Το ανεπίκαιρο και επίκαιρο της επανάστασης

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΟΥ ΤΑΣΟΥ ΤΡΙΚΚΑ
“Από το όραμα στην πράξη, Κομμουνιστική Διεθνής, Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, Ρωγμές στη Μονολιθικότητα”

vivlio-trikka

Του Θανάση Καλαφάτη

Οι σκέψεις που ακολουθούν συγκροτούν μια άλλη οπτική ανάγνωση για το τελευταίο βιβλίο του Τάσου Τρίκκα. Το βιβλίο «Από το όραμα στην πράξη, Κομμουνιστική Διεθνής, Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, Ρωγμές στη Μονολιθικότητα» έρχεται σε μία εποχή αχαλίνωτου νεοφιλελευθερισμού, κοινωνικής πολτοποίησης και μαζικής αλλοτρίωσης, που φαίνεται να καθιστά τέτοιες δημιουργικές προσπάθειες, παρωχημένες και ανεδαφικές. Όμως το βιβλίο επιχειρεί κατά συστηματικό τρόπο να σπάσει την εικόνα του «υπάκουου κόμματος» για το ΚΚΕ, την οποία έχουν επιδιώξει συστηματικά οι «νέοι ιστορικοί» να αναδείξουν, τις τελευταίες δεκαετίες, ώστε να δώσουν με ένα πιο ραφιναρισμένο τρόπο την παλιά αντικομμουνιστική εικόνα: ΚΚΕ απόλυτο, πιστό τμήμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς και ύστερα υπηρέτης των κρατικών συμφερόντων της Σοβιετικής Ένωσης. Ύστερα υπάρχουν αρκετά προσωπικά αφηγήματα, που τείνουν να δικαιολογήσουν τη μεταστροφή των αγωνιστών – συγγραφέων, επιχειρώντας, άλλοτε χονδροκομμένα και άλλοτε χρησιμοποιώντας κανόνες ενός ιδιόρρυθμου συστήματος λογικής, να καταλήγουν στο ίδιο αποτέλεσμα ως και οι παλιότεροι οι πρώτοι διδάξαντες από την εποχή της δεκαετίας του ’20.
Ύστερα, καθώς συμπληρώνονται 100 χρόνια από το ξέσπασμα της Οκτωβριανής Επανάστασης, χρειάζεται να σταθούμε κριτικά στη μεγαλειώδη αυτή παγκόσμια κοινωνική ανατροπή, που συνδέεται άρρηκτα με την πορεία του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος, και να βγάλουμε τα αναγκαία συμπεράσματα για την πορεία των σημερινών λαϊκών κινημάτων. Ο συγγραφέας πραγματεύεται με νηφαλιότητα και αρετές επαγγελματία ιστορικού αυτές τις εξελίξεις, καθιστώντας το σημερινό ανεπίκαιρο της επανάστασης επίκαιρο και αναγκαίο για τους νέους αγώνες που διανοίγονται στην αυγή της νέας χιλιετίας.
Ο συγγραφέας επίσης έχοντας πίσω του μια πλούσια αγωνιστική παρουσία -διανοούμενος μαχητής για δεκαετίες στο Ελληνικό Εργατικό Κίνημα- έρχεται να αναμετρηθεί με σημαντικά προβλήματα οργάνωσης και θεωρίες του Ελληνικού και Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος. Όχι κατά ανάγκη επαγγελματίας ιστορικός, όμως, μέσα από τις συνεχείς απασχολήσεις και επεξεργασίες με τα ζητήματα προσδιορισμού της πορείας και εξέλιξης των εργατικών αγώνων και της ερμηνείας τους, συμβάλλει αποφασιστικά στο να ανοίξει ένας καινούργιος δρόμος για μια συγκροτημένη ιστορία του Εργατικού Ελληνικού Κινήματος. Ο δρόμος τώρα είναι πιο εύκολος, καθώς η πρόσβαση στα αρχεία που πολλαπλασιάζονται συνεχώς είναι πλέον ελεύθερη.

