Το καταλανικό αίνιγμα: μεταξύ συλλήψεων και εκλογών

forti1

Του Στίβεν Φόρτι

Τα πάντα είναι αβέβαια στην Καταλονία. Τα πάντα κλονίζονται. Ίσως όμως και όχι. Τα πάντα παραμένουν ίδια. Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι τα γεγονότα των τελευταίων εβδομάδων, που κατέληξαν σε μια μονομερή κήρυξη ανεξαρτησίας εκ μέρους της καταλανικής κυβέρνησης και στην εφαρμογή του άρθρου 155 εκ μέρους της ισπανικής κυβέρνησης, αποτελούν μια τομή. Το Procés sobiranista (Η διαδικασία ανεξαρτητοποίησης) έληξε. Ή τουλάχιστον έληξε μια φάση, μακρά και αμφιλεγόμενη, αυτής της διαδικασίας. Αρχίζει τώρα μια άλλη. Όσο και αν είναι ρευστή η κατάσταση και χωρίς να αποκλείεται μια νέα κλιμάκωση – κυρίως μετά τις συλλήψεις των μελών της καταλανικής κυβέρνησης που αποφασίστηκαν την Πέμπτη από την δικαστή της Audiencia Nacional Κάρμεν Λαμέλα – μπορούμε να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι συνέβη πραγματικά και να σκιαγραφήσουμε τα πιθανά μελλοντικά σενάρια.

Μια τρύπα στο νερό

Αρχικά είναι σημαντικό να αναλύσουμε την τελευταία έντονη φάση, που άρχισε στις αρχές Σεπτεμβρίου με την έγκριση των νόμων για το Δημοψήφισμα και για τη νομική Μεταβατικότητα εκ μέρους της καταλανικής Βουλής.  Εκείνες τις μέρες, το κίνημα για την ανεξαρτησία –που κυβερνούσε με μια πλειοψηφία εδρών, αλλά όχι ψήφων– αποφάσισε να επιταχύνει τις ενέργειές του, να τα παίξει όλα για όλα. Ο μοναδικός αληθινός στόχος ήταν να προκαλέσει την αντίδραση του ισπανικού κράτους, με την ελπίδα να διευρύνει τη βάση συναίνεσής του. Τα σκληρά μέτρα που υιοθετήθηκαν από την κυβέρνηση της Μαδρίτης έπαιξαν το παιχνίδι των οπαδών της ανεξαρτησίας, αποδεικνύοντας την ελάχιστη πολιτική οξυδέρκεια του πρωθυπουργού Μαριάνο Ραχόι. Όμως η οξυδέρκεια δεν υπάρχει ούτε στην Καταλονία. Απόδειξη είναι η απόφαση της καταλανικής κυβέρνησης να συνεχίσει το δρόμο της μονομέρειας, θεωρώντας ως έγκυρα τα αποτελέσματα ενός δημοψηφίσματος αυτοδιάθεσης χωρίς καμία εγγύηση, στο οποίο ψήφισε μόνο το 42% των πολιτών με δικαίωμα ψήφου.
Η μονομερής κήρυξη ανεξαρτησίας, που ψηφίστηκε από την καταλανική Βουλή την 27η Οκτωβρίου, ήταν η σταγόνα που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει. Καμία χώρα δεν αναγνώρισε τη νέα καταλανική Δημοκρατία. Μια τρύπα στο νερό, στην οποία προστίθεται η φυγή επιχειρήσεων και τραπεζών –σχεδόν 2.000 τον τελευταίο μήνα, που ισοδυναμεί με περισσότερο από το 30% του καταλανικού ΑΕΠ. Χωρίς διεθνή στήριξη, χωρίς να έχει υπέρ της μια καθαρή πλειοψηφία του πληθυσμού και χωρίς την έγκριση της οικονομικής εξουσίας, η κήρυξη της ανεξαρτησίας με μονομερή τρόπο ήταν κανονική αυτοκτονία. Η καταλανική κυβέρνηση, χωρίς σχέδιο και στρατηγική, εμπιστεύτηκε αποκλειστικά τις λαϊκές κινητοποιήσεις, χωρίς να υπολογίζει την πραγματικότητα. Ένα μείγμα αφέλειας και ανευθυνότητας χωρίς προηγούμενο.

