Το μεγάλο ταξίδι του Κ. Πορφύρη

arvanitakis1

 

Μπορεί να άργησε, αλλά τελικά ο Πορφύρης Κονίδης, που γνωρίσαμε όλοι ως Κ. Πορφύρη, τιμήθηκε στην ιδιαίτερη πατρίδα, τη Ζάκυνθο, και συγκεκριμένα από τον Πολιτιστικό Σύλλογο «Ερωτόκριτος» του χωριού που γεννήθηκε, του Σκουληκάδου, σε ένα διήμερο (21-22 Οκτωβρίου) με συγκινητική προσέλευση κόσμου όχι μόνο από την αριστερά, αλλά όλους τους πολιτικούς χώρους. Την πρώτη μέρα στο πολιτιστικό κέντρο της Χώρας για τη ζωή και το έργο του μίλησαν ο Τίτος Πατρίκιος, ο Δημήτρης Αρβανιτάκης και ο Κώστας Καποδίστριας. Τη δεύτερη ημέρα σε πλατεία του χωρίου του έγινε η αποκάλυψη του αγάλματός του που φιλοτεχνήθηκε από το γλύπτη Τάση Σταμίρη. Η «Εποχή» σήμερα δημοσιεύει εκτεταμένα αποσπάσματα από την ομιλία του Δημήτρη Αρβανιτάκη.

 

Του Δημήτρη Αρβανιτάκη*

 

Το ύφος, έλεγε ο Φλωμπέρ, είναι «ένας απόλυτος τρόπος θεώρησης των πραγμάτων […], είναι ένας τρόπος σκέψης». Και αργότερα, ο Μαρσέλ Προυστ, μιλώντας ακριβώς για τον Φλωμπέρ, υποστήριζε επίσης ότι «το ύφος δεν είναι υπόθεση τεχνικής, αλλά σκοπιάς». Ο μέγας φυσιοδίφης του δέκατου ένατου αιώνα, ο κόμης Buffon είπε το ίδιο πράγμα με άλλα λόγια: «Ο άνθρωπος είναι το ύφος του». Το ύφος, λοιπόν, ενός συγγραφέα, αυτό που αλλιώς το λέμε στιλ, δεν είναι ζήτημα καλλιλογίας, δεν είναι ζήτημα απλής τεχνολογίας της γραφής. Είναι κάτι βαθύτερο: είναι ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας στέκεται απέναντι στον κόσμο.

Αλλά, γιατί μια ομιλία για τον Πορφύρη να αρχίζει με αυτές τις σκέψεις; Αν μη τι άλλο, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με έναν λογοτέχνη, αλλά με έναν στρατευμένο διανοούμενο, με έναν ερευνητή, με έναν κριτικό, με έναν ιδεολόγο. Οφείλω να πω ότι αυτή η σκέψη μού γεννήθηκε, διαβάζοντας μία φράση ενός οξυδερκή κριτικού μας, σύντροφου και φίλου του Πορφύρη, του Δημήτρη Ραυτόπουλου. Μιλώντας ο τελευταίος για τα «ζακυνθινά» έργα του Πορφύρη, σημειώνει: «Η επιστημονική αποτίμησή τους δεν είναι της δικής μου αρμοδιότητας˙ ας μου επιτραπεί όμως να τον τοποθετήσω στην πλειάδα των Κ. Λομβάρδου, Ντ. Κονόμου, Λ. Ζώη, Ερμ. Λούντζη, Π. Χιώτη…». Ο Ραυτόπουλος, βέβαια, δεν κρίνει ούτε απερίσκεπτα ούτε μεροληπτικά, αφού στο ίδιο αυτό κείμενο, όπως και σε άλλα, έχει αποτιμήσει με ψυχραιμία και οξυδέρκεια την προσφορά του Πορφύρη.

