Χαμένα όνειρα, ελπίδες που επιζούν, κάπου στην Αφρική

 

Φιστόν Μουαντζά Μουζιλά «Τραμ 83»
(μτφ. Ρίτα Κολαϊτη, εκδ. Καστανιώτη, 2018)

 

Σε μια ανώνυμη πόλη της Αφρικής που θα μπορούσε ίσως να είναι το Λουμπουμπάσι της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, η πόλη στην οποία γεννήθηκε το 1981, τοποθετεί την ιστορία του ο συγγραφέας Φιστόν Μουαντζά Μουζιλά. Το μυθιστόρημα μάς μεταφέρει σε ένα σχεδόν δαντικό σκηνικό, σε μια Πόλη-Χώρα που ζει από τα ορυχεία πολυτίμων λίθων, κοβαλτίου κ.λπ. – «μια πόλη που είχε ως μέτρο την πανουργία, τις πολύτιμες πέτρες και τα καλάσνικοφ», «μια πόλη που έγινε χώρα με την ισχύ των καλάσνικοφ».
Το περίφημο, το διαβόητο Τραμ 83 είναι «ένα από τα πιο δημοφιλή μπαρ-εστιατόρια με πουτάνες. Η φήμη του εξαπλωνόταν πέρα από τα σύνορα της Πόλης-Χώρας. Ας δω το Τραμ 83 κι ας πεθάνω, ήταν η συνηθισμένη επωδός των τουριστών [=κερδοσκόπων, σύμφωνα με την ορολογία του συγγραφέα] που συνέρρεαν από κάθε γωνιά της γης για την μπίζνα».

Εκεί λοιπόν φτάνει κάποια στιγμή ο άφραγκος συγγραφέας Λισιέν, οδηγημένος από τον παλιό του φίλο(;), τον Ρέκβιεμ, έναν μικροαπατεώνα που μπορεί τελικά να μην είναι και τόσο μικρός. Ο Λισιέν αρχίζει έτσι να καταδύεται σε έναν κόσμο παρακμής και βίας και ενός ερωτισμού σχεδόν νοσηρού, έναν κόσμο απόβλητων στους οποίους συνυπάρχει η απογοήτευση και η ελπίδα να ξεφύγουν από εκεί, ενώ γύρω τους βασιλεύει ένα καθεστώς τρόμου, εμφυλίου πολέμου, διαφθοράς, λογοκρισίας, σιωπής, βασανιστηρίων («το βασανιστήριο είναι ένα από τα σημεία οριοθέτησης μεταξύ μιας οργανωμένης μπανανίας και μιας χαοτικής –με άλλα λόγια αποδιοργανωμένης– μπανανίας»). Παιδιά-σκλάβοι, σκαφτιάδες στα ορυχεία και αντιφρονούντες φοιτητές που κατηγορούν τους εργάτες ότι «ξεπουλούσαν την αξιοπρέπειά τους σε ξένους εκμεταλλευτές του ορυκτού πλούτου» για να ακούσουν μετά ότι «εσείς οι κουλτουριάρηδες καταστρέψατε τη χώρα», ανθρώπινα ναυάγια, λευκοί μισθοφόροι, πόρνες κάθε ηλικίας και για κάθε γούστο, κακοποιοί και απατεώνες μικρής ή μεγάλης εμβέλειας, συνωστίζονται όλοι σε έναν κόσμο κλειστοφοβικό και ιδρωμένο, αναζητώντας ο καθένας και η καθεμία ό,τι του λείπει: διαφυγή, ελπίδα, χρήματα, σεξ, ναρκωτικά, ποτό… Είναι ένας κόσμος όπου «η αθωότητα είναι δειλία», όπου «το να μαδήσεις έναν τουρίστα [=κερδοσκόπο] που σκάβει είναι πράξη αυτοάμυνας, μια πρακτική που μεταδίδεται από πατέρα σε γιο».

