Του αίματος, της αμαρτίας και της φωτιάς

Λέο Πέρουτς “Ο Μαιτρ της Δευτέρας Παρουσίας”
(μτφ. Ρόζα Ιωαννίδου, εκδ. Κίχλη, νέα συμπληρωμένη έκδοση 2016)

Μια λέξη την οποία έχει δημιουργήσει ο ίδιος ο Πέρουτς και μεταφράζεται/αποδίδεται ως «το κόκκινο χρώμα του αίματος, της αμαρτίας και της φωτιάς» («το χρώμα που παίρνει ο ήλιος την Ημέρα της Κρίσεως»…) επανέρχεται διαρκώς στις σελίδες του ιδιαίτερου αυτού μυθιστορήματος. «Σύμφωνα με την Αισθητική θεωρία του Τέοντορ Αντόρνο, ο οποίος δηλώνει εντυπωσιασμένος από το “σημαντικό μυθιστόρημα αγωνίας” του Πέρουτς», διαβάζουμε στο επίμετρο του βιβλίου, «η λέξη κατέχει σημαντική θέση στις σύγχρονες θεωρίες περί συμβόλων. Ο Πέρουτς, ωστόσο, δεν επινόησε απλώς ένα νέο χρώμα. Δημιούργησε επίσης έναν πρωτότυπο τύπο μυθιστοριογραφίας, τον οποίο οι αναγνώστες καλούνται να ανακαλύψουν».

Ο, γεννημένος το 1882 στην Πράγα, Λέο Πέρουτς τοποθετεί την πλοκή του Μαιτρ… στη Βιέννη του 1909. Το βιβλίο εκδόθηκε το 1923, σε μια εποχή σκληρή, στα ταραγμένα χρόνια ενός φόβου που αναδυόταν από παντού. «Φόβος και φαντασία είναι άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους», λέει κάποια στιγμή ένας από τους πρωταγωνιστές του βιβλίου. Το κλίμα αυτό της εποχής, η ατμόσφαιρα φόβου και αγωνίας, υπαρξιακής πολλές φορές, αντικατοπτρίζεται με τον πιο ζωντανό τρόπο στις σελίδες του Μαιτρ της Δευτέρας Παρουσίας.
Τι είναι ο Μαιτρ της Δευτέρας Παρουσίας; Πολλά πράγματα, διαφορετικά, που δεν αθροίζονται, απλώς, αλλά συντήκονται, συγχωνεύονται, για να δώσουν αυτόν τον «πρωτότυπο τύπο μυθιστοριογραφίας». Το βιβλίο ξεκινάει ως αστυνομικό μυθιστόρημα «κλειδωμένου δωματίου» (ο διάσημος ηθοποιός Ευγένιος Μπίσοφ κλειδώνεται σε ένα δωμάτιο και, όταν ανακαλύπτεται νεκρός από μια σφαίρα, η αρχική εικόνα περί αυτοκτονίας αρχίζει να σκιάζεται από έντονες υποψίες για δολοφονία) και whodunit. Όταν αυτός ο μυστηριώδης θάνατος φαίνεται να συνδέεται με μια σειρά από άλλες, εντελώς παρόμοιες «αυτοκτονίες», καθώς και με την ιστορία ενός σκοτεινού ζωγράφου του 16ου αιώνα, το βιβλίο αρχίζει σιγά-σιγά να παίρνει αποχρώσεις μεταφυσικής, φανταστικού, ψυχολογικού δράματος, υπαρξιακής αναζήτησης («κάθε άνθρωπος κουβαλάει μέσα του τη δική του Ημέρα της Κρίσεως»). Οι χαρακτήρες του μυθιστορήματος έρχονται, οικειοθελώς ή μη, αντιμέτωποι με το σκότος, με κάποιου είδους σκότος («έχετε συνειδητοποιήσει πόσο κοντά βρεθήκατε στην άλλη όχθη;», ερωτάται ο πρωταγωνιστής), κι έτσι, μπροστά στο κενό, τα όρια της πραγματικότητας θολώνουν.
Ένας κόσμος αμφισημίας, ασταθής, παραισθητικός