Εξηγούμαι, λοιπόν: Αν πράγματι ο Πορφύρης με το έργο του έχει –καλύτερα: θα έπρεπε να έχει‒ κατακτήσει μία θέση ανάμεσα στους προαναφερθέντες ιστοριογράφους, εντούτοις, ο τρόπος και η οπτική του τον καθιστούν εντελώς διαφορετικό. Ιδού, λοιπόν, το θέμα της οπτικής, το θέμα του ύφους, με το οποίο άρχισα τούτες εδώ τις σκέψεις. Στη συνέχεια της ομιλίας θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω αυτή τη διαφορετικότητα.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στη συνολική παραγωγή του Πορφύρη, ο επτανησιακός πολιτισμός κατέχει θέση εμβληματική. Για να συνεννοούμαστε, απαριθμώ εδώ τα πιο σημαντικά από τα σχετικά δημοσιεύματά του: το 1958 εκδίδει την Αυτοβιογραφία της πολύπαθης Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου˙ την ίδια χρονιά δημοσιεύει τη βιογραφία του Σολωμού˙ το 1962 τη βιογραφία του Κάλβου και τη μελέτη του για τον Λασκαράτο˙ το 1963 εκδίδει το Χρονικό του Ρεμπελιού των ποπολάρων του Άγγελου Σουμάκη. Από τις μεγάλες επτανησιακές του συνθέσεις, ανολοκλήρωτες ή αδημοσίευτες έμειναν η ωραία διασκευή του εμβληματικού Χάση, η βιογραφία του Μαρίνου Αντύπα, η βιογραφία του θείου του, του πολιτικού Νικολάου Κολυβά, αλλά και η μελέτη του για τους Ριζοσπάστες. Να σημειώσω ακόμα την πολύτιμη, επίσης ανολοκλήρωτη, αυτοβιογραφική μαρτυρία του, που εκδόθηκε το 2000 από τις εκδόσεις Περίπλους, με επιμέλεια του Διονύση Σέρρα. Γύρω απ’ αυτά, ένα σύμπαν μικρότερων μελετών για τον πολιτισμό και την ιστορία του Ιονίου, που είδαν το φως στα Επτανησιακά Φύλλα, στην Αυγή, στην αγαπημένη του Επιθεώρηση Τέχνης ή αλλού. Κοντά σ’ αυτά, να θυμηθούμε την πρωτοποριακή του ιδέα για τις Συναντήσεις του Μεσαιωνικού και Λαϊκού Θεάτρου, που εξαερώθηκαν άδικα, χωρίς να αφήσουν πίσω τους τη δυναμική που θα μπορούσαν και που θα άξιζαν.

Άφησα επίτηδες τελευταίο, για να τονιστεί ιδιαίτερα, το μόνιμο  ενδιαφέρον του για τη μορφή και το έργο του Ανδρέα Κάλβου. Για τον Πορφύρη, όπως και για όλη την Αριστερά του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα, ο Κάλβος υπήρξε η αγαπημένη επαναστατική φυσιογνωμία, ο τραγουδιστής της ελευθερίας, ο πλέον αντιτυραννικός των ποιητών μας. Πέρα από τις επιμέρους μελέτες του, ο Πορφύρης υπήρξε από τους πρώτους που ενδιαφέρθηκαν για τη μεταφορά των οστών του ποιητή στη Ζάκυνθο. Και αν τελεσφόρησε η προσπάθεια του Γιώργου Σεφέρη, δεν είναι δίκαιο να λησμονούμε την κίνηση του παραγνωρισμένου Πορφύρη, η οποία προηγήθηκε. Το γόνιμο ενδιαφέρον του για τον Κάλβο βρήκε την κορύφωσή του στη μελέτη του Ανδρέας Κάλβος Καρμπονάρος, πραγματική τομή στις καλβικές σπουδές, που ήταν έτοιμη προς έκδοση την άνοιξη του 1967, αλλά που η δικτατορία εμπόδισε την έκδοσή της μέχρι το 1975. Έτσι, ο Πορφύρης, ένας μη φιλόλογος, ένας μη ακαδημαϊκός, έγινε ο άνθρωπος που αναπροσανατόλισε τις καλβικές μελέτες και συνέβαλε αποφασιστικά στην «ιστορική κατανόηση» του Κάλβου, φωτίζοντας από μια άλλη οπτική την ποίηση του.

