«Φωνές από χώμα»: η ιστορία όπως την λένε οι γυναίκες

Κωνσταντία Σωτηρίου, “Φωνές από χώμα”, εκδόσεις Πατάκη, 2017

Το Δεκέμβριο του 1963, σε αστυνομικό έλεγχο που γίνεται σε κακόφημη περιοχή της Λευκωσίας, πέφτουν νεκροί δύο Τουρκοκύπριοι, μια γυναίκα, που δούλευε σε κάποιο από τα πορνεία της περιοχής, κι ένας από τους δύο άντρες που βρίσκονταν μαζί της στο αυτοκίνητο.
Σε μια περίοδο ήδη αυξημένης έντασης μεταξύ των δύο κοινοτήτων, το περιστατικό θα γίνει η αφορμή να ξεκινήσουν εκτεταμένες συγκρούσεις και ταραχές που θα κρατήσουν 10 μέρες και θα αφήσουν πίσω τους νεκρούς και από τις δύο πλευρές, ενώ μερικές χιλιάδες Τουρκοκύπριοι θα εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Στις 30 Δεκεμβρίου ο Βρετανός στρατηγός Γιανγκ θα χαράξει την «πράσινη γραμμή» που θα χωρίσει την πόλη στα δύο. Η ιστορία προφανώς δεν τελειώνει τότε, συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

 

Την ιστορία την γράφουν οι άντρες. Ως επί το πλείστον τουλάχιστον, οι άντρες που πολεμούν, οι άντρες που κυβερνούν, οι άντρες που κρατούν τα κλειδιά της γνώσης και της εξουσίας. Τις ιστορίες όμως τις αφηγούνται συχνότερα οι γυναίκες ή, όπως λέει η φεμινίστρια φιλόσοφος Αντριάνα Καβαρέρο, η αφήγηση είναι γένους θηλυκού, αποτελεί μια διεκδίκηση της δυνατότητάς μας να ανοίξουμε μια γκάμα δυνατοτήτων στην αφήγηση της ιστορίας μας που να μην μπορεί να συρρικνωθεί στο δίπολο αρσενικό/θηλυκό, ή λόγος/μύθος.
Στη νουβέλα της Κωνσταντίας Θεοδώρου «Φωνές από χώμα», η αφήγηση των γεγονότων του σκοτεινού Δεκέμβρη του 1963 γίνεται από δεκατρείς γυναίκες, δώδεκα Ελληνοκύπριες και μια Τουρκοκύπρια, τη σκοτωμένη πόρνη Τζεμαλιγιέ. Στα μικρά κεφάλαια που αποτελούν τις «Φωνές από χώμα» η βασική αφηγηματική γραμμή είναι αυτή της Τζεμαλιγιέ, ενώ μετά από κάθε επεισόδιο της δικής της ιστορίας, παρεμβάλλονται οι ιστορίες των Ελληνοκυπρίων γυναικών, οι περισσότερες από τις οποίες προσδιορίζονται εξαρχής από έναν άνδρα (πατέρα ή σύζυγο) και πολύ συχνά μεταφέρουν, με το δικό τους τρόπο και απ’ τη δική τους γυναικεία σκοπιά, και τη δική του συμμετοχή στα γεγονότα.