Καλύπτοντας ένα βιβλιογραφικό κενό

Το βιβλίο δεν μπορεί να τοποθετηθεί δίπλα στις μέχρι τώρα ιστορίες ή μονογραφίες για την πορεία του κομμουνιστικού κινήματος στη χώρα μας. Οι εργασίες αυτές πολλές φορές διακρίνονται για τις επιστημονικές τους μονομέρειες, ανεξάρτητα από ποια πλευρά γράφονταν, ή ήταν απλές ιστορικές καταγραφές των σταθμών της πολιτικής εξέλιξης ή αναφορές στην ηρωική προσφορά των μελών του ΚΚΕ για το κόμμα και την πατρίδα. Εξέλιπε η σύνδεση αυτής της πορείας με τις κοινωνικές του επιλογές και τη μελέτη της ανάπτυξης του μαζικού λαϊκού κινήματος. Ταυτόχρονα ήταν μειωμένη η αναφορά στο διεθνές περιβάλλον και η σύνδεσή του με το Διεθνές Κομμουνιστικό κέντρο και την Γ’ Διεθνή και αργότερα με τις άτυπες μορφές συνεργασίας μεταξύ των ΚΚ και τις συνδέσεις τους με τις διάφορες διεθνείς συνδιασκέψεις και συνέδρια, που μετά το 1943 διέπουν τις σχέσεις μεταξύ των ΚΚ.
Κατά τη γνώμη μου υπάρχει ένα βιβλιογραφικό επιστημονικό κενό μιλώντας ιδιαίτερα για την ελληνική πραγματικότητα. Έτσι ο συγγραφέας διαμορφώνει το κατάλληλο πλαίσιο για να διερευνηθούν οι ρωγμές ή μη ρωγμές στη μονολιθικότητα του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ελλάδος και ό,τι αυτό συνεπάγεται για ένα ιστορικό αναστοχασμό πάνω στα γεγονότα και τις εξελίξεις της νεότερης ιστορίας μας. Γεγονότα τα οποία δεν μπορούν πλέον να αγνοούνται ή να φωτίζονται από μια οπτική γωνία, που δεν μπορεί να δώσει εκτιμήσεις και ερμηνείες όσο το δυνατόν αντικειμενικές και στέρεες για την κατανόηση του όλου κομματικού, πολιτικού και κοινωνικού γίγνεσθαι που αρχίζει με την Οκτωβριανή Επανάσταση, την ίδρυση του ΣΕΚΕ και στη συνέχεια καλύπτει την όλη περίοδο μέχρι τη διάσπαση του ενιαίου ΚΚΕ το 1968.
Οι διερευνήσεις του συγγραφέα φαίνεται να μην καλύπτουν συστηματικά την όλη περίοδο 1918-1968. Ιδιαίτερη είναι η εμβάθυνση στις πολιτικές – ταξικές αναφορές και η μελέτη των σχέσεων μεταξύ του Ελληνικού Κομμουνιστικού Κόμματος και του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κέντρου στις αρχές του περασμένου αιώνα και ιδιαίτερα στην περίοδο του Μεσοπολέμου.
Πρέπει να μείνουμε σε αυτή την τελευταία περίοδο, η οποία διαγράφει ένα προνομιούχο πεδίο για να ελεγχθούν οι αρχικές υποθέσεις εργασίας. Εδώ ο συγγραφέας εντοπίζει πολλαπλές περιπτώσεις, από τις πολιτικές πρακτικές και την πρακτική δράση του ΚΚΕ, που αξίζουν μια παραπέρα διερεύνηση ίσως από νεώτερους και επαγγελματίες ιστορικούς. Ο συγγραφέας στηρίζεται σε μια πλούσια βιβλιογραφία και σε ορισμένες δημοσιευμένες αρχειακές πηγές. Το όλο εγχείρημα, αλλά και το χρονικό και τοπικό πλαίσιο, αναδεικνύει από μια άλλη πλευρά την ανάγκη να επιστρέψουμε στη μελέτη πιο συστηματικά της περιόδου ιδιαίτερα του μεσοπολέμου. Η μελέτη των στρατιωτικών κινημάτων και των απότοκων πολιτειακών μεταβολών και μερικές κοινωνιολογικές αναφορές δεν αρκούν για να αποτελέσουν το αντικείμενο και το πλαίσιο για μια πιο συστηματική έρευνα της συγκεκριμένης περιόδου. Η περίοδος αυτή δεν μπορεί να αποκοπεί από εκείνη που προηγείται, δηλαδή της μεγάλης εθνικής ήττας στο τέλος του προπερασμένου αιώνα και των νέων αντιστάσεων σε όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής πολιτικής και των διεθνών εξελίξεων που χρωματίζουν την περίοδο, που αρχίζει με την έκρηξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η μελέτη των κοινωνικών σχέσεων, αλλά και η χρησιμοποίηση άλλων πολιτικών εργαλείων, εκτός των πολιτικών, δεν αρκεί. Οι διεπιστημονικές προσεγγίσεις μπορούν πιο συστηματικά να αναδείξουν φλέβες εξελίξεων σε πολλούς τομείς που η μελέτη τους έρχεται να ενσωματωθεί στην ιστορία των νέων δραματικών δεκαετιών, των εθνικών και εμφύλιων πολέμων. Το ρωμαλέο κίνημα της εθνικής αντίστασης και η ανθρωπογεωγραφία των αντετιθέμενων κοινωνικών δυνάμεων και των πολιτικών τους φορέων, δεν μπορούν να νοηθούν χωρίς την κάθετη και οριζόντια έρευνα της κοινωνικής διαστρωμάτωσης και της πολιτιστικής παραγωγής.