 

Από το τοπικό στο κοινωνικό

arvanitakis

 

Ό,τι ακούσαμε ως εδώ θα αρκούσε πράγματι να αποτελέσει το προφίλ ενός «ζακυνθινού λογίου», ενός «τοπικού ιστοριογράφου». Όλα τα παραπάνω θα μπορούσαν να κρατήσουν τον Πορφύρη μέσα στον χώρο της τοπικότητας και να του δώσουν μία θέση ανάμεσα στους εργάτες της τοπικής ιστορίας. Όμως, είναι μόνο αυτό το βιογραφικό αυτού του πνευματικού ανθρώπου, που γεννήθηκε στη Ζάκυνθο στον απόηχο των δεκαετιών μετά την Ένωση, στο λυκόφως του επτανησιακού πολιτισμού; Οπωσδήποτε, όχι. Τι τον διαφοροποιεί, λοιπόν;

Θα το πω με δυο λόγια: Είναι η συνειδητή απόσπαση της τοπικής ιστορίας από τον στενό ορίζοντα της τοπικότητας και η ένταξή της στους γενικότερους άξονες∙ η μετατροπή της ιστοριοδιφίας σε ιστορία, η μετάβαση από την αφήγηση στην ερμηνεία. Ο Πορφύρης, μελετώντας την τοπική ιστορία, τις προσωπικότητες, τις πολιτικές ιδέες και τη λογοτεχνία του Ιονίου, επιχείρησε να κατανοήσει τους μηχανισμούς παραγωγής των ιδεών και των ανθρώπων, να κατανοήσει τους μηχανισμούς των κοινωνιών και τη δυναμική των ιδεών. Θα πει κανείς, και σε έναν μεγάλο βαθμό δικαιολογημένα, ότι καταλύτης σε αυτή τη διαδικασία υπήρξε η γνωριμία και η αποδοχή της αριστερής, της κομμουνιστικής ιδεολογίας. Αλλά, δεν είναι μόνο αυτό. Ο Πορφύρης υπήρξε παιδί περισσότερων πατεράδων. Μαζί με την αναμφισβήτητη επιρροή του μαρξισμού, υπήρξε κληρονόμος μίας παράδοσης που ερχόταν από τον Επτανησιακό ριζοσπαστισμό και τη φιλελεύθερη δημοκρατική παράδοση μέσα στην οποία μεγάλωσε στο νησί του, στις δεκαετίες του 1910 και του 1920.

 

Η πολιτική προέλευση

arvanitakis2

 