Σε πλήρη σύγχυση

Ο Ραχόι έπαιξε καλά τα χαρτιά του: διέλυσε αμέσως την καταλανική Βουλή και προκήρυξε εκλογές για την 21η Δεκεμβρίου, μειώνοντας όσο περισσότερο γινόταν την περίοδο διοίκησης της αυτόνομης περιφέρειας από την κεντρική κυβέρνηση, σύμφωνα με την εφαρμογή του άρθρου 155 του Συντάγματος. Η κυβέρνηση των οπαδών της ανεξαρτησίας απάντησε αρχικά με σιωπή, έπειτα με αντιφατικό τρόπο. Από τη μια ο πρόεδρος Πουτζντεμόντ δραπέτευσε στις Βρυξέλλες, συνοδευόμενος από κάποια στελέχη της κυβέρνησής του, θεωρώντας τον εαυτό του ακόμη ως νόμιμο πρόεδρο (παρόλο που καθαιρέθηκε από την κυβέρνηση της Μαδρίτης) και προσπαθώντας να διεθνοποιήσει το καταλανικό ζήτημα, με κόστος να θέσει σε κίνδυνο τη βελγική εύθραυστη πολιτική σταθερότητα. Από την άλλη, η μισή καταλανική κυβέρνηση, συμπεριλαμβανομένου του αντιπροέδρου Γιουνκέρας, έμεινε στη Βαρκελώνη, αποδεχόμενη σιωπηρά την καθαίρεσή της, ενώ τα κόμματα υπέρ της ανεξαρτησίας δήλωσαν ότι θα συμμετάσχουν στις εκλογές που προκήρυξε ο Ραχόι. Εκείνοι που είχαν υποσχεθεί στους πολίτες ότι θα έφθαναν στη γη της επαγγελίας με πολύ σύντομο και ανώδυνο τρόπο είναι σε πλήρη σύγχυση.

Ανοιχτά ερωτήματα

Είναι εξαιρετικά δύσκολο να προβλέψει κανείς τι θα συμβεί τώρα. Η μοναδική βεβαιότητα είναι οι εκλογές της 21ης Δεκέμβρη. Τότε θα παιχτεί το βασικό παιχνίδι. Η επόμενη εβδομάδα είναι κρίσιμη ως προς αυτό. Κατ’ αρχάς πρέπει να καταλάβουμε πώς θα εμφανιστούν οι δυνάμεις που υποστηρίζουν την ανεξαρτησία: θα διατηρηθεί ο συνασπισμός Junts pel Sí (JxSí), που αποτελείται από το Καταλανικό Ευρωπαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα (PDeCAT), από τη Δημοκρατική Αριστερά της Καταλωνίας (ERC) και από προσωπικότητες των αποσχιστικών οργανώσεων; Τα δύο κόμματα είναι στα μαχαίρια εδώ και καιρό και οι εντάσεις πιθανό να ξεσπάσουν. Την 7η Νοεμβρίου, ημέρα κατά την οποία πρέπει να υποβάλλουν την υποψηφιότητά τους οι συνασπισμοί που θα συμμετάσχουν στην εκλογική αναμέτρηση, θα έχουμε την απάντηση.
Επίσης, θα είναι σημαντικό να καταλάβουμε πώς θα απαντήσει η βάση που υποστηρίζει την ανεξαρτησία. Η σύλληψη των μελών της καταλανικής κυβέρνησης θα διευκολύνει την κινητοποίηση των οπαδών της ανεξαρτησίας που ήρθαν σε δύσκολη θέση κατά τη διάρκεια των τελευταίων γεγονότων; Και τι θα κάνουν τα άλλα κόμματα; Η πρόταση της ηγέτιδας των Ciudadanos Ινές Αριμάδας για τη δημιουργία ενός συνταγματικού μετώπου –μαζί με τους σοσιαλιστές και το Λαϊκό Κόμμα δεν ευδοκίμησε: τα τρία κόμματα θα κατέβουν στις εκλογές μόνα τους. Οι αντικαπιταλιστές υπέρ της ανεξαρτησίας που ανήκουν στην Υποψηφιότητα Λαϊκής Ενότητας (CUP) θα αποφασίσουν σε συνέλευση αν θα συμμετάσχουν ή όχι. Η Catalunya en Comú – η σύγκλιση υπό την ηγεσία της δημάρχου της Βαρκελώνης Άντα Κολάου– αποφάσισε ήδη να συμμετάσχει και πρότεινε ως υποψήφιο τον Ξαβιέ Ντομένεχ, ενώ τα μέλη του Podem –του καταλανικού σχηματισμού του κόμματος του Πάμπλο Ιγκλέσιας– θα ψηφίσουν σε εσωκομματικό δημοψήφισμα αν θα κατέβουν στις εκλογές μαζί με την Catalunya en Comú. Εκτός των άλλων, θα είναι σημαντικό να κατανοήσουμε την ικανότητα κινητοποίησης εκείνων που είναι αντίθετοι με την ανεξαρτησία. Πώς θα απαντήσει αυτή που πολλοί αποκαλούν  «σιωπηλή πλειοψηφία»;

