Φεύγει ο Σόιμπλε, που… μένει

smyrnaios
Στην Ελλάδα, και όχι μόνο, κάποιοι βιάστηκαν να πανηγυρίσουν για την πιθανολογούμενη απομάκρυνση του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε από το υπουργείο Οικονομικών. Δεν είναι, όμως, καθόλου βέβαιο ότι αυτή η αποχώρηση θα σημάνει και μια αλλαγή πολιτικής της Γερμανίας απέναντι στα δομικά προβλήματα της Ευρωζώνης, ειδικά τώρα που η Ανγκέλα Μέρκελ, με κομμένα τα φτερά, θα πρέπει να υπολογίζει πάντα και τις αντιδράσεις εκ δεξιών της.

Του Δημήτρη Σμυρναίου

Οι ημέρες μετά τις εκλογές μοιάζουν με το ξύπνημα μετά από ένα γερό μεθύσι. Αναλόγως του πώς έχεις περάσει την κρίσιμη νύχτα, έτσι ξυπνάς. Καλόκεφος και πετώντας στα σύννεφα αν έχεις κερδίσει, παραζαλισμένος, αμήχανος και με βαρύ κεφάλι αν έχεις χάσει. Στην περίπτωση της κας Μέρκελ ισχύει το δεύτερο. Η σφαλιάρα της περασμένης Κυριακής ήταν τόσο δυνατή, που η ζαλάδα δεν πρόκειται να περάσει τόσο γρήγορα. Ειδικά τώρα που ξεκινά ο πονοκέφαλος για το αν θα μπορέσει να κάνει το μέχρι πρότινος αδύνατο, δυνατό. Να προξενέψει, δηλαδή, Φιλελεύθερους (FDP )και Πράσινους σε ένα γάμο για τρεις, που φαντάζει λίγο αλλόκοτος, όχι μόνο λόγω του αριθμού των συμβαλλομένων στο προξενιό, αλλά κυρίως λόγω των χαωτικών διαφορών του χαρακτήρα τους.

Προειδοποιητικές βολές

Οι 8,5 μονάδες που έχασε η Χριστιανοδημοκρατία, και η Μέρκελ προσωπικά, δε μπορούν να χωνευτούν εύκολα και δεν μπορούν να αποδοθούν σε κάποια lifestyle αίτια. Δεν είναι, δηλαδή, ότι απλά οι ψηφοφόροι βαρέθηκαν να βλέπουν τα μονόχρωμα σακάκια και τα σταυρωμένα χέρια της καγκελαρίου. Είναι ότι κουράστηκαν με μια πολιτική που διαρκώς περιορίζει τον αριθμό εκείνων που βάζει στο επίκεντρό της. Μια πολιτική που δεν ασχολείται με την κοινωνία στο σύνολό της, αλλά πρωτίστως στοχεύει στο να εξυπηρετεί τα συμφέροντα των διαφόρων λόμπις: τραπεζών, αυτοκινητοβιομηχανίας, μεγάλων πολυεθνικών επιχειρήσεων. Μπορεί η καγκελάριος να επιχαίρει για το γεγονός ότι κανείς δεν μπορεί να κυβερνήσει χωρίς αυτή, αλλά οι προειδοποιητικές βολές ήταν τόσο ισχυρές, που δεν έχει την πολυτέλεια να τις αγνοήσει.
Είναι βεβαίως πολύ νωρίς για να εκτιμήσει κανείς, αν η κυρία Μέρκελ και η παρέα της έχουν πραγματικά καταλάβει τι συνέβη και κυρίως θα ήταν αφελές να προσπαθήσει οποιοσδήποτε να εκτιμήσει το πώς η καγκελάριος ερμηνεύει αυτή την ήττα. Όλα αυτά θα φανούν τους επόμενους μήνες. Και θα εξαρτηθούν από το πρόγραμμα, που θα παρουσιάσει ένας τρικομματικός συνασπισμός στα χρώματα της Τζαμάικα, αν τελικά καταστεί δυνατός.