Ας μείνω στο πρώτο, στην επιρροή του μαρξισμού. Γιατί ο Πορφύρης ταύτισε τη ζωή του με το κομμουνιστικό κίνημα. Αν είδαμε πιο πάνω συνοπτικά το προφίλ του ζακυνθινού λογίου, ας δούμε τώρα το προφίλ του αριστερού, του οργανικού διανοούμενου της κομμουνιστικής Αριστεράς. Γεννημένος το 1910, στο Σκουληκάδο, δέχτηκε τις ευεργετικές επιδράσεις του πνευματικού κόσμου του νησιού και την πρώιμη επίδραση των δημοκρατικών ιδεών του θείου, του Νικολάου Κολυβά (1884-1951), και μυήθηκε ενωρίς στις δημοκρατικές και σοσιαλιστικές ιδέες από τον θείο του συμβολαιογράφο Γεώργιο Λαλώτη (1881-1967). Στα φοιτητικά του χρόνια είναι πια κομμουνιστής. Το 1933 συλλαμβάνεται και δικάζεται με το Ιδιώνυμο, στη Ζάκυνθο, με την κατηγορία της απόπειρας δημιουργίας κομμουνιστικής οργάνωσης. Από κει και μετά, η ζωή είναι η ζωή των κομμουνιστών του Μεσοπολέμου: Ακροναυπλία, απόδραση, Κατοχή και παρανομία, Απελευθέρωση, παρανομία το 1947, Μακρόνησος, καταδίκη τρις εις θάνατον, μετατροπή της ποινής σε ισόβια, φυλακές και απελευθέρωση το 1952 με τα μέτρα του Πλαστήρα. Ακολουθούν τα χρόνια της «χαμένης άνοιξης», χρόνια ελπίδας για μία κοινωνία, που θα υπερβεί τον διχασμό του Εμφυλίου, που θα έχει δημοκρατικές προοπτικές. Για την Ευρώπη και την Ελλάδα, χρόνια ισχυρών αντιθέσεων, χρόνια σκληρής διαμάχης και μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα. Η δημιουργία της ΕΔΑ (1951) έμοιαζε να δίνει άλλες προοπτικές στον κόσμο της μετεμφυλιακής Αριστεράς, ενώ το περίφημο 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ (1956) και η διαδικασία της αποσταλινοποίησης ενίσχυαν την προσπάθεια υπέρβασης της μονολιθικής ιδεολογίας, απελευθερώνοντας νέες δυνάμεις, νέους διανοούμενους, που υιοθετούσαν μία κριτική στάση απέναντι στο κομμουνιστικό κίνημα, στην υπεράσπιση όμως του μαρξισμού. Σε αυτό τον κόσμο θα ανήκει και ο Πορφύρης: στέλεχος του ΚΚΕ και της ΕΔΑ, το 1953 αρχίζει τη συνεργασία του με την Αυγή, το 1955 αναλαμβάνει με εντολή του κόμματος αρχισυντάκτης της Επιθεώρησης Τέχνης, ενώ στα ίδια χρόνια, για ένα διάστημα, είναι γραμματέας της οργάνωσης λογοτεχνών της ΕΔΑ. Πενήντα εφτά χρονών, τις πρώτες μέρες της δικτατορίας, θα πεθάνει από καρδιακό νόσημα στο νοσοκομείο, την ώρα που η αστυνομία τον αναζητούσε στο σπίτι του για να τον συλλάβει.

Αυτό είναι το δίπολο που καθόρισε τη ζωή και τον κόσμο του: από τη μία, η ισχυρή τοπική πολιτιστική παράδοση και από την άλλη, η αριστερή ιδεολογία και η πολιτική στράτευση. Στην πνευματική του διαδρομή, το τοπικό και το γενικό πάνε μαζί. Και αυτό αποδεικνύεται όχι μόνο από τον τρόπο αντιμετώπισης της τοπικής ιστορίας, αλλά και από το σταθερό και ταυτόχρονο ενδιαφέρον για ποικίλα ζητήματα. Σημειώνω ενδεικτικά: το 1956, τη χρονιά που εκδίδει την Αυτοβιογραφία της Μαρτινέγκου, μεταφράζει τη Φιλοσοφία της ιστορίας του Πλεχάνωφ˙ το 1959, μαζί με τα Καλβικά σημειώματα συμμετέχει στη μετάφραση του Φτωχόκοσμου του Ντοστογιέφσκι˙ την επόμενη χρονιά, μαζί με τα Καλβικά διάφορα συμμετέχει στη μετάφραση του Έγκλημα και τιμωρία του Ντοστογιέφσκι. Τα παραδείγματα εύκολα θα μπορούσαν να πολλαπλασιαστούν, αλλά δεν υπάρχει λόγος.

