Το θέατρο μέσα στο κοινωνικό του πλαίσιο

Βαρβάρας Γεωργοπούλου “Ιστορία και Ιδεολογία στα κάτοπτρα του Διονύσου” (εκδ. Παπαζήση, 2015)

Από τα ενδιαφέροντα διαβάσματα των φετινών διακοπών του Πάσχα ήταν το βιβλίο της Βαρβάρας Γεωργοπούλου, Ιστορία και Ιδεολογία στα κάτοπτρα του Διονύσου. Η συγγραφέας είναι θεατρολόγος και διδάσκει στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, στο Ναύπλιο. Την απασχολεί ιδιαιτέρως το ελληνικό θέατρο στο Μεσοπόλεμο, μολονότι έχει ασχοληθεί και με άλλες περιόδους. Στο δίτομο έργο της Η θεατρική κριτική στην Αθήνα του Μεσοπολέμου, Αιγόκερως (2008 και 2009) έχει μελετήσει την πορεία και τις εξελίξεις της κριτικής σκέψης στην περίοδο που αναφέρεται στον τίτλο, αποδελτιώνοντας έναν τεράστιο όγκο υλικού από εφημερίδες και περιοδικά της εποχής. Εξίσου προσεκτική ιστορική έρευνα έχει κάνει για το θέατρο της ιδιαίτερης πατρίδας της, της Κεφαλονιάς (Ο Διόνυσος στο Ιόνιο, 2010), ενώ τα ενδιαφέροντά της για τη γυναικεία δημιουργία στο ελληνικό θέατρο του 20ού αιώνα, την οδήγησαν στη συγγραφή μιας μονογραφίας για την Γαλάτεια Καζαντζάκη (Γυναικείες διαδρομές: Η Γαλάτεια Καζαντζάκη και το θέατρο, 2012).
Στο τελευταίο της βιβλίο επιχειρεί να δείξει τις σχέσεις ιδεολογίας και θεατρικού γίγνεσθαι στη νεότερη και σύγχρονη Ελλάδα. Τα μελετήματα που το απαρτίζουν απλώνονται σε ένα βάθος χρόνου από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα μέχρι τη δύσκολη δεκαετία 1940-1950.

Η βιογραφία δύο αμφιλεγόμενων προσωπικοτήτων

Το βιβλίο χωρίζεται σε τρεις μεγάλες ενότητες: «δραματοποιημένες βιογραφίες – ο Βίος ως θέατρο», «η ευφορία του θεατρικού στοχασμού», «το ελληνικό θέατρο σε χαλεπούς καιρούς». Στην πρώτη ενότητα παρακολουθεί με προσοχή και ερευνητική φροντίδα πώς η ελληνική δραματική παραγωγή χρησιμοποιεί και εξελίσσει ως θέματα θεατρικών έργων τη βιογραφία δύο αμφιλεγόμενων προσωπικοτήτων: του Νέρωνα και του Παπαφλέσσα. Ομολογουμένως έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον να δει κανείς, όπως το κάνει η συγγραφέας, πώς η συγγραφή, αλλά φυσικά και η παράσταση τέτοιων ιστορικών δραμάτων, εμπλέκεται με φιλοσοφικά, αισθητικά, πολιτικά ακόμη και θρησκευτικά διακυβεύματα της εποχής (όπως για παράδειγμα στους Νέρωνες του Ανδρέα Ρηγόπουλου και του Σικελιανού ή στον Παπαφλέσσα του Λέοντος Μελά).

