Τόσο μακριά, τόσο κοντά

Δύο χρόνια από το θάνατο της Σαντάλ Ακερμάν

explore_1216_021_original

«Η πιο σημαντική έμπνευση του φεμινισμού υπήρξε η διεκδίκηση της αξίας του γυναικείου σώματος, το οποίο η πατριαρχική κουλτούρα είχε παραποιήσει και αντικαταστήσει με στερεότυπα που απευθύνονται μόνο στους άντρες», είχε γράψει, αναφερόμενη στη δεκαετία του ’70, η κριτικός τέχνης και συγγραφέας Anne-Marie Sauzeau. Οι καλλιτέχνιδες, αμφισβητώντας τις μέχρι τότε αναπαραστάσεις του γυναικείου σώματος, διατύπωσαν επιτακτικά την ανάγκη τους να εκθέσουν τις εμπειρίες τους σε πρώτο πρόσωπο, αναζητώντας μια νέα ταυτότητα, προβάλλοντας διαφορετικά πρότυπα.

Της Σοφίας Ξυγκάκη

Η Σαντάλ Ακερμάν, σκηνοθέτις, σεναριογράφος, ηθοποιός, παραγωγός, υπήρξε ίσως η σημαντικότερη εκπρόσωπος αυτής της γυναικείας καλλιτεχνικής έκφρασης: η ταυτότητα, η σεξουαλικότητα, η γλώσσα, η μνήμη αλλά και η πολιτική βρίσκονται στο κέντρο της δουλειάς της.
Η Ακερμάν γεννήθηκε το 1950 στις Βρυξέλες, σε μια οικογένεια εβραίων πολωνών προσφύγων. Όπως είχε πει επανειλημμένα, θεωρούσε τον κινηματογράφο ασήμαντη τέχνη, μέχρι τη στιγμή που στα 15 της είδε το «Pierrot le fou» του Ζαν Λικ Γκοντάρ, χαρακτηρίζοντας την εμπειρία αξιομνημόνευτο σοκ. «Πριν, έγραφα λίγο, όπως γράφουν, ας πούμε, οι έφηβοι, για να ξεμπλέξω όσα ήδη είχα αρχίσει να αντιλαμβάνομαι. Όταν είδα τον Πιερό είχα την εντύπωση ότι μιλούσε ακριβώς για την εποχή μας, για όσα αισθανόμουν. Αυτό με εμπόδισε να δω για μεγάλο διάστημα άλλα φιλμ, γιατί αναζητούσα σε αυτά αυτό που ήδη είχα βρει μια φορά».

Η πρώτη ταινία

Παρακολούθησε για λίγους μήνες το INSAS, το Βελγικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου αλλά ήταν αδύνατο να κάνει σινεμά σε ένα τόσο ακαδημαϊκό, γι’ αυτήν, περιβάλλον. Το 1968, με ελάχιστα χρήματα, γυρίζει την πρώτη της μικρού μήκους ταινία «Saute ma ville», στο πνεύμα της εξέγερσης του Μάη στη Γαλλία. Σ’ αυτήν, ένα κορίτσι, η ίδια, κλείνεται στην κουζίνα του σπιτιού, σφραγίζοντας κάθε πιθανό άνοιγμα, καταπιάνεται με οικιακές δουλειές με τον πιο ευφάνταστο και ανορθόδοξο τρόπο, παραπέμποντας σε εικόνες αμερικάνικου μπουρλέσκ, ενώ, στο τέλος, ανατινάζει το χώρο και τελικά όλη την πόλη. Μην έχοντας παραπάνω πόρους για το μοντάζ, παρακολουθεί μαθήματα στο UIT, το Διεθνές Πανεπιστήμιο Θεάτρου, στο Παρίσι, για να το εγκαταλείψει, όταν τελικά θα μπορέσει να επεξεργαστεί την ταινία της. Η ταινία αρέσει στον βέλγο σκηνοθέτη Αντρέ Ντελβό, προβάλλεται στη βελγική τηλεόραση και με αυτά τα χρήματα η Ακερμάν φεύγει για τη Ν. Υόρκη. Εκεί, βιοπορίζεται όπως μπορεί, αισθάνεται ελεύθερη και καλλιτεχνικά αφυπνισμένη, ανακαλύπτει τον αμερικάνικο πειραματικό κινηματογράφο, τη Μάγια Ντέρεν, τους αδελφούς Μέκας, τον Μπομπ Γουίλσον και τον Michael Snow, την ανακουφιστική ελευθερία που προσφέρει η τέχνη όπου θέατρο, χορός, σινεμά, ζωγραφική συνενώνονται σε ένα μοναδικό ενιαίο έργο, χωρίς διαχωρισμούς.