 

Η «εθνικοποίηση των ιδεών»

 

Ο Πορφύρης μεγάλος και πρωτότυπος θεωρητικός δεν υπήρξε. Η πρώτη του γνωριμία με τις ιδέες του μαρξισμού έγινε στα δύσκολα και φτωχά χρόνια του Μεσοπολέμου. Δεν γνωρίζουμε την πνευματική του βιογραφία. Σίγουρα, όμως, πέρασε και αυτός μέσα από τη διαδικασία της αυτομόρφωσης, πέρασε από τα διαβάσματα των αριστερών διανοουμένων, στο μυαλό των οποίων η ιστορία είχε έναν προεξάρχοντα ρόλο. Ως προς αυτό, ο εικοστός αιώνας υπήρξε παιδί του δέκατου ένατου: η ιστορία όχι μόνο εξασφάλιζε την κατανόηση του παρελθόντος αποκαλύπτοντας κρυμμένες δυναμικές, αλλά μπορούσε να ετοιμάσει το μέλλον, ένα μέλλον διαφορετικό: αναγνωρίζουμε εδώ τη λογική του Διαφωτισμού. Να μία κληρονομιά της Αριστεράς, την οποία συμμερίστηκε αναμφισβήτητα και ο Πορφύρης.

Οι ιδέες, λοιπόν, έπρεπε να γίνουν κτήμα της κοινωνίας. Για τον Πορφύρη, σύμφωνα με μία ωραία φράση, πριν από τα εργοστάσια έπρεπε να εθνικοποιηθούν οι ιδέες. Υπ’ αυτή την έννοια, με τις μελέτες του επιχείρησε να ξαναδώσει ζωή σε αποστεωμένες ιδέες και πρόσωπα, να κάνει κατανοητή τη διαδικασία της ιστορίας, να φωτίσει τις ζωές των «μεγάλων ανδρών». Να δώσει μία άλλη διάσταση στην εθνική ιστορία, στο εθνικό πάνθεον. Γιατί, για τον Πορφύρη, και για την αντίληψη της Αριστεράς της εποχής, το έθνος ήταν ο λαός και σε αυτόν τον λαό θα έπρεπε να αποδοθούν αυτά τα «ιερά και τα όσια»: έπρεπε να γίνει περιουσία του λαού η ίδια του η ιστορία. Στις μελέτες του, εκείνο που κυρίως αποτυπώνεται είναι οι απόπειρες των μαρξιστών διανοουμένων για μία νέα ανάγνωση της ιστορίας, της ελληνικής εν προκειμένω, η οποία θα συντελούσε σε μία διαφορετική πρόσληψη του εθνικού: μία πρόσληψη που θα υπονόμευε την κυρίαρχη εθνική ρητορεία και θα πριμοδοτούσε το κοινωνικό, θέτοντας ως θεωρητική (ιδεολογική, στην ουσία) προϋπόθεση τη διαδικασία απελευθέρωσης των υπάλληλων κοινωνικών στρωμάτων.

Βέβαια, αυτή η μέθοδος ανάγνωσης της ιστορίας οδηγούσε τους διανοουμένους της κομματικής ορθοδοξίας στη διατύπωση μηχανιστικών ερμηνειών και απόλυτων σχημάτων και εντέλει τους παγίδευε σε μία τελεολογική ανάγνωση της ιστορίας. Παρ’ όλ’ αυτά, πού βρίσκεται η σημασία της προσφοράς του Πορφύρη, αλλά και των άλλων μαρξιστών διανοουμένων της εποχής; Στη μετακίνηση του ερμηνευτικού άξονα, στην προσπάθεια «κοινωνικής ερμηνείας» της ιστορίας και στη συνείδηση της ανάγκης ενός νέου Διαφωτισμού. Το όριο σε αυτή τη διαδικασία το έθετε η ανάγκη του πολιτικού αγώνα και η ιδεολογική ορθοδοξία, που δεν ανεχόταν παρεκκλίσεις. Αυτό, ναι, συχνά οδηγούσε σε στρεβλώσεις. Αλλά κάποιοι τις συνειδητοποιούσαν ενωρίς: ανάμεσά τους και ο Πορφύρης. Και είναι σε τούτη τη συνειδητοποίηση που θέλω τώρα να στραφούμε.