Εμπειρία ως επί το πλείστον φροντίδας

Με το δεύτερο βιβλίο της, η Κωνσταντία Θεοδώρου εστιάζει και πάλι σε ζητήματα ταυτότητας και φύλου, όπως και στο προηγούμενο μυθιστόρημά της «Η Αϊσέ πάει διακοπές», όπου η ηρωίδα της ήταν μια Ελληνοκύπρια που αναγκάζεται να ζήσει για χρόνια μέσα στην τουρκοκυπριακή κοινότητα κρύβοντας την ταυτότητά της. Κι εδώ, μέσα από τις ιστορίες των δεκατριών γυναικών η συγγραφέας ξαναβάζει θέματα που αφορούν τη συγκρότηση της ταυτότητας, εθνικής αλλά και έμφυλης, ψηλαφώντας τη γυναικεία ματιά πάνω στην ιστορία. Οι Ελληνοκύπριες, που κάνουν σύντομα περάσματα από τη νουβέλα, αφηγούνται την ιστορία με έναν πολυπρισματικό τρόπο, συχνά διαθλώντας μέσα από τα δικά τους μάτια την ιστορία των αντρών ή των πατεράδων τους, άλλοτε βάζοντας μπροστά τη δική τους εμπειρία, εμπειρία ως επί το πλείστον φροντίδας· καθαρίζουν τα ματωμένα ρούχα, τα μνήματα, φροντίζουν τους άρρωστους άντρες, προσεύχονται κι ανάβουν ένα κερί για την ψυχή των πεθαμένων, αδιαφορώντας αν είναι Έλληνες ή Τούρκοι – ή και όχι πάντα. Οι γυναίκες θυμούνται κι άλλοτε επιλέγουν να ξεχνούν («Εγιώ μόνο να μεν θυμούμαι έμαθα», όπως λέει η Χρυσούλα Κ., χήρα πεσόντος στις ταραχές). Κρατάνε τα κοινά, την καθημερινή συμβίωση των δύο κοινοτήτων πριν απ’ τα γεγονότα, τις μικρές λεπτομέρειες που τις συνέδεαν – τα «ωραία ψουμιά» μιας Τουρκάλας φουρνάρισσας που δημιούργησαν προβλήματα, και με τις δύο κοινότητες, στον πατέρα της Λένιας Μ., τις άγριες αγκινάρες που έδινε ο Χασάνης στον άντρα της Αθηνούλας Τ., κι εκείνη της έφτιαχνε τόσο νόστιμες και τις πρόσφερε πάλι, μαγειρεμένες πια, στον Τούρκο, που η δική του γυναίκα δεν τις πετύχαινε, τον καφέ που έμαθε να λέει από μια Τουρκού η Αννού Θ.

Το γλωσσικό παιχνίδι

Όλες μιλούν κυπριακά· η συγγραφέας μεταφέρει στο γραπτό λόγο την προφορική ομιλία και, χωρίς να δημιουργεί ιδιαίτερα προβλήματα κατανόησης στον Έλληνα αναγνώστη, φέρνει στην επιφάνεια μια αίσθηση ανοίκειου, ετερότητας, υπενθυμίζει τη διαφορά, συστήνει μια ξεχωριστή ταυτότητα (ελληνοκυπριακή), συναρμοσμένη ταυτοχρόνως μέσα από τη συνύπαρξη αλλά και τη σύγκρουση των δύο κοινοτήτων, μέσα από το φόβο ή την ενοχή, αλλά και μέσα από τη μοιρασμένη καθημερινότητα και την αλληλεγγύη. Αντίθετα, η Τζεμαλιγιέ μιλάει ουδέτερα ελληνικά, χωρίς τη σήμανση κάποιου ιδιόλεκτου, με διάσπαρτες τουρκικές λέξεις, που μένουν συνήθως αμετάφραστες για να επεξηγηθούν (γραμμένες πια στα τουρκικά) στο τέλος του βιβλίου (πιο πριν ένα γλωσσάρι βοηθά τον Έλληνα αναγνώστη με την κυπριακή διάλεκτο).
Όλο το γλωσσικό παιχνίδι που στήνει η συγγραφέας στη νουβέλα της συγκροτεί το ένα από τα πολλά επίπεδα του στοχασμού της πάνω στις ταυτότητες, με τρόπο αμιγώς λογοτεχνικό. Αναδεικνύει δηλαδή ακριβώς τη σχέση μεταξύ των εθνικών ταυτοτήτων, υπονομεύοντας διαρκώς το τι είναι οικείο και τι ανοίκειο, τι είναι δικό μας και τι ξένο, απευθυνόμενη ταυτοχρόνως αλλά με διαφορετικό τρόπο στον Έλληνα και στον Ελληνοκύπριο αναγνώστη.