Η δική της Νέα Υόρκη

Κυρίως, συναντά την κινηματογραφίστρια Babette Mangolte, βασική συνεργάτιδα της, στη συνέχεια, πολύτιμη φίλη ως το τέλος. Σκηνοθετεί τρεις «πειρατικές» (με δανεική μηχανή, υπόλοιπα φιλμ κτλ) ταινίες: Το «Hotel Monterey» (1972) βωβό πορτρέτο, χωρίς σενάριο, του ομώνυμου ξενοδοχείου, φανερά επηρεασμένη από τον Snow και τον Γουόρχολ, μια ταινία που σκοτώνει το ρεαλισμό, όπως έγραψε ο σκηνοθέτης και συγγραφέας Ζεράρ Κουράν. Το «La chambre» (1972), «περιήγηση» στο δωμάτιό της στη Ν. Υόρκη, και το ημιτελές «Hanging out Yonkers» (1973). Στη Ν. Υόρκη, το 1976, θα γυρίσει και το «News from home», σημαντική ταινία αναφοράς για καλλιτέχνιδες όπως η Μόνα Χατούμ και η Μόιρα Ντάβεϊ. Σ’ αυτήν, στα μεγάλης διάρκειας στατικά πλάνα της Ν. Υόρκης -άδειων δρόμων, πολυσύχναστων περιοχών, στιγμιότυπων από το μετρό, πανοραμικών όψεων του Μανχάταν- παρεμβάλλεται, κατά στιγμές, η μονότονη φωνή της Ακερμάν να διαβάζει γράμματα της μητέρας της με τα νέα συγγενών και φίλων από τις Βρυξέλες. Δεν ακούμε ποτέ τις απαντήσεις της Ακερμάν, οι θεατές είναι σαν να λαμβάνουν τα γράμματα για λογαριασμό της και, όπως έγραψε ένας κριτικός, όλη η ταινία βασίζεται στην ένταση ανάμεσα στην ανακάλυψη της Ν. Υόρκης και αυτές τις διαρκείς υπομνήσεις από το σπίτι, ενώ η κάμερα λειτουργεί ως νεοφερμένος που προσπαθεί να μάθει τα κατατόπια της πόλης.
Η Ακερμάν είχε πει ότι θα προτιμούσε να ήταν συγγραφέας «γιατί η γραφή προηγείται των εικόνων».

Έργα ορόσημο

Το «je, tu, il, elle» (1974), βασίζεται σε μια ιστορία που η σκηνοθέτις είχε γράψει το 1968, στο Παρίσι. Η ταινία χωρίζεται σε τρία μέρη: βλέπουμε την πρωταγωνίστρια Ζυλί (η ίδια η Ακερμάν), στο δωμάτιο της, μετά να κάνει ωτοστόπ σε νταλίκα, τέλος στο σπίτι της φίλης της. Σε όλη τη διάρκεια του φιλμ, αυτή παρουσιάζεται απομονωμένη, δίχως κοινωνική ένταξη: στο δωμάτιό της, σε μια σειρά από καθημερινές κοινές κινήσεις, με τον οδηγό της νταλίκας στο μπαρ και, μετά, στη διάρκεια της πεολειχίας, που «παρακολουθούμε» εκτός πλάνου, μέσω των οδηγιών που αυτός της δίνει, τέλος, στην ερωτική σκηνή με τη φίλη, η πρωταγωνίστρια παρουσιάζεται αποξενωμένη και αμήχανη.
Στη «Jeanne Dielman, 23, quai du Commerce, 1080 Bruxelles» (1975), την πιο γνωστή ταινία της Ακερμάν, αναγνωρισμένη ως μια από τις σπουδαιότερες του παγκόσμιου κινηματογράφου, παρακολουθούμε τρεις μέρες από τη ζωή μιας μοναχικής μητέρας και οικοκυράς που ταυτόχρονα εκπορνεύεται στο σπίτι της, στο πλαίσιο της καθημερινής της ρουτίνας. Όπως είχε επισημάνει η σκηνοθέτις, δεν είναι οι ιδέες που έχουν σημασία στην ταινία αλλά οι καθημερινές χειρονομίες, η κίνηση στο χώρο, η οργάνωση του χρόνου, οι τελετουργίες. Η Dielman έχει λεπτομερώς σχεδιάσει τη ζωή της. Τίποτα δεν διακυβεύεται αφού τα συναισθήματά της είναι ρυθμισμένα και ο εξωτερικός κόσμος απορροφάται με ασφάλεια από τη λεπτομερή οργάνωσή της. Είναι συγκεκριμένη η διαδρομή που διανύει, στο δρόμο, στους χώρους του σπιτιού. Κάθε δωμάτιο, η κρεβατοκάμαρα, η κουζίνα, η τραπεζαρία, το δωμάτιο που μιλά με το παιδί της, έχει τη δική του, μοναδική λειτουργία. Πιθανόν, έχει πει η Ακερμάν, έτσι αναπαράγει το μικροαστικό καθησυχαστικό σύμπαν που της κληροδότησε η οικογένειά της, μέχρι τη στιγμή που ο μηχανισμός κομματιάζεται.