 

Η εποχή της «Επιθεώρησης Τέχνης»

 

Το τέλος του εμφυλίου και το κλίμα που αδρομερώς περιγράφηκε παραπάνω, βρήκαν το αποτύπωμά τους, ανάμεσα σε άλλα, στη έκδοση και τις περιπέτειες του πιο σημαντικού περιοδικού της περιόδου, το όνομα του οποίου έχουμε ήδη αναφέρει: της Επιθεώρησης Τέχνης. Ενός περιοδικού που σφραγίστηκε από την προσπάθεια αφενός της ανανέωσης των αντιλήψεων για την τέχνη, τη φιλοσοφία, την αισθητική και την πολιτική, για τη διαμόρφωση ενός σύγχρονου αριστερού πολιτικού λόγου και αφετέρου της ανεξαρτησίας του πνεύματος.

Ο λόγος μας για το πολύτιμο περιοδικό της Αριστεράς έχει την αφορμή του όχι μόνο στο γεγονός ότι ο Πορφύρης ενεπλάκη ουσιαστικά στη ζωή και τη λειτουργία του, αλλά κυρίως γιατί θα μας επιτρέψει να διαγνώσουμε ένα επιπλέον πνευματικό και ιδεολογικό χαρακτηριστικό του: την κριτική του στάση και την υπεράσπιση της πνευματικής ανεξαρτησίας του διανοούμενου απέναντι σε κάθε δέσμευση, απέναντι και στο κόμμα, από θέση ευθύνης.

Αυτός, λοιπόν, ο οργανικός διανοούμενος της Αριστεράς, αυτός ο «Επτανήσιος ευπατρίδης», όπως τον αποκαλούσαν χαριτολογώντας οι σύντροφοι της Επιθεώρησης Τέχνης, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Τίτου Πατρίκιου, αυτός ο «επτανήσιος λόγιος», όπως τον αποκαλούσε φιλικά ο Γιώργος Πετρής, ήταν μαζί και ένας Ακροναυπλιώτης: κι αυτό υπήρξε ένας ανθρωπότυπος, μέσα στην ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος.

Όταν την άνοιξη του 1955 ορίστηκε από το κόμμα να αναλάβει την αρχισυνταξία του περιοδικού, αντιμετωπίστηκε με πολλές επιφυλάξεις. Αλλά, αυτές γρήγορα εξανεμίστηκαν, μιας και ο παλιός Ακροναυπλιώτης διέψευσε την εικόνα του μονολιθικού κομματικού στελέχους και ήταν εκείνος που στήριξε την τάση αυτονομίας του περιοδικού απέναντι σε όλες τις προσπάθειες του κόμματος να επιβάλει τη γραμμή της ορθοδοξίας. Ο Πορφύρης, μέχρι το τέλος του περιοδικού, αντιτάχθηκε στην πρακτική της κομματικής χειραγώγησης του πνευματικού κόσμου της Αριστεράς. «Τον προδιέθετε σ’ αυτό», σημειώνει και πάλι ο Ραυτόπουλος, «ο ήπιος χαρακτήρας του και η ανεξιθρησκία του, μια βαθιά δημοκρατική εμπιστοσύνη και η πασίγνωστη μετριοπάθειά του. Ανεξιθρησκία, μετριοπάθεια, φιλελευθερισμός σ’ έναν προπολεμικό κομμουνιστή και Ακροναυπλιώτη! Φαίνεται σχεδόν οξύμωρο! […]. Η επτανησιακή πολιτιστική μαγιά του θα πρέπει να είχε μεγάλο μερτικό στην αντίστασή του. Ιδεολογικά καταγόταν από τους ριζοσπάστες και τους καρμπονάρους … όσο και από τον μαρξισμό. Πνευματικοί του πρόγονοι ήταν ο Σολωμός και ο Κάλβος … οι ευγενείς του ήθους της επτανησιακής σχολής».