Αφήγηση ανατολίτικη, παραμυθένια

Αν, όμως, οι δώδεκα Ελληνοκύπριες γυναίκες των «Φωνών από χώμα» προσφέρουν στον αναγνώστη στιγμιότυπα από τις λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής και από το γυναικείο κόσμο και τον τρόπο που αυτός βιώνει τα μεγάλα γεγονότα στο περιθώριο της ανδρικής ιστορίας, η ραχοκοκαλιά της νουβέλας είναι η διαρκώς διακοπτόμενη αφήγηση της Τζεμαλιγιέ. Αφήγηση ανατολίτικη, παραμυθένια, που την διαπερνά το νήμα (ή μάλλον το λουράκι) ενός ζευγαριού κόκκινες γόβες, από την πρώτη ως την τελευταία φράση της. Αντικείμενο επιθυμίας, μα και διάκρισης (κόκκινα παπούτσια φοράνε οι πουτάνες, όχι οι τίμιες γυναίκες). Αν οι ιστορίες των άλλων γυναικών φέρνουν στη νουβέλα ένα άρωμα προφορικής ιστορίας, η ιστορία της Τζεμαλιγιέ είναι μια αφήγηση ζωής, μια αφήγηση-λογοδοσία εαυτού που αρθρώνεται μέσα από όλες τις διαφορετικές ταυτότητές της, της γυναίκας, της βαθιά ερωτευμένης, της πόρνης, της Τουρκάλας. Η Τζεμαλιγιέ μιλά πέρα απ’ το θάνατο για ό,τι έχει σημαδέψει τη ζωή της, για την κατάρα της μάνας της επειδή έγινε πόρνη, για τον έρωτά της για τον Ζεκή, έναν νεότερό της άνδρα που βρέθηκε στον κερχανέ αναζητώντας παροδική διέξοδο από ένα συμβατικό, συμφωνημένο γάμο, για τις σχέσεις της με τις άλλες γυναίκες στο πορνείο, για τα παραμύθια και τις ιστορίες που λένε η μια στην άλλη στο χαμάμ ή γύρω από το τζάκι, για τη γάτα της τη Ζεχρά που της έκοψαν τα πόδια και την άφησαν να πεθάνει, όταν ζήτησε από τον Ζεκή να διαλέξει ανάμεσα σε κείνη και την τούρκικη παραστρατιωτική οργάνωση, για τα όνειρά της, τα όνειρα της ζωής της αλλά και το όνειρο του θανάτου της, της κηδείας της, που θα την αναδείξει σε κόρη του λαού της, περήφανη και δικαιωμένη, αποδεκτή από όσους εν ζωή την περιφρόνησαν. Αυτή την ιστορία της ζωής της ξετυλίγει η Τζεμαλιγιέ, δίνοντας φωνή σε όλες τις διαφορετικές ταυτότητές της, που μέχρι ν’ αρχίσει να ξετυλίγεται το κόκκινο νήμα της την καταδίκαζαν στη σιωπή και στην περιφρόνηση, στην επιθυμία αλλά και στην ανάγκη της ωραιοποίησης, μιας άλλης επινοημένης ιστορίας. Όμως όχι, τώρα η Τζεμαλιγιέ λέει την πραγματική της ιστορία, αυτή την ιστορία που την λέει με τη φωνή και με το σώμα της, την ιστορία που η μια πλευρά θα δικαιώσει στην πάνδημη κηδεία των ονείρων της κι η άλλη θα την απαξιώσει σε μια φράση, «σκοτώθηκε μια πουτάνα και διαλύθηκε ένα κράτος». Όμως κάπου θα πει και κάτι άλλο η Τζεμαλιγιέ, στο δέκατο όγδοο κεφάλαιο του βιβλίου, εκεί που η δική της ιστορία συμπλέκεται με της χήρας Βαθούλας Ζ., που ο άντρας της ήταν μεταξύ των αστυφυλάκων που σκότωσαν την Τζεμαλιγιέ και τον Ζεκή, θα πει και θα ονειρευτεί κάτι άλλο, «μια άλλη ζωή», όπου θα μάθει να οδηγεί, θα κρατά το τιμόνι και θα ορίζει αυτή που θα πάει, όπου θα σώσει όχι μόνο τον εαυτό της αλλά και τον άντρα που αγαπά.
Οι «Φωνές από χώμα» διαβάζονται απνευστί, προκαλούν συγκίνηση, αφήνοντας στον αναγνώστη την απόλαυση να ανακαλύψει τα πολλαπλά επίπεδα τους, τα οποία υποστηρίζονται απ’ όλα τα επιμέρους στοιχεία της νουβέλας, από τα αμιγώς γλωσσικά και λογοτεχνικά μέχρι το στοχασμό πάνω στην Ιστορία και τις πολλαπλές ταυτότητες του καθένα ή της καθεμιάς μας.

Έφη Γιαννοπούλου