Τοπικότητα και παγκοσμιότητα στη θεσσαλική επαρχία

Χρυσόστομος Τσαπραΐλης “Παγανιστικές δοξασίες της θεσσαλικής επαρχίας”, Αντίποδες, 2017

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

«… οι δρόμοι του χάρτη είχαν χαθεί κάτω από τις παραδόσεις κάθε τόπου που τώρα σχηματίζουν αυτό το παλίμψηστο» γράφει στο Προοίμιο του βιβλίου του ο Χρυσόστομος Τσαπραΐλης, δίνοντας έτσι το στίγμα της γραφής του ως αναπαράσταση μιας αναπαράστασης· ο χάρτης γίνεται καμβάς όπου υφαίνονται οι αφηγήσεις για να σχηματίσουν «μια άλλη, πιο πιστή αναπαράσταση της θεσσαλικής επαρχίας», σάρκινη, σκοτεινή και χθόνια, όπως ο ίδιος την περιγράφει παρακάτω, λίγο πριν αρχίσει να ξετυλίγει τις σύντομες ιστορίες του.
Οι «Παγανιστικές δοξασίες της θεσσαλικής επαρχίας» έκαναν την πρώτη τους εμφάνιση στην ομώνυμη φεϊσμπουκική σελίδα που δημιούργησε ο Χρ. Τσαπραΐλης τον Ιούνιο του 2014. Τρία χρόνια μετά, οι ιστορίες του συγκεντρώθηκαν σε βιβλίο και κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Αντίποδες. Αυτή η σχέση της λογοτεχνικής γραφής (και παραγωγής) με το διαδίκτυο και τα κοινωνικά δίκτυα είναι μόνο ένα από τα καινούργια στο ελληνικό πεδίο και ενδιαφέροντα στοιχεία του λογοτεχνικού πρότζεκτ του Τσαπραΐλη, ο οποίος συνεχίζει να αναρτά νέες παγανιστικές δοξασίες στη σελίδα του, χρησιμοποιώντας την παράλληλα και για την προώθηση του βιβλίου του – δημιουργώντας ταυτοχρόνως μια διαδραστική κοινότητα αναγνωστών και φανατικών φίλων της γραφής του.

 

Παρά τον τίτλο τους, που σκόπιμα πιθανότατα παραπέμπει μάλλον σε λαογραφική μελέτη ή καταγραφή θρύλων και αφηγήσεων από την προφορική παράδοση, οι «Παγανιστικές δοξασίες…» είναι μια συλλογή σύντομων διηγημάτων φαντασίας και τρόμου, στα οποία η θεσσαλική επαρχία και γεωγραφία αξιοποιείται κυρίως ως σκηνικό μυθοποιούμενη. Ο τόπος είναι άρα υπαρκτός, ο νεαρός συγγραφέας τον εντάσσει οργανικά στη μυθοπλασία του, χωρίζοντας μάλιστα τις τέσσερις ενότητες του βιβλίου του κατά κάποιον τρόπο γεωγραφικά (Βλαχοχώρια, Καραγκουνοχώρια, Δρακοχώρια, Οι πόλεις του Κάμπου). Η γλώσσα αντλεί επίσης τις πηγές της από την προφορική ομιλία των (μεγαλύτερων) κατοίκων της περιοχής. Η έκταση των διηγημάτων μοιάζει να καθορίζεται και από την αρχική συνθήκη της παραγωγής τους, ως αναρτήσεων στο facebook· μόνο το τελευταίο («Αργιθέα») υπερβαίνει το όριο των δυόμισι-τριών σελίδων στο μικρό σχήμα του βιβλίου. Σκοτεινά νερά και υπόγεια περάσματα, κάτω και πάνω κόσμος, στοιχειά, φαντάσματα, δράκοι και πνεύματα, καλικάντζαροι και αυταρχικές Κυράδες με τρομακτικές δυνάμεις, μάγισσες, νεράιδες, ζώα που μιλούν με ανθρώπινη φωνή, κόκαλα και φυλαχτά, φονικά και τελετουργικές θυσίες, αυτός είναι ο κόσμος που δημιουργεί ο Τσαπραΐλης στις «Παγανιστικές δοξασίες».