Την ιστορία την αφηγείται ο βασικός ύποπτος για τον φόνο, ο οποίος, προφανώς, γεμάτος αγωνία, θα ήθελε να αθωώσει τον εαυτό του, γεγονός που αυτόματα μετατρέπει τα λόγια και τη μαρτυρία του σε αναξιόπιστη μυθοπλασία. Ταυτόχρονα, ο συγγραφέας εισάγει διαρκώς στοιχεία που υπονομεύουν τον ρεαλισμό της αστυνομικής πλοκής (ακόμα και ο τίτλος του βιβλίου, η «Δευτέρα Παρουσία» του, συμβάλλει σε αυτό). Έτσι, δημιουργείται σταδιακά ένας κόσμος αμφισημίας, αμφιβολίας, ένας κόσμος ασταθής, θολός, ονειρικός, παραισθητικός, γεμάτος παγίδες ή φαντασιώσεις ή απότομες στροφές, ενώ κρίσιμο ρόλο σε αυτή την κινούμενη άμμο, σε αυτό το «τραγικό κυνήγι φαντασμάτων», παίζει τόσο ο «Πρόλογος αντί επιλόγου» όσο και ο «Επίλογος του εκδότη». «Προϊόν μιας παράνομης σχέσης ανάμεσα στον Φραντς Κάφκα και την Άγκαθα Κρίστι», έχει αποκαλέσει το έργο του Πέρουτς ο συγκαιρινός του συγγραφέας και κριτικός Φρίντριχ Τόρμπεργκ.
Με μελαγχολικές αποχρώσεις και με μια εξπρεσιονιστική ματιά, παίζοντας με γεγονότα που ίσως είναι πραγματικά (πραγματικά; τι σημαίνει πραγματικά;), ίσως φαντασιώσεις, ίσως παιχνίδια του υποσυνείδητου, ο Πέρουτς δημιουργεί την αίσθηση μιας διαρκούς σκοτεινής απειλής που παίρνει, τελικά, υπαρξιακές διαστάσεις: «Μέσα μας κουβαλάμε, χωρίς να το υποψιαζόμαστε, έναν φοβερό εχθρό. Δεν κινείται, κοιμάται, κείτεται σαν νεκρός. Αλίμονο αν ξυπνήσει! Ας μη θελήσει ποτέ ξανά ανθρώπου μάτι ν’ αντικρίσει το κόκκινο χρώμα του αίματος, της αμαρτίας και της φωτιάς που είδα εγώ».

Έργο που δεν κατατάσσεται σε ένα λογοτεχνικό είδος

Η ανάγνωση του Μαιτρ της Δευτέρας Παρουσίας εξηγεί σε έναν βαθμό και την αμηχανία των κριτικών μπροστά στο έργο του Πέρουτς, ειδικά εκείνων που θα ήθελαν να το κατατάξουν σε κάποιο συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος. Όταν ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, σε ένα άρθρο του στη Frankfurter Zeitung με τίτλο «Αστυνομικά μυθιστορήματα στο ταξίδι», τοποθετεί τον Πέρουτς στους συγγραφείς αστυνομικών μυθιστορημάτων, ο ίδιος ο συγγραφέας θεωρεί ότι προσβάλλεται και αντιδρά με επιστολή του στην εφημερίδα, λέγοντας «δεν έγραψα ποτέ αστυνομικό μυθιστόρημα […] δεν είναι ο σωστός τρόπος να μιλά κανείς για έναν συγγραφέα ο οποίος για κάθε του μυθιστόρημα και για κάθε του διήγημα έχει εργαστεί πολύ επίπονα επί έτη». Η συζήτηση αυτή γίνεται το 1930, στα λογοτεχνικά συμφραζόμενα εκείνης της εποχής, έτσι κι αλλιώς όμως η συζήτηση για την αστυνομική λογοτεχνία έχει βαθιές ρίζες… Πάντως, και ο Μπόρχες συμπεριέλαβε τον Μαιτρ… στη σειρά των κλασικών αστυνομικών μυθιστορημάτων, γεγονός που συνέβαλε καθοριστικά στη μεγάλη επιτυχία που είχε η έκδοση του βιβλίου στα ισπανικά. Το πολύ κατατοπιστικό σημείωμα της ελληνικής έκδοσης παρουσιάζει μια αρκετά πλήρη εικόνα της πρόσληψης του Μαιτρ της Δευτέρας Παρουσίας, ωστόσο νομίζω πως μια απόπειρα κατάταξης αυτού του βιβλίου σε συγκεκριμένο είδος δεν έχει πολύ νόημα.
Ο Λέο Πέρουτς έζησε στη Βιέννη μέχρι το Άνσλους, το 1938, οπότε έφυγε για την Παλαιστίνη. Το έργο του έχει συζητηθεί αρκετά, καθώς το ενδιαφέρον γι’ αυτό έχει αναζωπυρωθεί με διάφορες αφορμές – η έκδοση του Ονόματος του Ρόδου, του Ουμπέρτο Έκο, ήταν μία από αυτές. Μάλιστα, όπως διαβάζουμε στο επίμετρο του βιβλίου, έχει γραφτεί ότι «το να θέλει κανείς να αποκρυπτογραφήσει τα παράδοξα συμβάντα στην αφήγηση του Πέρουτς είναι σαν να αναζητεί τη σαφήνεια εκεί όπου βασιλεύει η αμφιβολία. Η βεβαιότητα της μίας και μοναδικής λύσης είναι εξίσου αδύνατη στον Πέρουτς, στον Έκο και στους υπόλοιπους μεταφυσικούς συγγραφείς».

Κώστας Αθανασίου