 

Υπεράσπιση κοινών αξιών

 

Για τον Πορφύρη και για τον κόσμο της Επιθεώρησης Τέχνης, η αποδοχή των βασικών αρχών της ιδεολογίας δεν σήμαινε και τυφλή υποταγή στις κομματικές ντιρεκτίβες, όπως η αποδοχή του «σοσιαλιστικού ρεαλισμού», του βασικού δόγματος για την τέχνη, δεν σήμαινε ταυτόχρονα και την αποδοχή των σχηματοποιήσεων ή την υποταγή της τέχνης σε εξωκαλλιτεχνικά κριτήρια. Ο Πορφύρης, είτε μέσα από τις σελίδες του περιοδικού είτε μέσα από τις σελίδες της Αυγής, υπερασπίστηκε αυτή την άποψη, μάλιστα σε κρίσιμα ζητήματα. Όπως, για παράδειγμα, σχετικά με τη λογοτεχνία της Αντίστασης, σχετικά με την αντίληψη που το κόμμα ήθελε να επιβάλει για την ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και για λογοτέχνες, όπως ο Καβάφης, ο Σεφέρης και άλλοι, που δεν μπορούσαν να ενταχθούν στον «κανόνα» της αριστερής λογοτεχνίας. Η άποψη που υπερασπιζόταν το περιοδικό και ο Πορφύρης, από τη δύσκολη θέση του αρχισυντάκτη απέναντι στο κόμμα, ήταν η λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην υπεράσπιση του μαρξισμού και την υπεράσπιση της αυτονομίας της λογοτεχνίας.

Οι αγκυλώσεις της κομματικής ηγεσίας, αλλά και οι υπαναχωρήσεις της Σοβιετικής Ένωσης με το 21ο Συνέδριο (1959) δημιουργούσαν κλίμα ασφυκτικό: «Ο μετασταλινισμός διέψευδε τις ελπίδες και σύντομα γινόταν μπρεζνιεβισμός». Οι απόπειρες του κόμματος να ελέγξει το περιοδικό διαρκώς αυξάνονταν. Μάρτυρες των γεγονότων οι συγκρούσεις και τα επαναλαμβανόμενα υπομνήματα των Πορφύρη, Πατρίκιου, Κουλουφάκου, Σπάθη, Ραυτόπουλου, Πετρή και άλλων, κυρίως στα χρόνια μετά το 1964. Μπορούσαν αυτά να εισακουστούν από το κόμμα; Όχι. Για τούτο και η αδυναμία ολοκληρωτικού ελέγχου της Επιθεώρησης Τέχνης φαίνεται ότι στα τέλη του 1966 και στις αρχές του 1967 είχε οδηγήσει το κόμμα σε σκέψεις για κλείσιμο του περιοδικού. Τη λύση, όμως, πρόλαβε και την έδωσε η δικτατορία.

Στα κρίσιμα αυτά χρόνια, η συμβολή του Πορφύρη στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του περιοδικού και στην υπεράσπιση των αρχών της έχει τονιστεί συχνά από πολλούς μάρτυρες. Θα δανειστώ πάλι τον λόγο του Δημήτρη Ραυτόπουλου: «Η στάση του Πορφύρη δεν ήταν του εξτρέμ και γι’ αυτό ήταν ίσως πιο αποτελεσματική. Συνετέλεσε στο να μην οδηγηθεί η σύγκρουση σε ρήξη, που θα είχε αποτελέσματα είτε να διακοπεί η έκδοση του περιοδικού, είτε να μετατραπεί αυτό σε στενά και ορθόδοξα κομματικό, είτε να καταγγελθεί ανοιχτά σαν αιρετικό και εχθρικό, με τις γνωστές επιπτώσεις την εποχή εκείνη. Το ρόλο αυτό, όχι του διαμεσολαβητή, αλλά του εγγυητή, τον εμφορούμενο από αρχές και αξίες σεβαστές και από τα δύο μέρη, μπόρεσε να τον παίξει χωρίς καμία σκιά, καμία έκπτωση ο Πορφύρης».

