Φόρος τιμής στον Στέφανο Ροντοτά, τον επιφανή νομικό, πολιτικό και αριστερό διανοούμενο

rodota-1

Στις 26 Ιουνίου 2017, με τις νότες του «Bella Ciao», η Ιταλία αποχαιρέτησε τον Στέφανο Ροντοτά, αριστερό πανεπιστημιακό δάσκαλο, πρώην βουλευτή της αριστεράς, σπουδαίο νομικό και υπέρμαχο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η πολιτική του κηδεία πραγματοποιήθηκε –πού αλλού;- στον αγαπημένο του χώρο, στην αίθουσα της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ρώμης, όπου υπήρξε φοιτητής και στη συνέχεια καθηγητής. Μίλησαν για την πορεία του οι συνάδελφοί του και ο πρύτανης Εουτζένιο Γκάουντιο. Στο ακροατήριο ο πρόεδρος της Γερουσίας, η πρόεδρος της Βουλής, πολιτικοί και διανοούμενοι. Ανάμεσά τους η γραμματέας της Cgil Σουζάνα Καμούσο, ο γραμματέας της Fiom Μαουρίτσιο Λαντίνι και ο ηγέτης της Ιταλικής Αριστεράς Νικόλα Φρατοϊάνι. Μετά το τέλος της τελετής, πλήθος λαού συνόδεψε το φέρετρο έξω από το Πανεπιστήμιο και απέτισε φόρο τιμής με ένα μισάωρο χειροκρότημα και με μεγάλη συγκίνηση.
Η «Εποχή», θέλοντας να αποχαιρετήσει με το δικό της τρόπο το μεγάλο δάσκαλο, του οποίου άρθρα και συνεντεύξεις έχουμε φιλοξενήσει πολλές φορές, δημοσιεύει μια συνέντευξή του (La Repubblica, 19/11/2015) σχετικά με τις υπέροχες σελίδες που αφιέρωσε στη μόνιμη σύγκρουση μεταξύ δικαίου και αγάπης, καθώς έβλεπε ανέκαθεν με προσοχή την ταραχώδη σχέση μεταξύ της μη κανονικότητας και του απροσδόκητου της ζωής και του τυπικά αφηρημένου χαρακτήρα του νομικού κανόνα. Ακόμα δημοσιεύουμε σημείωμα αποχαιρετισμού της Λουτσιάνα Καστελίνα για τον αριστερό καθηγητή, από το «Manifesto».

Πόσο φτωχό είναι το δίκαιο χωρίς την αγάπη

rodota-3

Τη συνέντευξη πήρε η Σιμονέτα Φιόρι

Καθηγητή Ροντοτά, δίκαιο και αγάπη είναι ασύμβατα;
Για άλλη μια φορά με βοηθά ο Μονταίν, που ορίζει τη ζωή ως μια πολύμορφη κίνηση σε συνεχή αλλαγή. Το δίκαιο είναι ακριβώς το αντίθετο, μιλά για κανονικότητα και ομοιομορφία, δεν ανέχεται τις εκπλήξεις της ζωής. Όταν μπαίνεις στο έδαφος της αγάπης, προέχει η υποκειμενικότητα και το δίκαιο είναι σαφώς σε αμηχανία.

Γιατί;
Οι συναισθηματικές σχέσεις μπορεί να είναι κάτι εκρηκτικό στην κοινωνική οργάνωση. Επομένως, το δίκαιο προτάθηκε ως ένα εργαλείο ρύθμισης των συναισθηματικών σχέσεων που δεν αφήνει χώρο στην αγάπη. Αρκεί να ανατρέξουμε σε δύο αιώνες ιστορίας: στη δυτική παράδοση το δίκαιο για μια μακρά περίοδο θέσπισε το ασήμαντο της αγάπης. Στην ουσία, λοιπόν, θυσίασε τις γυναίκες, κωδικοποιώντας μια ανισότητα.