Διπλός συλλογισμός

Οι πρώτες δημοσκοπήσεις προβλέπουν ότι τα κόμματα υπέρ της ανεξαρτησίας θα κατορθώσουν να διατηρήσουν την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών, αλλά δεν θα αποκτήσουν την τόσο ποθητή πλειοψηφία σε ψήφους, ενώ οι άλλοι σχηματισμοί δεν θα κερδίσουν ούτε θα χάσουν σπουδαία πράγματα. Υπάρχουν πολλοί άγνωστοι παράγοντες, ασφαλώς, αλλά δεν πρέπει να αποκλείουμε ένα τέτοιο σενάριο.
Αυτό μας οδηγεί σε ένα τελικό διπλό συλλογισμό. Πρώτα-πρώτα, η καταλανική κοινωνία είναι πάρα πολύ πολωμένη στο εθνικό ζήτημα και ο κίνδυνος μιας ρήξης είναι πλέον πραγματικός. Όχι μόνο σε πολιτικό πλαίσιο, αλλά και σε εργασιακό, στις οικογένειες, ανάμεσα στους φίλους. Η επούλωση των πληγών θα μπορούσε να κοστίσει χρόνια, αν όχι γενιές. Κατά δεύτερο λόγο, το κίνημα υπέρ της ανεξαρτησίας θα εξακολουθήσει να είναι πολιτικός παράγοντας στο μέλλον. Δεν είναι επομένως δυνατό, όπως εξακολουθεί να κάνει η κυβέρνηση του Λαϊκού Κόμματος, να αντιμετωπιστεί αυτό το ζήτημα μόνο με τα δικαστήρια. Η εφαρμογή του άρθρου 155 δεν είναι λύση. Ακόμη λιγότερο είναι λύση η απόφαση να συλληφθούν τα μέλη της έκπτωτης κυβέρνησης της Βαρκελώνης. Το καταλανικό ζήτημα είναι ένα πολιτικό πρόβλημα που αφορά όλη την Ισπανία, μια χώρα που βιώνει μια βαθιά κρίση σε πολλά επίπεδα: είναι αναγκαίο να ξεκινήσει ένας πραγματικός διάλογος με προτάσεις λύσεων που να επιτρέπουν την υπέρβαση ενός αδιεξόδου που θα μπορούσε να είναι αιώνιο. Αρχίζοντας από τη μεταρρύθμιση του Συντάγματος και εξετάζοντας τη δυνατότητα διεξαγωγής στην Καταλονία ενός δημοψηφίσματος αυτοδιάθεσης στιλ Σκοτίας.
Όλα είναι δυνατά. Αρκεί να υπάρχει πολιτική βούληση, των μεν και των δε. Χωρίς να εξαφθούν περισσότερο τα πνεύματα. Χωρίς να τεθούν σε μεγαλύτερο κίνδυνο οι καταλανικοί θεσμοί, που ανακτήθηκαν μετά το τέλος της δικτατορίας του Φράνκο. Χωρίς να χρησιμοποιηθούν μόνο τα δικαστήρια για να επιλυθεί ένα πολιτικό πρόβλημα. Χωρίς τον κίνδυνο να οδηγηθεί μια ευρωπαϊκή χώρα στο βάραθρο.

Μετάφραση Τόνια Τσίτσοβιτς

* Καθηγητή Σύγχρονης Ιστορίας στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης και ερευνητή του Ινστιτούτου Σύγχρονης Ιστορίας του Νέου Πανεπιστημίου της Λισαβόνας. Συγγραφέας μαζί με τον Arnau González i Vilalta και τον Enric Ucelay-Da Cal (Eds.) του βιβλίου El proceso separatista catalán. Análisis de un pasado reciente (2006-2017).