H μητέρα της Σαντάλ

Πολλά από τα σαράντα συνολικά έργα (φιλμ, βίντεο, εγκαταστάσεις) της Ακερμάν χαρακτηρίζονται αυτοβιογραφικές. Από τις πιο γνωστές και το «Rendezvous d’ Anna» (1978) με την Ορόρ Κλεμάν, στο ρόλο της σκηνοθέτιδας που, ταξιδεύοντας σε ευρωπαϊκές πόλεις για να προωθήσει την ταινία της, συναντά φίλους, αγνώστους κι εραστές αλλά περνά και ένα βράδυ εξομολογήσεων με τη μητέρα της. Η μητέρα είναι παρούσα σχεδόν πάντα στη ζωή και το έργο της Ακερμάν. Η τελευταία ταινία της σκηνοθέτιδας «No home movie» (2015) αφορά εξ ολοκλήρου αυτήν και είναι γυρισμένη κατά το μεγαλύτερο μέρος στην κουζίνα του σπιτιού της, στις Βρυξέλες. Η 90χρονη Ναταλία ανακαλεί στιγμές από το παρελθόν και το παρόν που ανακατεύονται με τις εμπειρίες από το Ολοκαύτωμα -υπήρξε η μόνη επιζήσασα από την οικογένειά της- που η κόρη της με επιμονή εκμαιεύει από αυτήν. Τα πλάνα από το σαλόνι, το χωλ, τις μεγάλες εκτάσεις ερήμου, που παρεμβάλλονται στην ταινία, υπήρξαν αφορμή για σκληρές κριτικές προς την Ακερμάν, ότι υφολογικά βάρυναν ένα τόσο προσωπικό και συγκλονιστικό θέμα.

Πειραματική γραφή

Τα στατικά πλάνα εσωτερικών, εξωτερικών χώρων -συχνά ενδιάμεσων, ενός διαδρόμου ή του τοίχου που χωρίζει δύο πόρτες-, πόλεων και τεράστιων γυμνών εκτάσεων, που εναλλάσσονται, αλλά και η σιωπή κι η μουσική, αποτελούν αναγνωρίσιμα στοιχεία των ταινιών της. Η ερμηνεία των έξοχων ηθοποιών της, όπως της Ντελφίν Σερίνγκ, είναι βαθιά αντινατουραλιστική, αντιστέκεται σε κάθε κώδικα και ψυχολογική ερμηνεία. Ωστόσο, παράλληλα με τη μελαγχολία υπάρχει και μια κοριτσίστικη ζωντάνια σε κάποιες ταινίες της, όπου η μουσική και η προσδοκία ευτυχίας δημιουργούν μια αίσθηση μαγείας.
Τη δεκαετία του ’80, μεταξύ άλλων, γυρίζει ένα ντοκιμαντέρ για την Πίνα Μπάους αλλά και το μιούζικαλ «Golden eighties».
To 1992, ταξιδεύει στις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ και με μια κάμερα 16mm καταγράφει όσα της κάνουν αίσθηση: τα πρόσωπα των ανθρώπων, την κίνηση στους δρόμους, τα κτίρια, τα αυτοκίνητα, τη μεταβολή του φωτός στη διάρκεια της μέρας και της νύχτας. Από αυτή τη μακρά περιπλάνηση προέκυψαν τρεις ταινίες: οι «D’ Est» (1993), «Sud» (1999) και «De l’ autre coté» (2003).
Το 2012, στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, στην Αμβέρσα, με τίτλο «Τόσο μακριά, τόσο κοντά», παρουσιάστηκε το σύνολο των έργων της  Ακερμάν, ταινίες, βίντεο, εγκαταστάσεις.
Η Σαντάλ  Ακερμάν αυτοκτόνησε στις 5 Οκτωβρίου 2015.