Με ποιον τρόπο;
Η σχέση ενός ζευγαριού αναγνωρίστηκε σε συνάρτηση με κάτι που δεν έχει καμία σχέση με τα αισθήματα: την κοινωνική σταθερότητα, την τεκνοποιία, τη διαιώνιση του είδους. Οι περιουσιακές λογικές υπερίσχυσαν των συναισθηματικών λογικών. Παρόλο που ο άγιος Παύλος στην πρώτη του επιστολή προς Κορινθίους κήρυττε την αμοιβαία και ισότιμη σχέση μεταξύ συζύγων, στη χώρα μας επικράτησε ένα ιεραρχικό ανδροκρατικό μοντέλο, όπου το σώμα των γυναικών καταντά να είναι ιδιοκτησία του συζύγου.

Το ανδροκρατούμενο δυτικό μοντέλο

Αυτό το ιεραρχικό μοντέλο διήρκεσε στην Ιταλία μέχρι τα μισά της δεκαετίας του ‘70 του εικοστού αιώνα. Είναι κι αυτή μια ιταλική ανωμαλία;
Όχι, δεν θα το έλεγα όσον αφορά στο ιστορικό επίπεδο. Το οικογενειακό μοντέλο της δυτικής νεωτερικότητας –από τα τέλη του 1700 και μετά- υπήρξε τρομερά ιεραρχικό. Μετά την ενοποίηση απορροφήσαμε το γαλλικό κώδικα που υπέγραψε ο Ναπολέων, που θέσπιζε την πιο τυφλή υπακοή της γυναίκας στο σύζυγο. Φαίνεται ότι ο Ναπολέων κατά τη διάρκεια της εκστρατείας στην Αίγυπτο εντυπωσιάστηκε από τον τρόπο με τον οποίο το ισλαμικό δίκαιο ρύθμιζε τη σχέση μεταξύ συζύγων.

Στη χώρα μας, στη συνέχεια, αυτή η ιστορία υπέστη τους περιορισμούς της καθολικής εκκλησίας. Όμως και η πολιτική συνέβαλε στη νάρκωση των συναισθημάτων.
Ναι, ο γάμος διατήρησε την ιεραρχική δομή του, χάρη και στην επιρροή της εκκλησίας. Όσο για την πολιτική, για μια καθόλου σύντομη περίοδο της ιστορίας, κινήθηκε προς την πειθάρχηση των ενορμήσεων, στη συνάντηση της καθολικής με τη σοσιαλκομμουνιστική αυστηρότητα.

Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι και οι πατέρες του Συντάγματος -Καλαμαντρέι, Νίτι, Ορλάντο- ήταν αντίθετοι με την αρχή της ισότητας μεταξύ των συζύγων, επειδή ερχόταν σε σύγκρουση με τον αστικό κώδικα.
Απίστευτο. Μέσα στο κεφάλι τους το μοντέλο του γάμου που επαφίεται στους νομικούς κανόνες είναι ένα δεδομένο μιας πραγματικότητας που είναι αδύνατο να μεταρρυθμιστεί. Δεν αντιλαμβάνονταν ότι άλλαζαν οι κανόνες του παιχνιδιού και ότι ο συνταγματικός χάρτης ήταν πάνω από τον αστικό κώδικα.

Μια ακαμψία που εσείς ξαναβρίσκετε σε μια πρόσφατη απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου, που λέει όχι στους γάμους των ομοφυλοφίλων στο όνομα του αστικού κώδικα.
Ναι, κι αυτοί υπακούουν στον κώδικα που μιλάει μόνο για γάμους μεταξύ ανδρών και γυναικών. Με εντυπωσίασε η αναφορά του Δικαστηρίου σε μια παράδοση του γάμου που υπερβαίνει τη χιλιετία: λες και πρόκειται για ένα φυσικό δεδομένο που δεν υπόκειται στις κοινωνικές και ανθρωπολογικές αλλαγές. Αντίθετα, πρόκειται για μια ιστορική κατασκευή που συνέχισε να αλλάζει στην Ευρώπη και στην Ιταλία. Όμως η Ιταλία είναι η μοναδική χώρα που δεν θέλει να το παραδεχτεί, παρόλο που υπέγραψε τον χάρτη δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ιστορικές κατασκευές σαν φυσικά δεδομένα

Ένας χάρτης που για το δικαίωμα στο γάμο καταργεί την αναφορά στη διαφορετικότητα του φύλου του ζευγαριού.
Πράγματι, ακριβώς εκείνο το άρθρο, το άρθρο 9, είναι αντικείμενο μεγάλων πιέσεων εκ μέρους της εκκλησίας. Πιέσεων που πέρασαν υπό σιωπή, αλλά που εγώ είμαι σε θέση να βεβαιώσω, διότι καθόμουν στο τραπέζι για τη συζήτηση της συνθήκης. Προσθέτω ότι η αναφορά στη χιλιετή παράδοση της οικογένειας, σχετικά με την οποία αποφάνθηκε το Συνταγματικό μας Δικαστήριο, δεν εμφανίζεται σε καμία άλλη νομολογία.