Άντρο ακολασίας και σύμβολο εθνικής συνοχής

Ο συγγραφέας επενδύει με συμβολικό βάρος το Τραμ 83 –που είναι «άντρο της εγκληματικότητας, της ακολασίας και της διαστροφής» και συνάμα «ενσάρκωνε την εθνική ενότητα και συνοχή»– και με μια ειρωνεία που μερικές στιγμές αγγίζει τον σουρεαλισμό σκιαγραφεί έναν κόσμο χαμένων ονείρων και κουρασμένων ελπίδων που εξακολουθούν να επιζούν παρόλο που κάθε προσπάθεια να ξεφύγει κανείς έχει ελάχιστες πιθανότητες να ευοδωθεί.
Σχολιάζοντας ο ίδιος τη ζοφερή εικόνα που αποτυπώνει το βιβλίο του, ο συγγραφέας λέει σε συνέντευξή του στην Ντόιτσε Βέλε ότι «η ιστορία μου περιγράφει τι συμβαίνει στους ανθρώπους που δουλεύουν στην και γύρω από την εξορυκτική βιομηχανία. Υπάρχει πολλή αγριότητα εκεί. Υπάρχουν γυναίκες που δουλεύουν σε αυτά τα ορυχεία και επιπλέον αναγκάζονται να καταφεύγουν στην πορνεία. Στο Κονγκό, υπάρχουν παιδιά που είτε δουλεύουν στα ορυχεία είτε καταφεύγουν στην πορνεία. Το βιβλίο μου θέλει να παρουσιάσει τις αφηγήσεις τους. Αυτή είναι η πραγματικότητά τους». Στον κόσμο του Μουζιλά, οι κλίμακες –και όχι μόνο οι αξιακές– αλλάζουν: «Παιδική ηλικία, από μηδέν μέχρι δύο χρονών. Προεφηβεία, από τριών μέχρι εφτά. Εφηβεία, από οχτώ μέχρι δώδεκα. Από τα δεκαπέντε, αρχίζουν κιόλας να γράφουν ανορθόγραφα τη διαθήκη τους». Απέναντι σε αυτόν τον κόσμο κάποιοι, λίγοι, «αναπαρήγαγαν κάποια σπέρματα εξεγέρσεων με φόντο ξεθωριασμένα ευαγγέλια».

Ο ρόλος της λογοτεχνίας για την Αφρική

Ο συγγραφέας ζει τα τελευταία χρόνια στο Γκρατς της Αυστρίας, ενώ τα βιβλία του τα γράφει στα γαλλικά, αν και μεγάλωσε όντας δίγλωσσος (σουαχίλι με τη μητέρα του, γαλλικά με τον πατέρα του). Ο ίδιος σχολιάζει τον διπλό χαρακτήρα των γαλλικών γι’ αυτόν (γλώσσα αποικιακή αλλά και οικεία), μιλώντας για τις γέφυρες που οφείλει να χτίζει η λογοτεχνία ανάμεσα στις διαφορετικές πολιτισμικές εκφάνσεις. Ασχολείται με διάφορα λογοτεχνικά είδη, όπως το θέατρο και η ποίηση. Το Τραμ 83 είναι το πρώτο μυθιστόρημά του και απέσπασε διάφορα βραβεία, ενώ βρέθηκε και στη μακρά λίστα υποψηφίων για το Διεθνές Βραβείο Booker.
Στο μυθιστόρημά του αλλά και στις συνεντεύξεις και στα κείμενά του συζητάει αρκετά την εικόνα της Αφρικής που υπάρχει εκτός της ηπείρου, και ειδικά στις χώρες της Ευρώπης, καθώς και για τον ρόλο της λογοτεχνίας στη διαμόρφωση αυτής της εικόνας. «Τι είναι η συνείδηση ενός συγγραφέα που αρνείται ν’ ανοίξει τα μάτια του;», αναρωτιέται, ενώ μιλάει αλλού για μια «λογοτεχνία-ατμομηχανή», αλλού για μια λογοτεχνία με στόχο να συναρμολογήσει «τη μνήμη μιας χώρας που υπάρχει μόνο στα χαρτιά» – αλλά και: «φτάνει πια η μιζέρια, η φτώχεια, η σύφιλη και η βία στην αφρικανική λογοτεχνία», «άλλωστε, η αφρικανική λογοτεχνία δεν είναι πια εξωτική»… Ο συγγραφέας σχολιάζει στην ίδια συνέντευξή του ότι «οι Ευρωπαίοι φαίνεται να νομίζουν ότι όλοι οι Αφρικανοί θέλουν να έρθουν στην Ευρώπη», για να προσθέσει ότι «η Αφρική δεν είναι μόνο πόλεμος και πείνα» και ότι «ο καλύτερος τρόπος να μάθει κανείς για την Αφρική είναι να δει τη λογοτεχνία της ή να μιλήσει με καλλιτέχνες και άλλους Αφρικανούς».
Δυστυχώς στην Ελλάδα (όπως άλλωστε και στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης) η τόσο πλούσια λογοτεχνία της αφρικανικής ηπείρου είναι σχετικά άγνωστη ή, ακόμα χειρότερα, φτάνει στους αναγνώστες και στις αναγνώστριες καλυμμένη από ένα πέπλο εξωτισμού και φολκλόρ – ο συγγραφέας άλλωστε επαναλαμβάνει και αυτός την άποψη ότι «η Αφρική δεν υπάρχει, είναι μια επινόηση της Δύσης».
Κώστας Αθανασίου