Ο πατερούλης Σόιμπλε

Υπό αυτή την έννοια, είναι μάλλον παιδιάστικο να πανηγυρίζει κανείς για την πιθανολογούμενη αποχώρηση του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε από το υπουργείο Οικονομικών. Η μετάβασή του στην προεδρία της Βουλής είναι ένας εύσχημος τρόπος για να του αφαιρεθεί το αριθμητήριο με το οποίο μετρούσε μέχρι τώρα τα ευρώ και κοιτούσε να βγάζει πάντα πλεονάσματα για την πατρίδα του και στη συνέχεια να κόβει πρόστιμα για τους άλλους που έβγαιναν «μείον». Όσοι γνωρίζουν τον κύριο Σόιμπλε ξέρουν πολύ καλά, όμως, ότι δεν πρόκειται να μείνει με σταυρωμένα τα χέρια, αν τελικά υπερισχύσει η ιδέα για κάποιου είδους χαλάρωση στην ευρωζώνη. Πολύ περισσότερο μάλλον ο κύριος Σόιμπλε δεν μπορεί να έχει αφήσει στην τύχη του το υπουργείο, χωρίς προηγουμένως να έχει εξασφαλίσει εγγυήσεις για τη συνέχεια της πολιτικής του.
Η οικονομική πολιτική της ισχυρότερης δύναμης στην Ευρώπη δεν είναι θέμα προσωπικών επιλογών. Όσο εμμονικός και μονοκόμματος και αν ήταν ως τώρα ο υπουργός Οικονομικών, μόνος του δεν ήταν σε καμιά περίπτωση. Εκπροσωπούσε συγκεκριμένα κέντρα και σαφείς πολιτικές επιλογές. Ο χαρακτήρας του απλά βόλευε και την κυρία Μέρκελ που έπαιζε το ρόλο του καλού χωροφύλακα, που παρενέβαινε όταν ο κακός έδειχνε έτοιμος να προβεί σε ακρότητες. Το παιχνίδι αυτό θα μπορούσε να το παίξει τώρα και με έναν πολύ νεώτερο χωροφύλακα. Ο Κρίστιαν Λίντνερ, για παράδειγμα, έχει τα μισά χρόνια του Σόιμπλε, αλλά εξίσου σκληρές θέσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι το μόνο που τον συγκίνησε από τις γαλλικές προτάσεις για μια διαφορετική Ευρώπη, ήταν η ιδέα της ακόμα βαθύτερης στρατιωτικοποίησής της.
Αλλά σε κάθε περίπτωση ο Σόιμπλε, και αυτό που εκπροσωπεί, θα είναι καθημερινά παρών στην πολιτική ζωή και μάλιστα κατέχοντας το ρόλο του «σοφού πατερούλη». Θα συνεχίσει να φτιάχνει πρωτοσέλιδα, όταν και όπως το επιθυμεί. Θα συνεχίσει να επιτηρεί, έστω και από λίγο πιο μακριά, την κυβέρνηση. Ο θεσμικός του ρόλος, μάλιστα, θα του επιτρέπει κάτι τέτοιο απέναντι σε μια Μέρκελ εμφανώς αποδυναμωμένη. Η καγκελάριος μοιάζει πλέον να μην μπορεί να αποφύγει την «κατάρα της τέταρτης θητείας», που βίωσαν ο Κονραντ Αντενάουερ και ο Χέλμουτ Κολ. Και οι δύο μετά την τέταρτη εκλογή τους, βίωσαν τη διαδικασία της απομυθοποίησης και τελικά της αποκαθήλωσης. Μάλιστα στην περίπτωση του Κολ, κύριος φυσικός αυτουργός αυτής της διαδικασίας ήταν ή ίδια η Μέρκελ. Θα αποτελέσει μια κοροϊδία της ιστορίας να βιώσει τώρα και η ίδια αυτό που κάποτε βοήθησε να συμβεί στον προκάτοχό της.

Ένα δεξιότερο κοινοβούλιο

Σε κάθε περίπτωση, οι νέοι συσχετισμοί στο γερμανικό κοινοβούλιο μόνο αφορμή για πανηγυρισμούς δεν δίνουν. Η ακροδεξιά πανίσχυρη, η συντηρητική πτέρυγα της κεντροδεξιάς αποφασισμένη να σκληρύνει περισσότερο τη στάση της και η σοσιαλδημοκρατία ημιθανής. Το ερώτημα είναι, λοιπόν, αν σε αυτή την αδιαμφισβήτητη ροπή προς τα δεξιά, μπορεί να υπάρξει αντίβαρο.
Η Αριστερά βγαίνει ελαφρώς ενισχυμένη, αλλά μόνη της δεν θα μπορέσει να αποτρέψει μια ακόμα πιο σκληρή επίθεση του νεοφιλελευθερισμού. Το ερώτημα είναι αν οι Πράσινοι μπορούν να παίξουν το ρόλο του φρένου σε μια νέα συντηρητικοποίηση του κυβερνητικού συνασπισμού. Η δική τους στροφή προς το… κέντρο, μάλλον δεν επιτρέπει πολλά περιθώρια αισιοδοξίας. Αλλά το ακόμα μεγαλύτερο ερώτημα είναι αν ο Μάρτιν Σουλτς έχει το σθένος και το βάρος να οδηγήσει το δικό του τραυματισμένο κόμμα σε μια άλλη πορεία, που θα αντιμάχεται αντιδραστικές επιλογές της επόμενης κυβέρνησης. Κυρίως, όμως, σε μια πορεία που θα στοχεύει σε μια μελλοντική διαφορετική πλειοψηφία, όταν θα έρθει η ώρα των επόμενων εκλογών. Και αυτή η ώρα δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα αργήσει τόσο πολύ. Τα κομμένα φτερά της Ανγκέλα ίσως να αποδειχτούν ανίκανα να την κρατήσουν σε πτήση για μια ολόκληρη τετραετία. Το στοίχημα για τις δυνάμεις που αντιμάχονται τη στείρα λιτότητα και τον επιθετικό εθνικισμό, είναι λοιπόν να επιδιώξουν τη δημιουργία μιας άλλης πλειοψηφίας, που δεν θα προκαλεί τρόμο στην Ευρώπη…