Το παιδί και η ευθύνη

“Mall” του Αναστάση Πινακουλάκη στο θέατρο Επί Κολωνώ

Τυπικά, το «Mall» του νεαρού συγγραφέα Αναστάση Πινακουλάκη είναι ένας μονόλογος με θέμα την απαγωγή ενός παιδιού μέσα σε ένα μεγάλο εμπορικό κέντρο. Στην πραγματικότητα, ο συγγραφέας προσπάθησε κάτι σαφώς περισσότερο φιλόδοξο: να εντάξει μέσα στο κείμενό του μια σειρά ερωτημάτων για τις σχέσεις ενηλίκων και ανηλίκων σε ένα κόσμο που αυτοπροσδιορίζεται ως παιδοκεντρικός, αλλά στην πραγματικότητα εφηύρε το «παιδί» για εμπορευματική πρωτίστως χρήση.

Μια τεράστια βιομηχανία κινείται γύρω από τα παιδιά, βιομηχανία πολύ, πάρα πολύ, προσοδοφόρα, υλικά και συμβολικά: από την κοστοβόρα εκπαίδευση -πόρρω απέχουσα της παιδείας την οποία αντικατέστησε χωρίς αντίσταση- μέχρι τη διατροφή και την ένδυση, την άθληση και την ψυχαγωγία και άλλους πολλούς τομείς της καθημερινότητας αλλά και ο μεγάλος τομέας της ψυχιατρικοποίησης της παιδικής συμπεριφοράς μέσα από τις κάθε είδους απίθανες «αποκλίσεις».
Μέσα σ’ όλο αυτό εγκλωβίζονται και οι ενήλικες, οι γονείς. Ιδιαίτερα μπερδεμένοι με τις αντιφατικές συχνά παραινέσεις της λεγόμενης αντιαυταρχικής αγωγής, ανώριμοι και οι ίδιοι, μέσα στην ανασφάλεια αλλά και τον εγωισμό, ανίκανοι να συγκεράσουν τις προσωπικές αναμονές και τα όνειρα με τις απαιτήσεις της ανατροφής ενός παιδιού, δυσκολεύονται να διδάξουν όρια και αξίες, που είναι και για τους ίδιους συχνά ασαφή και ακατανόητα. Δυσκολεύονται να δώσουν ποιοτικό χρόνο στα παιδιά και να συγκροτήσουν και συγκρατήσουν ένα δίκτυο πολιτισμικών και αξιακών αναφορών, που να μη δημιουργεί φοβικά, εγωιστικά πλάσματα, μακριά από έννοιες δημοκρατίας, συλλογικότητας και ουσιαστικής αμφισβήτησης.
Αυτόν τον κόσμο του εφησυχασμού και της υποκρισίας, του φόβου, του εγωισμού, της κεκαλυμμένης αδιαφορίας και κυρίως της βίας είχε, νομίζω, κατά νου ο συγγραφέας. Καθόλου τυχαία δεν εντάσσει, λοιπόν, το συγκεκριμένο μονόλογο σε μια τριλογία με θέμα το φασισμό, ανοίγοντας την έννοια στο επικίνδυνο πεδίο των καθημερινών σχέσεων.