Η ζωή, όμως, δεν του φάνηκε γενναιόδωρη. Την άνοιξη για την οποία αγωνίστηκε, δεν θα την έβλεπε ποτέ, έτσι κι αλλιώς. Αλλά, δεν είδε ούτε καν την πρόοδο μιας κοινωνίας που έβγαινε από τις συμπληγάδες του εμφυλίου. Ο Απρίλης του 1967, με την άγρια μορφή της δικτατορίας, έβαλε τέλος στη ζωή της Επιθεώρησης Τέχνης και ο Μάιος έβαλε τέλος στη ζωή του Πορφύρη.

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, μάλλον από το 1964, προσπάθησε να αποτυπώσει τη ζωή του στο χαρτί: «όσα έζησα, όσα είδα, όσα άκουσα». Η αφήγηση φτάνει μόνο μέχρι το 1926, αλλά, ο αναγνώστης εδώ διαβάζει έναν πλούσιο, γλαφυρό, μειλίχιο και παιγνιώδη λόγο, που αποτυπώνει με απλότητα κόσμους ολόκληρους: την πόλη και το χωριό, τους λαϊκούς τύπους του νησιού, τις γιορτές και το θέατρο, τους πολιτικούς αγώνες, τις μάντσιες και τη σάτιρα… Ένας αέρας ομορφιάς, μία πνοή χαρούμενης νοσταλγίας, ένα χαμόγελο ησυχασμένης μνήμης. Ποιος είναι αυτός που γράφει εδώ; Ποιος είναι αυτός που αποτυπώνει με αγάπη και με εμπιστοσύνη έναν κόσμο που είχε ήδη εξαφανιστεί, χωρίς οι εμβόλιμες σκέψεις και οι μεθερμηνείες να μολύνουν τη γραφή του, χωρίς η πολιτική προπαγάνδα να ακυρώνουν τη μνήμη, χωρίς ο διδακτισμός να αλλοιώνει την αθωότητα του χρόνου;

Ποιος είναι αυτός που γράφει εδώ; Είναι, βέβαια, το μικρό παιδί από το Σκουληκάδο, είναι ο ευαίσθητος παρατηρητής που όταν θέλει να μιλήσει για την παιδική θνησιμότητα θυμάται τα έτοιμα παιδικά φέρετρα που πουλούσαν στον Άγιο Παύλο και όταν θέλει να μιλήσει για τον καημό της οικογένειας για το παιδί που λείπει στα ξένα ή στον πόλεμο, μιλάει για τα τραγούδια που έφτιαχνε η οικογένεια για τον ξένο της. Αυτός που γράφει τα Ενθυμήματα, είναι ο παλιός Ακροναυπλιώτης, ο διανοούμενος της κομμουνιστικής Αριστεράς, ο μαχητικός υπερασπιστής της κριτικής και της ανανέωσης˙ είναι ο κληρονόμος ή ο συγκεραστής μίας διπλής παράδοσης: του ριζοσπαστικού φιλελευθερισμού και της κομμουνιστικής ανανέωσης: είναι αυτός που γεννήθηκε στη μικρή Ζάκυνθο, ως Πορφύρης Κονίδης, ως παιδί των γονιών του, και πέθανε ως Κ. Πορφύρης, ως παιδί των μεγάλων ιδεών, των σκληρών αντιφάσεων και των υπεράνθρωπων αγώνων του εικοστού αιώνα.

 

* Ο Δημήτρης Αρβανιτάκης είναι ιστορικός και υπεύθυνος των εκδόσεων του μουσείου Μπενάκη.