900 ευρώ; Αλλά αν ο επιχειρηματίας είναι δικό μας πολιτικό ή αυτοδιοικητικό στέλεχος ή υποστηρικτής μας, δεν πειράζει; Αν είναι υποστηρικτής ή συνεργάτης τού αναθέτοντα, δεν πειράζει; Και η επιτροπή που παραλαμβάνει το πόνημα, αλλά και η υπηρεσία που εκτελεί την πληρωμή, δεν πειράζει που είναι οι διεφθαρμένοι και διαπλεκόμενοι υπάλληλοι; Αυτές είναι οι περιορισμένες ειδικές υπηρεσίες που αναφέρονται στο άρθρο;
Δύο μέτρα και δύο σταθμά όταν είναι να δοθεί δημόσιο χρήμα σε φίλα προσκείμενους ανθρώπους; Δύο μέτρα και δύο σταθμά στους υπαλλήλους όταν μας εξυπηρετούν και όταν δεν μας εξυπηρετούν;
Ή μήπως είναι δυνατό να επιτρέπεται η πρόσληψη άμισθων συμβούλων μόνο στα υπουργεία νόμιμα, αλλά να επιβάλλονται και στο ΙΝΕΔΙΒΙΜ παράνομα; Αν είναι φίλοι μας, δεν πειράζει που παραβιάζεται ο νόμος (που ψηφίστηκε μετά το Γενάρη του 2015 παρεμπιπτόντως); Και η νομική υπηρεσία που ερωτάται εκ των υστέρων και επισημαίνει το παράνομο της υπόθεσης, είναι και αυτή διαπλεκόμενη; Αλλά εμείς έχουμε το αφήγημά μας, πάει κόντρα στη δεξιά, επομένως όλα όσα κάνουμε είναι νόμιμα.
Ή μήπως είναι δυνατό οι υπάλληλοι που επιλέξαμε εμείς σε θέσεις ευθύνης να είναι υπεράνω του νόμου; Επειδή τους επιλέξαμε εμείς, ακόμη και αν κάνουν σφάλματα δεν τα διερευνούμε; Ή τους υπαλλήλους που «δεν μας κάνουν» απλώς τους βγάζουμε από τη θέση τους, χωρίς καν να τους καλέσουμε σε απολογία, για αστείους λόγους ή για λόγους που δεν έχουν να κάνουν με τις αρμοδιότητές τους; Αλλά εδώ διεξάγεται κάθαρση, αυτά θα κοιτάξουμε;
Ή μήπως μπορεί να πληρώνουμε επιλεκτικά αυτούς τους προμηθευτές που θέλουμε και οι άλλοι να μένουν 10 μήνες πίσω; Αλλά, βλέπεις, έχουν αποχή οι δικηγόροι και δεν μπορούν να μας κάνουν τίποτα, δεν βγαίνουν διαταγές πληρωμής. Και όταν βγουν, μπορεί να μην είμαστε καν εκεί, άρα δεν μας απασχολεί το θέμα, ούτε τι επιβαρύνσεις θα πληρώσει το διεφθαρμένο Ίδρυμα. Αλλά για κάποιους βρίσκαμε λεφτά να πληρώσουμε.
Ή μπορεί να στέλνουμε πλασματικά οικονομικά στοιχεία στο υπουργείο με αποφάσεις ΔΣ, που η εισήγηση της υπηρεσίας τα αναφέρει ως «προσωρινά» και στην κολυμβήθρα της διοίκησης βαπτίζονται «τελικά»; Δεν πειράζει, να πάρουμε τα λεφτά του προϋπολογισμού και βλέπουμε.
Και αν το λογιστήριο έχει διαλυθεί, αν στο τέλος του 2016 δεν έχουν περαστεί δαπάνες από την αρχή του 2016, αν έχουν χαθεί τιμολόγια, αν χιλιάδες συναλλασσόμενοι παραμένουν απλήρωτοι, αν έχουμε διπλοπληρώσει εκατομμύρια ποιος φταίει; Φταίει ο ανάδοχος του λογιστηρίου και η διευθύντρια που ανέλαβαν στο τέλος του 2016, μήνες ολόκληρους μετά τα γεγονότα; Ή μήπως φταίει ότι το επισημαίνουν στα πλαίσια της παράδοσης – παραλαβής που δεν έγινε ποτέ. Φταίνε, γιατί αυτοί είναι δεξιοί ή διαπλεκόμενοι, ή και τα δύο, άρα δεν δικαιούνται να ομιλούν για εμάς και τους δικούς μας (εταιρείες ή υπαλλήλους), γιατί εμείς είμαστε ενάρετοι.
Ούτε έχει καμιά σημασία το πώς λειτουργεί το Ίδρυμα συνολικά. Αν γίνονται κατατμήσεις και κατασπατάληση δημοσίου χρήματος στις εστίες, αν τα προγράμματα λειτουργούν σωστά ή όχι, αν υπάρχουν θέματα προσαρμογής με τη νομοθεσία που εκκρεμούν πολλά χρόνια, αν υπάρχουν περιθώρια εξοικονόμησης σε σειρά τομέων με ταυτόχρονο εξορθολογισμό και αύξηση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών. Γιατί όταν αναλάβαμε πέρσι τον Ιούλη ως «διεφθαρμένη νέα διοίκηση» δεν είδαμε να έχει υπάρξει κάποια μεταβολή σε όλα αυτά. Σαν να μην πέρασε μια μέρα από την προηγούμενη διοίκηση που καταγγέλλεται. Αλλά αυτοί είναι οι άλλοι, άρα καταγγέλλονται αυτεπαγγέλτως.