Κίνητρο για περαιτέρω μελέτη

Οι αναστοχασμοί του συγγραφέα για τα πολιτικά, κοινωνικά, κομματικά και διεθνή θέματα, οι διερευνήσεις καίριων ερωτημάτων για την πορεία του ελληνικού και διεθνούς εργατικού κινήματος παρέχουν το κίνητρο για να ενισχυθεί το ενδιαφέρον να μάθουμε κατά ένα πληρέστερο και φωτισμένο τρόπο τη δική μας ιστορία, την ιστορία του τόπου μας. Η ιστορία του τόπου μας είναι λειψή χωρίς την εμβάθυνση και μελέτη του Ελληνικού Εργατικού Κινήματος, που για ένα αιώνα, με τη μία ή την άλλη μορφή, πρωτοστατεί στις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις του τόπου μας. Το βιβλίο του Τάσου Τρίκκα ακριβώς τη συγκεκριμένη στιγμή αποτελεί μια συμβολή στην ιδεολογική αντιπαράθεση ανάμεσα στους παλιότερους ιστορικούς και τους «μετανεωτερικούς» που επιχειρούν να γράψουν, παραβιάζοντας κάθε επιστημονική δεοντολογία μια άλλη ιστορία για τον τόπο και την Αριστερά.
Το κύριο συμπέρασμα του συγγραφέα διατυπώνεται ξεκάθαρα «οι σχέσεις του ΚΚΕ με την ΚΔ είναι στενές, αλλά χαρακτηρίζονται από λανθάνουσα διαλεκτική ένταση, βαδίζουν στον ίδιο δρόμο, συχνά, όμως, σε διάφορες λωρίδες, με τρόπο που αφήνει να εννοηθεί η ύπαρξη δύο ομόλογων, αλλά όχι ταυτόσημων γραμμών». Τα πορίσματα αντλούνται ιδιαίτερα από την περίοδο του μεσοπολέμου και την αρχική φάση οικοδόμησης του ΚΚΕ με τις ανοδικές και καθοδικές φάσεις της, μέχρι την παρέμβαση της Γ’ Διεθνούς το 1931 και τη μεγάλη στροφή στο ελληνικό και διεθνές εργατικό κίνημα, που γίνεται το 1934 και 1935 αντίστοιχα. Από την πολιτική της άμεσης κατάληψης της εξουσίας, στην πολιτική των σταδίων. Από την αντιφασιστική πολιτική, στην αμφιλεγόμενη σημερινή επαναστατική πολιτική για την κατάκτηση της νέας εξουσίας. Όλες αυτές οι μεταβάσεις είναι αντικείμενα διερεύνησης των ερωτημάτων που θέτει ο συγγραφέας.
Ανάμεσα στις υποθέσεις εργασίας του συγγραφέα, τη διάταξη και διερεύνηση του πραγματολογικού υλικού του και στα τελικά συμπεράσματα, πρέπει να υπάρχει μια συνεκτικότητα που να έχει ως αποτέλεσμα να αποφεύγονται βολονταριστικές απόψεις και περικοπές της πραγματικότητας για να επέλθει η επιθυμητή συμφωνία μεταξύ θεωρίας και πραγματικότητος. Ο συγγραφέας εδώ με νηφάλιο τρόπο και την τήρηση των απαραιτήτων κανόνων επιστημονικής δεοντολογίας, διαγράφει αδρά το προηγούμενο σχήμα. Από εδώ πηγάζει η ανάγκη να υπάρξει μια χρονική επέκταση της διερεύνησης και των ερμηνευτικών σχολίων που θα αγγίζουν πιο συστηματικά την περίοδο μετά το 1935.
Ο συγγραφέας παρέχει δυνατότητες και ευκαιρίες για να φτάσουν οι νεότεροι ιστορικοί σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου την προσέγγιση του όλου εγχειρήματος. Ταυτόχρονα, θέτει για τη σημερινή αριστερά την ανάγκη μιας εμβάθυνσης και ανανέωσης της θεωρίας, καθώς και του κόσμου της εμπειρίας. Από την άποψη αυτή, είναι αρκετά χρήσιμη η συμβολή του Θανάση Βακαλιού, που περιέχεται στο τέλος του βιβλίου με τον τίτλο «Με τον σταλινισμό δεν οικοδομείται σοσιαλισμός».