Σήμερα δυσκολευόμαστε να εγκρίνουμε μέχρι και το σύμφωνο συμβίωσης (ΣτΜ τελικά υπογράφτηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας την 20η Μαΐου 2016). Γιατί συμβαίνει αυτό;
Πρόκειται για μια πολύ ιδεολογικοποιημένη σύγκρουση, που ευνοείται από το άθλιο ρίζωμα των λεγόμενων «αδιαπραγμάτευτων αξιών» και των «ηθικά ευαίσθητων θεμάτων». Αυτά αφαιρούνται από το νομοθέτη, όχι επειδή ο νομοθέτης δεν πρέπει να ασχοληθεί μαζί τους, αλλά γιατί ο νομοθέτης πρέπει να αποδεχτεί το φυσικό και αμετάτρεπτο δεδομένο.

Ένα εμπόδιο που δεν υπήρχε τον καιρό των μαχών για το διαζύγιο και την άμβλωση.
Όντως, δεν υπήρξε τότε η ίδια έλλειψη ανεκτικότητας. Παρά την πεισματική αντίθεσή της, η χριστιανική δημοκρατία παραδεχόταν ότι επήλθαν κοινωνικές αλλαγές που δεν ήταν πλέον δυνατό να αγνοηθούν.

Το λιώσιμο των πάγων είχε αρχίσει στη δεκαετία του ‘60, όταν ο έρωτας έπαψε να είναι εκτός νόμου. Μόνο το 1968 το Συνταγματικό Δικαστήριο κατάργησε το αδίκημα της μοιχείας για τις γυναίκες. Και το 1975 ήρθε το νέο οικογενειακό δίκαιο, που έβαλε τέλος στο ιεραρχικό μοντέλο.
Ναι, στις ιδιοκτησιακές λογικές υπεισέρχονται και οι συναισθηματικές. Παρόλα αυτά, και σε κείνη την περίπτωση ο νομοθέτης συγκρατήθηκε απέναντι στη λέξη αγάπη. Μιλάει για πίστη, συνεργασία, όχι για αγάπη.

Μα γίνεται να βάλει κανείς τη λέξη αγάπη σε ένα νόμο;
Κάποιοι το υποστηρίζουν: όσο μένει μακριά απ’ αυτήν το δίκαιο, όσο λιγότερο την αναφέρει, τόσο το καλύτερο. Το δίκαιο δεν ονοματίζει την αγάπη επειδή την σέβεται βαθιά ή επειδή θέλει να την υποτάξει σε άλλες ανάγκες, όπως η κοινωνική σταθερότητα; Για μια μακρά περίοδο της ιταλικής ιστορίας συνέβαινε αυτό.

Το δικαίωμα στην αγάπη δεν έχει αποκλεισμούς

Υπάρχει το δικαίωμα της αγάπης ανάμεσα στα ομόφυλα ζευγάρια, που πρέπει να μπορούν να έχουν πρόσβαση στο γάμο. Υπάρχει, όμως, και το δικαίωμα αγάπης για τα παιδιά, που πρέπει να μπορούν να έχουν αγάπη από έναν πατέρα και από μια μητέρα. Πώς συμβιβάζονται αυτά τα δύο δικαιώματα;
Δεν υπάρχει καμία εμπειρική ένδειξη υστέρησης στο επίπεδο της ανάπτυξης της προσωπικότητας και της συναισθηματικότητας για τα παιδιά που έχουν μεγαλώσει μέσα σε ομόφυλες οικογένειες. Τότε, λοιπόν, τι γίνεται με τις μονογονεϊκές οικογένειες;