Μια τάση που ολοένα κερδίζει έδαφος

Σε ποιο ευρύτερο πλαίσιο ωστόσο εγγράφονται αυτές οι σύντομες αφηγήσεις; Κατ’ αρχάς, θα αναγνώριζε κι εδώ κανείς μια τάση που ολοένα κερδίζει έδαφος στη σύγχρονη νεοελληνική λογοτεχνία, μια στροφή στην παράδοση, στον πλούτο των τοπικών ιδιολέκτων, στην προφορικότητα, στην τοπικότητα εντέλει. Αν το «Γκιακ» του Δημοσθένη Παπαμάρκου είναι το πιο γνωστό και λόγω της επιτυχίας του το πλέον εμβληματικό δείγμα αυτής της τάσης, παρόμοια στοιχεία βρίσκουμε σε αρκετά από τα βιβλία νέων πεζογράφων των τελευταίων χρόνων. Ενδεικτικά θα μπορούσε να αναφέρει κανείς το «Μόνο το αρνί» της Βασιλικής Πέτσα ή το πρόσφατο «Αλεπού, αλεπού, τι ώρα είναι;» της Βίκυς Τσελεπίδου, τη συλλογή διηγημάτων της Κύπριας, Κωνσταντίας Σωτηρίου «Φωνές από χώμα» (αλλά και το προηγούμενο μυθιστόρημά της), τις δυο νουβέλες «Τσότσηγια & Ω’μ» του Μιχάλη Μακρόπουλου, ενώ στοιχεία γλωσσικά και υφολογικά μπορεί να βρει κανείς διάσπαρτα και σε άλλα πεζά της πρόσφατης παραγωγής. Θα πρέπει να διακρίνει κανείς αυτό το σύγχρονο ρεύμα της πεζογραφίας μας από την παραγωγή συγγραφέων προηγούμενων δεκαετιών που αρκετοί εξακολουθούν να είναι ενεργοί σήμερα στο λογοτεχνικό πεδίο. Συγγραφείς όπως, π.χ., ο Σωτήρης Δημητρίου, που εμφανίστηκε στα γράμματά μας με την αίγλη ενός enfant sauvage της λογοτεχνίας και της αμεσότητας του βιώματος, ή όπως ο Θανάσης Βαλτινός, με την αρχειακή πολυφωνία των πρώιμων κυρίως βιβλίων του. Εδώ έχουμε να κάνουμε με νέους και πολύ νέους συγγραφείς, με ακαδημαϊκή σκευή και σύνδεση με τα πλέον σύγχρονα ρεύματα της κοινωνικής θεωρίας, όπου η νοσταλγική στροφή προς το παρελθόν συνιστά παράλληλα και έμφαση στην ανάδειξη της ετερότητας, των ετερόδοξων αφηγήσεων, που έμειναν στο περιθώριο και κάτω από την κυριαρχία μιας κεντρικής εθνικής αφήγησης, ενώ ταυτοχρόνως συνομιλούν με τους ξένους ομοτέχνους τους, αλλά και εμπνέονται από άλλες τέχνες ή την ποπ και μαζική κουλτούρα, από τη μουσική, τον κινηματογράφο, τις τηλεοπτικές σειρές, τα βιντεοπαιχνίδια. Έχω την αίσθηση πως μπορούμε να μιλάμε για μια πεζογραφία με εμφανή glocal στοιχεία, όπου το τοπικό συναντά το παγκόσμιο σε ένα ευτυχές πάντρεμα.