Αδύναμη παρουσία που υφίσταται βία

Στο μονόλογο, ένας νέος άντρας που δουλεύει σε ένα κατάστημα παιχνιδιών σε εμπορικό κέντρο παραδίδεται στην αστυνομία και ομολογεί πως αυτός απήγαγε τον μικρό Θοδωρή που εξαφανίστηκε ως διά μαγείας από το Mall. Ο λόγος του είναι ταραγμένος και αντιφατικός, μέχρι το τέλος δεν έχουμε πειστεί ότι λέει την αλήθεια, πάντως καταφέρνει αυτό που διατείνεται ότι ήταν η πρόθεσή του: να τραβήξει την προσοχή πάνω στις ευθύνες των γονιών για τα παιδιά τους, να καταγγείλει την αμέλεια και την αδιαφορία. Βέβαια για να το πετύχει αυτό θυματοποιεί -ή διατείνεται πως το έκανε- ένα παιδί. Και στις δυο περιπτώσεις το παιδί είναι μια αδύναμη παρουσία που υφίσταται βία.
Ο ήρωάς του έχει ψυχολογικό ενδιαφέρον με τις μεταπτώσεις και τις αντιφάσεις του, την ψυχική του διαταραχή. Μοιάζει με μια ανεστραμμένη εκδοχή των χολιγουντιανών τεράτων, που περιπαίζουν έξυπνα τη νοημοσύνη και την τεχνογνωσία της αμερικανικής αστυνομίας. Αυτός είναι ένας άγγελος-εκδικητής, πιστεύει για τον εαυτό του. Αλλά δεν παύει να είναι ο βασανιστής του μικρού Θοδωρή, με τον οποίο ταυτίζεται.

Τα όρια της έννοιας «γονιός»

Ο Πινακουλάκης, παράλληλα με το κεντρικό ζήτημα που τον απασχολεί, αφήνει να παρεισφρήσουν και ερωτήματα για επί μέρους θέματα πολύ σημαντικά βεβαίως, όπως η δυνατότητα των ομόφυλων ζευγαριών να μεγαλώσουν παιδιά, ένα θέμα που, πέρα από τις όποιες κοινωνικές και νομικές προεκτάσεις του, βάζει και από μια άλλη πλευρά τα όρια της έννοιας «γονιός», θέτοντας ευθέως το ερώτημα αν ο τόνος στη γονεϊκή σχέση πέφτει τελικά -και επιτέλους- στη διαδικασία ανατροφής των παιδιών και στο αποτέλεσμά της. Όπως επίσης ο καταναλωτισμός (δεν είναι τυχαίο που το έργο τιτλοφορείται Mall, αυτός ο ψεύτικος παράδεισος της κατανάλωσης).

Πολλά υποσχόμενος συγγραφέας

Μολονότι σε μερικά σημεία υπάρχει ένας κάποιος διδακτισμός, ενώ το έργο διαπνέεται από τη διάθεση του νέου να τα πει όλα και με μιας, πράγμα που κάποιες στιγμές «σκοτεινάζει» τα πράγματα, περιπλέκοντας το υλικό, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα πολλά υποσχόμενο συγγραφέα, με φρέσκια ματιά, ικανό να φέρει πολύ σύγχρονα θέματα και προβληματισμούς στην ελληνική δραματουργία. Ικανό επίσης να συγκεράσει τους συγγραφείς που αγαπά και στους οποίους αναφέρεται, φωνές από το ελληνικό και ξένο θέατρο (Δημητριάδης, Μαυριτσάκης, ΜακΝτόνα του «Πουπουλένιου» κτλ) και να δημιουργήσει μια γραφή με δικό της στίγμα και -ο χρόνος θα δείξει- αναγνωρισιμότητα.
Ο ίδιος σκηνοθέτησε χωρίς εκπλήξεις την παράσταση, βάζοντας στη θέση του αόρατου ανακριτή το κοινό και σκορπίζοντας στη σκηνή παιδικά παιχνίδια σε σακκουλάκια -απονεκρωμένα παιδικά παιχνίδια. Ένα τραπέζι ήταν το ανακριτῑκό γραφείο και ταυτόχρονα η πύλη μέσα από την οποία ο ήρωας ταξίδευε στη δική του παιδική ηλικία, στις σκέψεις του και στους φόβους του. Ο Λάζαρος Βαρτάνης έδωσε βάθος στον ήρωα, τιθάσευσε κάποια ίχνη ρητορισμού και έπλασε ένα ολοκληρωμένο χαρακτήρα (παρά τις κάπως απότομες και ίσως μακρύτερες από το αναμενόμενο παύσεις).

Μαρώ Τριανταφύλλου
maro33@otenet.gr