Ο γονέας που μεγαλώνει μόνος του ένα παιδί γνωρίζει -ίσως περισσότερο από κάθε άλλο- ότι τα παιδιά χρειάζονται έναν πατέρα και μια μητέρα, μια ανδρική και μια γυναικεία μορφή. Ακόμη και η ψυχιατρική διατυπώνει αμφιβολίες για τις υιοθεσίες των ομόφυλων ζευγαριών.
Θέτετε ένα ζήτημα που δεν λύνεται με την αυταρχική χρήση του δικαίου. Όσο νωρίτερα αναγνωρίσουμε ίση αξιοπρέπεια σε όλες τις συναισθηματικές σχέσεις, τόσο νωρίτερα θα είμαστε σε θέση να οικοδομήσουμε πολιτιστικά μοντέλα κατάλληλα για τη νέα κατάσταση. Όσο διατηρούμε τη σύγκρουση και τον αποκλεισμό, αυτό γίνεται δυσκολότερο.

Λέτε: Η ισοτιμία στο γάμο φέρνει μαζί και την εγκυρότητα των υιοθεσιών.
Ασφαλώς. Αν θέλουμε να συζητήσουμε, αφού θα έχουμε επιτύχει αυτό το αποτέλεσμα, θα μπορέσουμε να το κάνουμε χωρίς ιδεολογικές υποθήκες. Είναι μια ιστορία που δεν τελειώνει. Όπως δεν σταματάμε ποτέ να απαντάμε στην προτροπή του Όντεν: την αλήθεια, σας παρακαλώ, για την αγάπη.

 

Ένας σύντροφος, που έγινε αμέσως κομμάτι δικό μας

rodota-2

Της Λουτσιάνα Καστελίνα

Γνώριζα, το γνωρίζαμε όλοι, ότι ο Στέφανο ήταν άρρωστος από καιρό. Όμως, λόγω του ότι εξακολουθούσε, έστω και με λιγότερη συχνότητα, να γράφει και να συμμετέχει, στο τέλος σκεφτήκαμε –ή αφεθήκαμε στην αυταπάτη- ότι το πράγμα δεν ήταν και πολύ σοβαρό.
Πώς να μιλήσω για τον Στέφανο Ροντοτά, πώς να τον θυμηθώ, πώς να εξηγήσω στα πολύ νέα παιδιά που τον είχαν βέβαια ακουστά, αλλά που δεν μπορούν να καταλάβουν το νόημα της πολιτικής του παρουσίας στο τελευταίο μισό του αιώνα, όπου έπαιξε ένα σημαντικό ρόλο, ποιοτικά διαφορετικό από οποιονδήποτε άλλο πρωταγωνιστή του καιρού μας, εκπληρώνοντας μια ουσιαστική λειτουργία; Μια ιστορική λειτουργία. Εξηγούμαι: ο Στέφανο Ροντοτά δεν ήταν κομμουνιστής, είχε διαμορφωθεί διαφορετικά από τα μέλη του IKK και από εμάς που ανήκαμε στο Manifesto. Ήταν όμως αριστερός. Κάποιοι έλεγαν ότι ήταν ένας φιλελεύθερος δημοκράτης, δεν ξέρω αν ίσχυε αυτό, αλλά ήταν οπωσδήποτε ένας μεγάλος νομικός κι εγώ/εμείς τον νιώθαμε πάντα σαν σύντροφο, με την πληρέστερη έννοια που μπορεί κανείς να δώσει σ’ αυτή τη λέξη. Μπήκε στη ζωή μας μέσα από αυτό το ρόλο που είχε εφεύρει το IKK στην καλύτερη εποχή του: τους εκλεγμένους στα ψηφοδέλτιά του που δεν ανήκαν στην οργάνωση, τους «ανεξάρτητους αριστερούς». Ήταν μια σπουδαία ιδέα, γιατί πολλοί από αυτούς μας έφεραν έναν αέρα νέας και χρήσιμης κουλτούρας. Όμως, με τον Στέφανο ήταν αλλιώς: συνεισέφερε ουσιαστικά στο να διορθώσουμε τον τρόπο που ήμασταν κομμουνιστές. Γιατί αποδείχτηκε ότι δεν ήταν έξω από εμάς, έγινε αμέσως κομμάτι μας και η διαφορετικότητά του ήταν αυτό που ο Έντουαρντ Σαΐντ ονόμασε «μια ουσιαστική βοήθεια στην κριτική του εαυτού μας».