Αντί επιλόγου

Η δουλειά της παρούσας διοίκησης περιγράφεται συνοπτικά στον απολογισμό 12 μηνών στο Ίδρυμα. Ενδιαφέρον θα ήταν να βλέπαμε κάτι αντίστοιχο για τους προηγούμενους 10 μήνες. Όπως ενδιαφέρον θα ήταν να είχε γίνει μια παράδοση – παραλαβή μεταξύ πρώην και νυν μελών τον Ιούλη του 2016, όχι να φεύγουν νύχτα. Ή να γινόταν μια ειλικρινής συζήτηση μεταξύ συντρόφων ή, έστω, συμπλεόντων στην ίδια πολιτική κατεύθυνση, μιας και οριστήκαμε από την ίδια κυβέρνηση και τον ίδιο υπουργό, προκειμένου να μεταφερθεί μια εμπειρία, να αξιοποιηθεί και να συνεχιστεί. Όχι να αφήνουμε πίσω μας συντρίμμια, να βγάλουν άλλοι τα κάστανα από τη φωτιά που ανάψαμε και μετά να ερχόμαστε με ανώνυμες καταγγελίες, να τις περιφέρουμε σε όλο το κόμμα και τα όργανά του και να διαβάλουμε ανθρώπους. Η δολοφονία χαρακτήρων, αυτή η μαφιόζικη πρακτική, συμβαίνει εναντίον των μελών αυτής της διοίκησης εδώ και μήνες.
Όμως η κοσμοθεωρία μας αλλά και η θέση μας δεν μας επέτρεπε να καταγγείλουμε συντρόφους μας. Στο κάτω κάτω, έκαναν διοικητικά λάθη, τα μαζέψαμε, συμμορφώσαμε όσο γινόταν το Ίδρυμα, ούτε γάτα ούτε ζημιά. Πρέπει να γίνει αντικείμενο δημόσιας συζήτησης και να εκτεθεί κόσμος;
Όμως για κάποιους πρέπει. Γιατί η ιδεολογική τύφλωση και η εγωπάθεια δεν τους αφήνει να δουν πιο πέρα από τη μύτη τους. Πρέπει να καταστραφούν αυτοί που τους αντικατέστησαν, ανεξάρτητα από το γιατί αντικαταστάθηκαν οι ίδιοι και το τι έκαναν οι αντικαταστάτες τους. Μαζί με αυτούς όσοι τους τοποθέτησαν, καθώς σταμάτησαν το θεάρεστο έργο της κάθαρσης όπως αυτοί την φαντάζονταν.
Τα πολιτικά ζητήματα λύνονται με συζήτηση και επιχειρήματα. Τα νομικά ζητήματα λύνονται στα δικαστήρια. Δεν πρόκειται να γίνει ανεκτή η σπίλωση που επιχειρείται και θα απαντηθεί όπως ακριβώς της αρμόζει.

Θόδωρος Μπλίκας,
πρόεδρος ΔΣ ΙΝΕΔΙΒΙΜ
Χρυσάνθη Γκοντίνου,
αντιπρόεδρος ΔΣ ΙΝΕΔΙΒΙΜ