Λογοτεχνία του φανταστικού

Σε μια τέτοια ανάγνωση της σύγχρονης πεζογραφικής παραγωγής θεωρώ ότι έχουν να προσφέρουν πολλά οι «Παγανιστικές δοξασίες» του Τσαπραΐλη, ακριβώς λόγω της κατασκευασμένης λαογραφίας τους και του πλούτου των μη τοπικών επιρροών τους.  Ένα ακόμη ενδιαφέρον χαρακτηριστικό εδώ είναι η κατάταξη σε μια λογοτεχνία είδους –λογοτεχνία του φανταστικού ή λογοτεχνία τρόμου, όπως λέει ο ίδιος ο συγγραφέας–, το οποίο μάλιστα υπηρετεί με όρους ταυτοχρόνως παρελθοντικούς και παροντικούς· ο τρόπος παραγωγής των «δοξασιών», μέσα από ένα λαϊκό μέσο όπως είναι το facebook, με την τακτικότητα της αυτόνομης δημοσίευσης/ανάρτησης κάθε ιστορίας θυμίζει παλιές επιφυλλίδες, εμπλουτισμένες όμως με τη διαδραστικότητα και την αμεσότητα που προσφέρει η τεχνολογία. Οι επιρροές του Τσαπραΐλη μπορεί να εκκινούν από τη λογοτεχνία του φανταστικού, τον Λάβκραφτ και τον Τόλκιν, αλλά αντλούν και από τη μουσική, κυρίως από τους στίχους του black metal, όπως δηλώνει ο συγγραφέας. Θα μπορούσε επίσης κανείς να προσθέσει ταινίες ή τηλεοπτικές σειρές από το είδος του λαϊκού τρόμου (folk horror), που γνωρίζει νέα άνθιση τα τελευταία χρόνια, αλλά και από την ντεριντιανής καταγωγής φασματολογία (hauntology), που επηρεάζει επίσης εσχάτως τόσο τις τέχνες και τη λογοτεχνία όσο και τη λογοτεχνική κριτική και την πολιτική θεωρία. Σ’ αυτό το σύνθετο πλέγμα αναφορών και επιρροών, θα πρέπει να προσθέσει κανείς την ποιητικότητα και με τις δύο έννοιες της λέξης, αφενός τη μέριμνα του ύφους, που επιτυγχάνει να αξιοποιήσει το τοπικό γλωσσικό απόθεμα για να δημιουργήσει ένα κείμενο με έντονο ρυθμό και μουσικότητα, αφετέρου της ποίησης ως δημιουργίας ενός κόσμου και μιας γλώσσας που δεν περιορίζονται από την πρώτη ύλη της παράδοσης.

Ανοίγοντας νέους δρόμους

Έτσι, η νοσταλγική στροφή προς την παράδοση ταυτοχρόνως υπονομεύεται από τη συνθήκη της επινόησης (οι «Παγανιστικές δοξασίες» κατασκευάζουν παράδοση, δεν την καταγράφουν), διατηρώντας ωστόσο ως αυθεντικά υλικά τη γλώσσα και τη γεωγραφία, και επικαιροποιείται ως ανάδειξη της ετερότητας, των περιφερειακών αφηγήσεων, της αυτοχθονίας. Το τοπικό αντιπαρατίθεται στο παγκόσμιο και παράλληλα παγκοσμιοποιείται. Η δε σειριακότητα των αφηγήσεων, η συνεχιζόμενη ζωή τους και σε ένα άλλο μέσον πέραν του τυπωμένου βιβλίου θέτει ενδιαφέροντα ερωτήματα και για τους ίδιους τους όρους της λογοτεχνικής γραφής και παραγωγής.
Τα διηγήματα που απαρτίζουν τις «Παγανιστικές δοξασίες» δημιουργούν έναν πολύ γοητευτικό κόσμο, ακόμη και για τον αναγνώστη που δεν είναι συνηθισμένος στο συγκεκριμένο είδος. Ανάμεσά τους βρίσκει κανείς πραγματικά κομψοτεχνήματα, παρόλο που ενίοτε έχει την αίσθηση και μιας ευκολίας στην παραγωγή όλο και περισσότερων ιστοριών, από τη στιγμή που έχει παγιωθεί ο βασικός καμβάς και οι λογοτεχνικοί του τρόποι –κάτι που είναι βέβαια ίδιον της λογοτεχνίας είδους. Κλείνοντας όμως το βιβλίο μένει με την αίσθηση ότι οι «Παγανιστικές δοξασίες» καταφέρνουν να κατοικήσουν τη θεσσαλική επαρχία, να της προσφέρουν μια καινούργια μυθολογία που ανήκει ταυτοχρόνως στο παρελθόν και στο παρόν, στο τοπικό και στο παγκόσμιο, παίζοντας με τα πολλά επίπεδα της ανάγνωσης, ισορροπώντας μεταξύ ποιητικότητας και θεωρητικών προβληματισμών, ανοίγοντας τη συζήτηση για την ελληνική λογοτεχνία σε νέους δρόμους.

Έφη Γιαννοπούλου