Η κρίση του ιστορικού συμβιβασμού

Το 1980, στον καιρό της κρίσης του ιστορικού συμβιβασμού και πριν από την πλήρη εκδήλωση του κραξισμού, ως αποτέλεσμα μιας έκκλησης που υπέγραφαν ο Κλάουντιο Ναπολεόνι και ο Λούτσιο Μάγκρι, γεννήθηκε το Pace e guerra, πρώτα μηνιαίο και μετά εβδομαδιαίο, με στόχο να δώσει φωνή σε έναν χώρο της αριστεράς που προσπάθησε τότε να δημιουργήσει μια συνάντηση μεταξύ σοσιαλιστικής αριστεράς, κριτικών κομμουνιστών του ΙΚΚ και της λεγόμενης «νέας αριστεράς», κυρίως του Pdup (Κόμμα Προλεταριακής Ενότητας). Διευθυντές του Pace e Guerra ήταν ο Κλάουντιο Ναπολεόνι, ο Στέφανο Ροντοτά και η υποφαινόμενη (αργότερα ήταν και ο Μικελάντζελο Νοταριάνι). Με τον Στέφανο ειδικά δουλέψαμε μαζί καθημερινά για σχεδόν πέντε χρόνια, μαζί με μια φανταστική συντακτική ομάδα. Η προσπάθειά μας ηττήθηκε. Ξέρουμε όλοι το πώς και το γιατί. Εξακολουθώ, όμως, να πιστεύω ότι δεν ήταν άχρηστη, παρόλο που το ΙΚΚ, με τον άσχημο τρόπο που διαλύθηκε, και το Σοσιαλιστικό Κόμμα, με την περιπέτεια της εποχής Κράξι, έθαψαν εκείνη την εναλλακτική προσπάθεια. Θυμήθηκα το Pace e Guerra, επειδή εκείνη η εμπειρία δεν είναι για μένα, και για πολλούς άλλους συντρόφους, μόνο μια πολύ σημαντική ανάμνηση, αλλά επειδή για εκείνη την πολιτική προσπάθεια ο Στέφανο Ροντοτά εργάστηκε σε όλη του τη ζωή, εκεί όπου ετάχθη. Δεν ήταν ουτοπία, αυταπάτη. Ήταν ένας εφικτός στόχος.
Ακόμη και πρόσφατα: ήταν πολύ μεγάλος ο θυμός μας που η υποψηφιότητά του στην προεδρία της Δημοκρατίας που υποστηριζόταν από τους 5 Αστέρες (για μια φορά δεν είχαν διφορούμενη στάση) και από τη SeL απορρίφθηκε από το Δημοκρατικό Κόμμα. Έχω μέγιστη εκτίμηση στον Ματαρέλα, αλλά ο Στέφανο Ροντοτά, ακριβώς λόγω της ιστορίας του και της προσωπικότητάς του, και παρά τις περιορισμένες εξουσίες του Προεδρικού Μεγάρου, θα μπορούσε ίσως να συμβάλλει στην αποφυγή της σημερινής καταστροφής της αριστεράς.

 

Ένας άνθρωπος της ιταλικής αριστεράς

«Οσον αφορά εμένα, παραμένω αυτός που ήμουν, είμαι, και θα προσπαθήσω να είμαι. ΄Ενας άνθρωπος της ιταλικής αριστεράς, που πάντα ήθελε να δουλεύει γι’ αυτήν, πεισμένος ότι η πολιτική κουλτούρα της αριστεράς πρέπει να προβληθεί προς το μέλλον. Την πολιτική θα εξακολουθήσω να τη βλέπω σαν το εργαλείο που πρέπει να μεταβάλλει τις ατυχίες σε ευκαιρίες».
Απάντηση του Στέφανο Ροντοτά στον Εουτζένιο Σκάλφαρι, ιδρυτή της εφημερίδας La Repubblica, όταν, πριν τέσσερα χρόνια, τον κατηγόρησε ότι δεν αποσύρθηκε εγκαίρως από την υποψηφιότητά του στην προεδρία της Δημοκρατίας, αφού ήταν εκ νέου «διαθέσιμος» ο Τζόρτζιο Ναπολιτάνο.