Η σχέση τέχνης και ιδεολογίας

Στη δεύτερη ενότητα, ανασκάπτεται η σχέση τέχνης και ιδεολογίας με βάση το διάλογο αριστερών και συντηρητικών διανοουμένων το σχετιζόμενο με θεατρικά έργα και τις παραστάσεις τους. Από την ενότητα αυτή περνούν πανοραμικά περιοδικά της εποχής του Μεσοπολέμου (όπως ο Νουμάς ή οι Πρωτοπόροι) που με την αρθρογραφία που δημοσίευαν χάραξαν τη σύγχρονη ελληνική σκέψη και ονόματα πολύ γνωστά και με ιδιαίτερο βάρος για την εξέλιξη της πνευματικής ζωής στη χώρα (Βάρναλης, Πικρός, Πρεβελάκης κ.ά.). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον εδώ έχει ο διάλογος ανάμεσα στους ίδιους τους αριστερούς συγγραφείς και καλλιτέχνες, τα ασαφή όρια της πρωτοπορίας, η ανάγκη να βρεθεί ένας τρόπος η τέχνη να υπηρετήσει την υπόθεση του σοσιαλισμού διατηρώντας την ελευθερία της. Μ’ ένα λόγο η αγωνία της στράτευσης αλλά και το άγονο μιας τέχνης που κρίνεται με στενά ιδεολογικά κριτήρια και στο όνομα της επανάστασης απεμπολεί την επαναστατικότητα που ενέχει η αληθινή, η μεγάλη τέχνης αφεαυτής. Το παράδειγμα που χρησιμοποιεί η συγγραφέας είναι η περίπτωση της Γαλάτειας Καζαντζάκη, διανοούμενης της αριστεράς, που το έργο της το Πλοίο ταξιδεύει, ένα θεατρικό μέσα στο πνεύμα του εξπρεσιονισμού που δοκιμάζει τολμηρές αισθητικές επιλογές, μολονότι όχι πάντα επιτυχημένα, και με σαφές πολιτικό μήνυμα, δέχτηκε σκληρή και άδικη κριτική κυρίως από την αριστερή διανόηση. Άλλωστε την δεκαετία του 1930, και με τις ραγδαίες εξελίξεις στη Σοβιετική Ένωση, τις σταλινικές απαιτήσεις για την τέχνη, πολλοί στρατευμένοι διανοούμενοι αποδείχτηκαν συχνά όχι απλώς άτολμοι αλλά ιδιαιτέρως συντηρητικοί και με πνεύμα μικροαστικό στην πρόσληψη και ερμηνεία της τέχνης. Ωστόσο, ούτε η άλλη πλευρά έσκυψε με προσοχή πάνω από την περίπτωση της Καζαντζάκη. Όπως ορθά παρατήρησε η Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, τολμηρότερη από τους άνδρες συναδέλφους της «το μοντέρνο το βλέπουμε πάντα εκτός Ελλάδας».

Το θέατρο την περίοδο του πολέμου

Η τρίτη ενότητα, μεγαλύτερη και πιο φιλόδοξη, μας ταξιδεύει στην περίοδο του πολέμου, της Κατοχής, της αντίστασης και του εμφυλίου. Η δεκαετία αυτή είναι από τις πιο γόνιμες στην ιστορία του νεοελληνικού θεάτρου. Χαρακτηρίζεται από τόλμη και εφευρετικότητα. Η επιθεώρηση, το θέατρο του βουνού, ο ρόλος του Εθνικού Θεάτρου αλλά και η σκληρή λογοκρισία της εποχής είναι μερικά από τα θέματα που την απασχολούν, ενώ στέκεται σε περιπτώσεις καλλιτεχνών όπως ο Ρώτας, ο Κοτζιούλας, ο Σικελιανός, ο Καζαντζάκης, ο Κουν και στο έργο τους.
Τα τρία μελετήματα της Γεωργοπούλου έχουν επιμελημένη τεκμηρίωση και το πληροφοριακό υλικό που καταθέτει για να σκιαγραφήσει τις περιόδους και τις θεματικές που την ενδιαφέρουν είναι εντυπωσιακό και εν πολλοίς δυσεύρετο. Αποφεύγει, ωστόσο, να εντάξει τις παρατηρήσεις της σε πλατιά ερμηνευτικά σχήματα. Μια πραγματική δεξαμενή πληροφοριών και βιβλιογραφικών παραπομπών, που, όμως δεν κουράζει καθόλου τον αναγνώστη, γιατί το ύφος της συγγραφέως είναι απλό και λιτό, η γραφή της αναλυτική και η παράθεση της πληροφορίας προσεγμένη και με την πρέπουσα αφαιρετικότητα. Ένα βιβλίο που τηρεί τις αρχές της επιστημονικής έρευνας και που ενδιαφέρει τόσο τους ειδικούς όσο κι εκείνους που αγαπούν το θέατρο και θέλουν να ερευνούν τη σχέση του με τις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις.

Μαρώ Τριανταφύλλου
maro33@otenet.gr